Απενεργοποιημένη Λειτουργία

MainTabMenu

19 Μαΐ 2009

Η Αγία που ευωδιάζει ...βασιλικό







Μια μεγάλη μητέρα ..της υπομονής και των ..δακρύων …Η ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ

Μα 'κει που σκάφτουν σκυθρωπά εν άρωμα σκορπιέται, μοσχοβολά γλυκά. Μέσ' απ' το χώμα το σκορπά μια λουλουδιά που σειέται με τ' άνθη τα λευκά. Έκτοτε μένει σεβαστό το πράσινο βλαστάρι με τάνθος το λευκό. Τους αγιασμούς κάμνουν μ' αυτό το παίρνουν γι' άγια χάρι το λεν ...βασιλικό., που βλαστούσε πάνω από τον τόπο, που έκρυβε τον Σταυρό.
Μια σύντομη κι ευλαβική αναδρομή της σκέψης μας στη ζωή και το έργο της αγίας Ελένης, της εξαίρετης αυτής μητέρας και φλογερής χριστιανής και ισαποστόλου… Ας την παρακολουθήσουμε. Η υπέροχη αυτή γυναίκα γεννήθηκε στη Δρεπάνη της Βιθυνίας της Μ. Ασίας γύρω στο 248 μ.Χ. από γονείς άσημους και φτωχούς. Της επαρχίας αυτής όχι μονάχα η πρωτεύουσα Νίκαια, αλλά και πολλές άλλες πόλεις ήσαν Ελληνικότατες. Γι' αυτό και το όνομα Ελένη που δόθηκε στην κόρη ήταν αποτέλεσμα όχι μιας ελληνίζουσας παραλαβής, αλλά μιας Ελληνικής συνείδησης. Από τα παιδικά της χρόνια η Ελένη διακρινόταν για την εξαιρετική της εξυπνάδα κι ομορφιά. Από νωρίς δε οι σπάνιες χριστιανικές αρετές της την ξεχώριζαν από τις συνομήλικες του καιρού της και την προέβαλλαν στον κύκλο της παντού. Γύρω στο 270, όταν η κόρη ήταν ηλικίας 22 περίπου χρόνων, πέρασε από τη Δρεπάνη και κατέλυσε στο εκεί ξενοδοχείο του πατέρα της ένας αξιωματικός των πραιτωριανών, που λεγόταν Κωνστάντιος Χλωρός. Το προσωνύμιο Χλωρός του δόθηκε γιατί το πρόσωπο του ήταν πολύ χλωμό. Ο Κωνστάντιος ήταν γόνος μεγάλης και αριστοκρατικής οικογένειας και άνθρωπος πολύ ευγενής. Κάποια μέρα εκεί που βρισκόταν στην αυλή του ξενοδοχείου, είδε τη σεμνή κόρη κι η ευγένειά της μαζί με άλλα χαρίσματα της τράβηξαν έντονα την προσοχή του. Η εντύπωση του υπήρξε τέτοια, που, χωρίς να χάσει καιρό έσπευσε να παραμερίσει την ασημότητα της καταγωγής της - πράγμα αντίθετο με τα τότε Ρωμαϊκά έθιμα - και να την ζητήσει για σύζυγό του. Ένα χρόνο ύστερα από τους γάμους (272 μ.Χ.), το ευτυχισμένο ζευγάρι αποκτούσε, ως ευλογημένο καρπό της ένωσης του, ένα χαριτωμένο αγόρι, τον Κωνσταντίνο, τον αργότερα ιδρυτή της Βυζαντινής μας αυτοκρατορίας και κραταιό προστάτη του χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας. Η ευτυχία δυστυχώς του νεαρού ζεύγους κι ιδιαίτερα της Ελένης δεν κράτησε για πολύ. Η γρήγορη άνοδος του Χλωρού στο ύπατο αξίωμα του Καίσαρα από τον Διοκλητιανό κι η ανάθεση σ' αυτόν του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τον έσπρωξε νωρίς να εγκαταλείψει την πιστή κι ενάρετη σύντροφό του Ελένη, για να παντρευτεί γυναίκα της κοινωνικής του τάξεως. Η πράξη αυτή του Χλωρού φαίνεται σ' εμάς αληθινά παράδοξη. Κι είναι παράδοξη. Ύστερα από την τόση εκτίμηση που η ευγενικιά αυτή ψυχή έτρεφε στη σύντροφό του Ελένη, τη μητέρα του αγαπημένου παιδιού του, η διαγωγή όχι μόνο φαίνεται, αλλά και είναι παράδοξη κι αδικαιολόγητη για μας. Στην πράξη όμως αυτήν καλούμαστε να θαυμάσουμε το ψυχικό μεγαλείο της αγίας μας, μαζί με την ταπείνωση και την αυτοθυσία της. Σημειώνουμε μερικά στοιχεία. Ο διορισμός του Χλωρού σε Καίσαρα, που εξ αιτίας της χριστιανής συζύγου του Ελένης διέκειτο κάπως ευνοϊκά προς την πίστη αυτή θα εξασφάλιζε στους χριστιανούς κάποια ελευθερία ζωής και λατρείας. Κι αυτό το βλέπουμε στην περίπτωση του μεγάλου διωγμού, που ο Διοκλητιανός εκίνησε ενάντια στους χριστιανούς της αυτοκρατορίας του. Οι πιστοί στη μεγάλη επαρχία του Χλωρού δεν καταδιώχθηκαν. Έπειτα η ανάδειξη του Κωνσταντίνου του Χλωρού στο αξίωμα του Καίσαρος του άνοιξε τον δρόμο και στο αξίωμα του Αυγούστου αυτοκράτορας. Κι η ανάδειξη αυτή θα είχε υψίστη σημασία για τους χριστιανούς και την Εκκλησία τους. Και τέλος με την άνοδο ταυ Χλωρού ανοιγόταν ο δρόμος και για τον γιο του, τον νεαρό Κωνσταντίνο. Γι' αυτούς λοιπόν τους λόγους αποφασίστηκε ο χωρισμός κι έγινε η διάζευξη με τη συναίνεση της μεγάλης κι ανώτερης εκείνης γυναίκας, της αγίας Ελένης. Θυσιάστηκε η χριστιανή μητέρα για το καλό των αδελφών του Χριστού, των χριστιανών και την άνοδο του παιδιού της. Από τη στιγμή εκείνη η μαρτυρική μάνα παραμερίστηκε από το προσκήνιο της ζωής. Για δεκατρία τόσα χρόνια η Ελένη ζούσε μόνη με συντροφιά την πίστη της στον Σωτήρα Χριστό και στήριγμα της την προσευχή. Πολύ συχνά οι πρωινές ώρες την έβρισκαν γονατιστή κι άγρυπνη να προσεύχεται με δάκρυα στα μάτια για το παιδί της, τον Κωνσταντίνο. Μια ήταν η παράκλησή της. Να τον φωτίσει ο Θεός να μη παρασυρθεί από τη δόξα και τη ματαιότητα του κόσμου. Κι η απάντηση δόθηκε. Πολύ νωρίς δόθηκε από Εκείνον που διακήρυξε: «Όσα αν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες λήψεσθε». Και δόθηκε πλουσιοπάροχα. Στ' αλήθεια: «Οι σπείροντες εν δάκρυσιν εν αγαλλιάσει θεριούσι». Αυτοί που τον καιρό της σποράς σαν να βλέπουν την τρομερή ξηρασία, σπέρνουν με δάκρυα απελπισίας τα χωράφια τους, όταν πέσουν οι βροχές και καρποφορήσουν αυτά, θα τα θερίσουν σκιρτώντες από αγαλλίαση. Με αγαλλίαση θέρισε κι η πονεμένη, μα μεγαλόκαρδη μάνα, αυτό που με επιμονή και πίστη ζήτησε από τον Πανάγαθο Θεό. Το 306 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος διαδέχτηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο της Δύσεως τον πατέρα του Κωνστάντιο Χλωρό. Μια από τις πρώτες ενέργειες του νεαρού αυτοκράτορα, ήταν να καλέσει κοντά του την αγαπημένη του μητέρα, να την ανακηρύξει Αυγούστα, δηλαδή αυτοκράτειρα, και να την έχει κοντά του συνεργάτιδα, στο μεγαλόπνοο και πολύπλευρο έργο του. Η αγάπη, μα κι η αφοσίωσή του σ' αυτή, υπήρξε απεριόριστη και παραδειγματική. Σ' όλες τις δύσκολες, μα κι όμορφες στιγμές της ζωής του, την είχε δίπλα του και την συμβουλευόταν. Για να την τιμήσει, έκοψε νομίσματα με τ' όνομα και τη μορφή της. Κι ακόμη την πόλη που γεννήθηκε η αγία του μητέρα, τη Δρεπάνη της Βιθυνίας, προς τιμή της τη μετονόμασε σε Ελενόπολη. Για να την ευχαριστήσει δε, φρόντισε σε διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας του να στηθούν ποικίλα ιδρύματα για την εξυπηρέτηση και ανακούφιση του λαού. Πολλοί λένε πως κι αυτό το θησαυροφυλάκιο της μεγάλης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τους αφάνταστους πόρους δεν δίστασε ο φιλόστοργος γιος να το αναθέσει ανεξέλεγκτα στα χέρια της άξιας μάνας του. Η μεγάλη τιμή του στοργικού Κωνσταντίνου προς την άγια του Μητέρα εκδηλώθηκε λαμπρή και λίγα χρόνια μετά τον θάνατό της. Όταν το 330 κτίστηκε η Κωνσταντινούπολη, εκεί στη μεγάλη πλατεία που ονομαζόταν Φόρος, υψώθηκαν δύο στήλες στο όνομα της Ελένης και του Κωνσταντίνου και ανάμεσα τους τοποθετήθηκε ένας σταυρός, που έφερε αυτή την επιγραφή: «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού πατρός, Αμήν». Με τούτη την επιγραφή ήθελε να διατυπώσει τη δογματική ομολογία της χριστιανικής πίστεως, την οποία υπηρέτησε με τη βασιλεία του και την οποία στην ψυχή του φύτεψε από αυτά τα παιδικά του χρόνια η ευσεβής και στοργική μητέρα με την όλη παιδαγωγία της. Ψηλά, πολύ ψηλά κράτησε η ταπεινή κι υπέροχη εκείνη γυναίκα, η αγία Ελένη σ' ολόκληρη τη ζωή της τον τιμητικό ρόλο της. Με τη στοργή και τη φρόνησή της έγινε για τον Κωνσταντίνο ο φωτεινός σύμβουλος κι ο αναντικατάστατος οδηγός. Με τη χριστιανική υπομονή της καλλιέργησε κι ατσάλωσε τον τραχύ χαρακτήρα του. Με τη φρόνιμη κι επίκαιρη επέμβασή της, τον βοήθησε να αποφύγει ένα σωρό άτοπα, στα οποία θα παρασυρόταν εξ αιτίας της τόλμης και της ορμητικότητάς του. Με την πνοή ακόμη και τον ζήλο της του ενεφύσησε τις χριστιανικές εκείνες αρετές που τον δόξασαν και δίκαια του προσέδωσαν τον τιμητικό και ζηλευτό τίτλο του Μεγάλου. Η ίδια, παρά το απότομο ανέβασμά της, δεν περηφανεύτηκε. Έμεινε σ' όλη τη ζωή της η απλή, η ταπεινή και απέριττη χριστιανή. Η χριστιανή των έργων, της διακονίας, της δράσεως. Με τους μακροχρόνιους διωγμούς ενάντια στους χριστιανούς οι πιο πολλοί ναοί που υπήρχαν είχαν μισογκρεμισθεί κι απογυμνωθεί από τα απαραίτητα στοιχεία για τη θεία λατρεία. Οι χριστιανοί που έβγαιναν από «τα σπήλαια και τις οπές της γης», τις κατακόμβες, χρειαζόντουσαν κάποιους χώρους, για να λατρεύσουν τον Θεό. Ποιος θα τους έλυε αυτό το πρόβλημα; Ποιος θα φρόντιζε να κτισθούν οι κατάλληλοι ναοί και να εξοπλισθούν με τα απαραίτητα αντικείμενα και ιερά σκεύη; Ποίος άλλος από την αγία; Αυτή με δική της πρωτοβουλία ανέλαβε το όλο ζήτημα. Με τη δική της συνδρομή και φροντίδα και με τα άφθονα χρήματα που προσφέρει, αρκετοί ναοί αρχίζουν να κτίζονται σε πλείστα όσα μέρη. Παρά την ηλικία της δεν διστάζει να αναλάβει και κουραστικά ταξίδια σε μακρινά τμήματα της απέραντης αυτοκρατορίας, για να ελέγξει και παρακολουθήσει τα έργα, που γίνονται. Οι χριστιανοί στο πρόσωπο της υποδέχονται, όχι απλώς την «Αυγούστα», αλλά τη μητέρα, την προστάτιδα της χριστιανικής πίστεως. Σε λίγα χρόνια με την άγρυπνη φροντίδα της περίλαμπροι ναοί υψώθηκαν όχι μονάχα σε πόλεις, μα και σε απόμερα χωριά. Ναοί! Οάσεις πνευματικού ανεφοδιασμού και ψυχικής ανατάσεως! Διαμάντια ομορφιάς, μα και κέντρα πολιτισμού. Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει σχετικά: «Ελένη Αυγούστα Θεώ τω Σωτήρι αυτής, Θεοφιλούς βασιλέως θεοφιλής μήτηρ, ευσεβούς τεκμήρια διαθέσεως ίδρυσε». Εκείνο όμως που ιδιαίτερα τίμησε την αγία, είναι η περί τα τέλη της ζωής της (326 μ.Χ.) μετάβασή της στους τόπους όπου έζησε ο Κύριος, κι η ανεύρεση εκεί του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, επάνω στον οποίο υψώθηκε ο Λυτρωτής μας. Πόσους κόπους αλήθεια δεν κατέβαλε εδώ! Και πόσες νύχτες δεν πέρασε άγρυπνη ζητώντας τη βοήθεια του Θεού για την επιτυχία του σκοπού της. Κι η εξήγηση απλή. Μετά το Άγιο Πάθος της Μεγάλης Παρασκευής, οι σταυρωτές πέταξαν τον Τίμιο Σταυρό σε κάποιο λάκκωμα, εκεί κοντά στον Γολγοθά. Πάνω από αυτόν οι κάτοικοι της θεοκτόνου πόλεως πετούσαν κάθε μέρα τα σκουπίδια και τις ακαθαρσίες τους. Αυτός δε ο αυτοκράτορας της Ρώμης Αδριανός (118-138 μ.Χ.) με σκοπό να ματαιώσει μελλοντικά κάθε προσκυνηματική ευλάβεια στα άγια αυτά μέρη, φρόντισε να καλυφθεί ο Γολγοθάς κι έστησε επάνω σ' Αυτόν το άγαλμα της Αφροδίτης. Επάνω δε στον τάφο του Σωτήρος, που κι αυτός καλύφθηκε με χώματα, στήθηκε ένα άγαλμα του Διός. Εν τούτοις όμως, όπως μας λέγει η παράδοση, η αγία Ελένη με τον ζήλο και τις υπεράνθρωπες προσπάθειές της, κατώρθωσε τα φαινομενικά ακατόρθωτα. Το μέρος που πετάχθηκε ο Τίμιος Σταυρός αναγνωρίσθηκε με τη βοήθεια ενός λουλουδιού του γνωστού μας βασιλικού Εκεί έβαλε κι έσκαψαν η αγία. Κι οι κόποι της βραβεύθηκαν πολύ γρήγορα. Κάποια μέρα οι εργάτες ανέσυραν από τα χώματα το ιερό σύμβολο μαζί με τους σταυρούς των δύο ληστών. Τον γνήσιο Σταυρό τον διέκριναν από ένα θαύμα που έγινε με τη δύναμή Του. Μια νεκρή αναστήθηκε μόλις το ευλογημένο τούτο Ξύλο άγγιξε το κορμί της. Τότε η αγία πλημμυρισμένη από ανεκλάλητη χαρά κι αγαλλίαση κάλεσε τον επίσκοπο της Άγιας Πόλεως και ύψωσε τον Τίμιο Σταυρό, ενώ τα πλήθη των πιστών που συνέρρευσαν εκεί, με ευλάβεια μοναδική έψαλαν το «Κύριε ελέησον». Θεία εύνοια και προς αυτήν και προς τον γιο της θεώρησε η αγία την αποκάλυψη αυτή. Γι' αυτό κι έσπευσε να χρηματοδοτήσει το κτίσιμο εκεί του ναού της Αναστάσεως, ενός άλλου ναού επάνω από το Σπήλαιο της Γεννήσεως του Σωτήρος μας στη Βηθλεέμ και άλλων επάνω στο Όρος της Αναλήψεως και στο ορός Θαβώρ. Με τεμάχια από τον πολύτιμο θησαυρό της, τον Τίμιο Σταυρό φτιαγμένα σε μικρότερους σταυρούς και τους αγιασμένους ήλους και το ακάνθινο στεφάνι, ξεκίνησε ένα πρωί η μακαρία Ελένη με το βασιλικό της καράβι για την επιστροφή στον γιο της. Το ταξίδι αυτό η αγάπη του Θεού ευδόκησε να μη γίνει ανώδυνο και χωρίς επεισόδια. Θαλασσοταραχή δυνατή παρά την προσπάθεια και τον αγώνα του πληρώματος οδήγησε το καράβι στα νότια παράλια της Κύπρου και το ανάγκασε ύστερα από πολλές δυσκολίες να προσορμισθεί σ' ένα μικρό όρμο, κοντά στον οποίο χυνόταν ένας χείμαρρος, που από τότε ονομάστηκε Βασιλοπόταμο, δίπλα στο σημερινό Ζύγι. Κουρασμένη και ζαλισμένη η Αυγούστα από τη θαλασσοταραχή, διέταξε τους υπηρέτες της να στήσουν εκεί στην ακρογιαλιά τη βασιλική της σκηνή για να ξεκουραστεί ολίγο. Η προσταγή εκτελέστηκε αμέσως. Οι ναύτες μετέφεραν στην ξηρά όλες τις αποσκευές κι η κουρασμένη βασίλισσα από την τρικυμία και τα χρόνια — ήταν τότε 80 περίπου χρόνων - έγειρε στο κρεβάτι, έκλεισε τα μάτια και σε λίγο κοιμήθηκε. Στον ύπνο της τον ταραγμένο, ένα όνειρο παράδοξο την ξύπνησε τρομαγμένη. Ένας όμορφος νέος, ένας νέος με αγγελική μορφή, ήρθε και στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι της και της είπε: - Σεβαστή βασίλισσα, είμαι σταλμένος από τον Πανάγαθο Θεό να σου ειπώ το θέλημά Του. Όπως εκεί στα Ιεροσόλυμα έκτισες ναούς για να δοξάζεται και να υμνείται, έτσι κι εδώ, σε τούτο το νησί το ευλογημένο, πρέπει να κάμεις το ίδιο. Να κτίσεις κι εδώ ιερό ναό, τον οποίο μάλιστα να προικίσεις με το τίμιο Ξύλο του Σταυρού, για να προσκυνείται και να δοξάζεται τους αιώνες ο σεβάσμιος Σταυρός του Κυρίου από τους κατοίκους αυτού του τόπου. Εδώ θα ζουν χριστιανοί μέχρι τη συντέλεια του κόσμου. Ήταν τόσο ζωντανό το όνειρο, που η βασίλισσα τινάχτηκε πάνω από το κρεβάτι της τρομαγμένη. Νόμιζε πως έβλεπε ακόμη μπροστά της τον αγγελόμορφο νέο να της μιλά. Με θαυμαστή γρηγοράδα για την ηλικία της κατέβηκε από το στρώμα της κι έτρεξε στο μπαούλο μέσα στο όποιο είχε φυλάξει το Τίμιο ξύλο. Το άνοιξε με ευλάβεια και προσοχή και κοιτάζει να βρει και να πάρει το Άγιο Ξύλο. Τίποτα όμως δεν βρίσκει. Στις φωνές της τρέχουν κι οι υπηρέτες της και ψάχνουν κι αυτοί. Άκαρπες οι προσπάθειες όλων. Τρομαγμένη η μακαρία γυναίκα για τον χαμό, προσπαθεί με νεύματα να δείξει στους υπηρέτες της να συνεχίσουν την έρευνα κι έξω από τη σκηνή. Με νεύματα αγωνίζεται η βασίλισσα, γιατί από τη θλίψη και τη στενοχώρια, πάγωσαν τα χείλη και δεν μπορεί να μιλήσει. Με νεύματα συνιστά πως πρέπει οπωσδήποτε να ευρεθεί το σεπτό κειμήλιο. Πέρασε αρκετή ώρα. Ξαφνικά λαχανιασμένος μπήκε στη σκηνή ένας υπηρέτης και κατασυγκινημένος απευθύνεται στην «Αυγούστα» και λέει: Κυρά Βασίλισσα, πέρα μακριά στην κορυφή ενός βουνού, φαίνεται μια παράξενη χρυσοκόκκινη φλόγα, που όσο πάει μεγαλώνει και λάμπει γύρω. Περίεργη η Βασίλισσα βγαίνει από τη σκηνή της και κοιτάζει προς τη μυτερή κορυφή του βουνού και βλέπει κι αυτή την παράξενη λάμψη. Είχε δίκαιο ο υπηρέτης. Σωστά μίλησε. Χωρίς να χάσει καιρό η βασίλισσα, καλεί τον υπηρέτη κοντά της και τον διατάζει με συντροφιά κάποιου άλλου, να πάν να εξετάσουν ποιο πράγμα ήταν εκείνο, που έδινε την ασυνήθιστη και παράξενη λάμψη. Μετά από ώρες γύρισαν οι υπηρέτες έχοντας στα χέρια τον χαμένο θησαυρό της βασίλισσας, το Τίμιο Ξύλο. Το βρήκαν, της είπαν, μέσα σε μια φλόγα, που σαν πύρινη στήλη ανέβαινε πάνω από πενήντα μέτρα υψηλά, χωρίς ξύλα η άλλη πηγή φωτιάς. Συγκινημένη η ευσεβέστατη άνασσα για όσα άκουε και όσα έγιναν κατάλαβε αμέσως ποιο ήταν το θέλημα του Θεού. Έπρεπε εκεί στο βουνό να κτισθεί ο ναός και να προικοδοτηθεί με το τίμιο Ξύλο, για να θυμούνται όλοι το θαύμα του Εσταυρωμένου. Χωρίς να χάσει καιρό σηκώνεται και με αρκετούς από τη συνοδεία της ξεκινά για το Σταυροβούνι. Ένας θρύλος. Τούτη την εποχή, σύμφωνα με μια παράδοση, το νησί της Κύπρου το έδερνε η πιο μακρόχρονη ανομβρία. Δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια δεν έπεσε στη γη της Κύπρου σταγόνα βροχής. Τα δένδρα ξηράνθηκαν. Τα ζώα ψοφούσαν καθημερινά από τη δίψα. Οι κάτοικοι οι περισσότεροι έφυγαν, γιατί δεν βρίσκανε τίποτα να φάνε, ούτε και νερό να πιουν. Το νησί γέμισε από φίδια φαρμακερά, τις γνωστές σήμερα κουφάδες. Από τότε οι λίγοι κάτοικοι που εναπόμειναν, άρχισαν να χρησιμοποιούν τα υψηλά παπούτσια, τις ποδίνες, για να φυλάγονται από τα δαγκώματα των φιδιών. Το νησί ερήμωσε σχεδόν. Σ' αυτή τη θλιβερή κατάσταση βρήκε την Κύπρο η βασίλισσα. Και σε μια τέτοια κατάσταση αναλαμβάνει αυτή σε μεγάλη ηλικία τούτο το ταξίδι. Σε κάθε τους βήμα τα φαρμακερά φίδια φεύγουν τρομαγμένα από μπροστά τους. Κι αυτοί αναγκάζονται για πιο πολλή ασφάλεια να προχωρούν μέχρι το Κίτι, όλο ακρογιαλιά κι απ' εκεί ύστερα να προχωρήσουν προς το βουνό. Για να απαλλαγούν από τους ξηρούς θάμνους και τα ξηρά αγριόχορτα που κρύβανε ένα σωρό κινδύνους, η παράδοσή μας λέγει, πως η αγία διέταξε κι έβαλαν φωτιά, για να καούν μαζί μ' αυτά και τα φίδια. Η φωτιά σιγά-σιγά ξαπλώθηκε σε όλο το νησί. Τα μόνα μέρη που έμειναν έξω απ' τη φωτιά, άκαυτα, ήταν ο Ακάμας και το Καρπάσι. Ύστερα από πολλούς κόπους και κινδύνους, η αγία με τη συνοδεία της μπόρεσαν να φτάσουν μέχρι την κορυφή. Εκεί, σαν η βασίλισσα είδε τα είδωλα στημένα και ρώτησε κι έμαθε, πως εκεί ήταν ο ναός της ψευδοθεάς Αφροδίτης Υπάρχει και η γνώμη ότι ο ειδωλολατρικός ναός ήταν αφιερωμένος στη λατρεία του μεγάλου Θεού Δία. , λέγεται ότι είπε: — Εδώ επάνω στο βωμό της θεάς του έρωτα, θα κτίσω το βωμό και τον ναό του αληθινού θεού, του Θεού της αγάπης. Έτσι κτίστηκε το Σταυροβούνι. Και σήμερα ακόμη στη νότια πλευρά της μονής βρίσκεται κάποιο κτίσμα που θεωρείται σαν πιθανό απομεινάριο του αρχαίου ειδωλολατρικού ναού. Κατά το κτίσιμο του μοναστηριού λέγεται, πως σ' αυτό βοηθούσε κι η ίδια η βασίλισσα. Ο πόθος της αγίας να δει το γρηγορώτερο εκεί υψωμένο τον ναό του αληθινού Θεού και Σωτήρος των ανθρώπων και τον Τίμιο Σταυρό, να στολίζει περίλαμπρα τον ιερό εκείνο χώρο, την έκαμε να τρέχει επάνω κάτω και να βοηθά. Και να. Σε λίγο καιρό το εκκλησάκι ήταν έτοιμο. Σ' αυτό η ευσεβής βασίλισσα έβαλε εκεί ένα κομμάτι από τον Τίμιο Σταυρό κι έδωσε εντολή να κτιστεί και εκκλησία και στην Τόχνη και αλλαχού. Και στα μέρη αυτά επίσης η βασίλισσα αφήκε τεμάχια από τον Τίμιο Σταυρό, ένα τεμάχιο από τον άγιο Κάνναβο - το σχοινί με το οποίον εδέθησαν τα άγια χέρια του Κυρίου και που βρίσκεται τώρα στο Όμοδος — και τμήμα από ένα αγιασμένο ήλο (καρφί). Σαν τέλειωσε το έργο της η ευλαβέστατη αυτή γυναίκα, γονάτισε, δοξολόγησε τον Κύριο για τη βοήθειά Του και προχώρησε προς το καράβι για να φύγει. Προτού ανεβεί ακόμη σ' αυτό η δύναμη του Σταυρού άρχισε να εκδηλώνεται πλούσια στο ταλαιπωρημένο νησί. 1. Βροχές καταρρακτώδεις άρχισαν να πέφτουν σε όλη την Κύπρο. 2. Οι δαίμονες που κατοικούσαν στην κορφή του βουνού και ταλαιπωρούσαν αλύπητα τους κατοίκους χάθηκαν για πάντα. Καινούργια ζωή αρχίζει στο νησί. Οι κάτοικοι ξαναγυρίζουν στον τόπο τους από τις γειτονικές χώρες όπου πήγαν. Κι η ίδια η βασίλισσα φροντίζει να έρθουν κι άλλοι κι άλλοι. Για να προστατεύσει τους κατοίκους από τα φίδια φρόντισε κι έστειλε ένα καράβι με γάτους για να τρώνε τα φίδια. Τα τόσο χρήσιμα αυτά ζώα λέγεται, πως αφέθηκαν ελεύθερα εκεί στο ακρωτήριο, που από τότε πήρε το όνομα Κάβο-γάτα. Ορόσημο στην ιστορία του νησιού μας αποτέλεσε κι αποτελεί η άφιξη της αγίας σ' αυτό. Δικαιολογημένη απόλυτα κι η ευλάβεια κι ο σεβασμός των κατοίκων της Κύπρου μας προς το πρόσωπό της. Το μοναστήρι που έκτισε και τα δώρα που αφήκε στο νησί μας, θα το αγιάζουν μέχρι της συντέλειας των αιώνων και θα 'ναι για πάντα για τις ευλαβείς ψυχές πηγή καθαρμού και ανανεώσεως. Αρκεί μονάχα οι κάτοικοι αυτού του τόπου να ενθυμούνται τον θησαυρό της πίστεως, της ορθοδόξου πίστεως που παρέλαβαν και κατέχουν και τον θησαυρό αυτό να τον φυλάνε ως κόρη οφθαλμού. Ο Τίμιος Σταυρός θα 'ναι και γι' αυτούς και για κάθε πιστό πηγή ευλογίας και ζωής. «Σταυρός πιστών το στήριγμα!» Ο Τίμιος Σταυρός που ύψωσε εκεί στο μοναστήρι του Σταυρού και που έχει στη μέση ένα κομμάτι από τον πραγματικό Σταυρό του Κυρίου παρουσιάζει το έξης θαυμαστό: Είναι αιωρούμενος. Δεν στηρίζεται δηλαδή στη γη. Πολλοί πιστοί αναφέρουν, πως πολλές φορές νόμισαν ότι έβλεπαν τον Σταυρό να κρέμεται από τον Ουρανό. Γι' αυτό και το όνομα Θεοκρέμμαστος. Αυτό το θαύμα πολλοί ευλαβείς χωρικοί από τα περίχωρα το είδαν. Είδαν δηλαδή «τον Σταυρόν υψούμενον εν μέσω λαμπρού και ακτίστου φωτός άνωθεν της Μονής και του Όρους». Το 327, ο Μέγας Κωνσταντίνος, με συγκινητικότατα δείγματα στοργής και ευλάβειας, δέχθηκε την επιστροφή της αγίας του Μητέρας. Την ημέρα του ερχομού της, βγήκε σε προϋπάντησή της. Και σαν πλησίασε, έτρεξε κοντά της κι έπεσε κάτω και με ευλάβεια πολλή πήρε στα χέρια του και με χαρά προσκύνησε το Τίμιο Ξύλο και τη θήκη που περιείχε τους Ήλους (τα καρφιά), που είχαν εμπηχθεί στα άγια χέρια και πόδια του Κυρίου μας. Μετά κάλεσε κοντά του τον πατριάρχη Μακάριο και του τα παρέδωσε για να τα προσκυνούν οι πιστοί. Το μεγαλύτερο μέρος του Τιμίου Σταυρού βρίσκεται σήμερα στο Άγιο Όρος, στη Μονή του Ξηροποτάμου. Από τους τέσσερις Ήλους, τους δύο τους τοποθέτησαν στο βασιλικό Στέμμα. Κι αυτό έφερε πάντα μαζί του ο Κωνσταντίνος και το φορούσε με την περικεφαλαία του. Το έργο της η Ελένη δεν το περιόρισε μονάχα στο κτίσιμο εκκλησιών. Ιδιαίτερη φροντίδα επέδειξε η μεγάλη αυτή γυναίκα και για τα έργα της χριστιανικής φιλανθρωπίας και αγάπης. Η φιλανθρωπία απετέλεσε για την αγία βασικό στοιχείο της ζωής της. Την αρετή αυτή την θεωρούσε τόσο αναγκαία για τον άνθρωπο, όσο αναγκαία είναι κι η αναπνοή για το σώμα. Και τούτο, γιατί τον κάθε χριστιανό τον έβλεπε σαν ένα έμψυχο ναό του Θεού. Και σ' αυτό προσέφερε ό,τι ημπορούσε. Χρήματα, βοήθεια, προστασία. Έτσι έζησε η αγία, μέχρι τη στιγμή που ο θάνατός της έκλεισε τα μάτια (329 μ.Χ.). Πέθανε σε ηλικία 80-81 ετών. Το λείψανό της το μετέφεραν αργότερα στην Κωνσταντινούπολη και το έθαψαν στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Τον ναό αυτό άρχισε να κτίζει ο Μ. Κωνσταντίνος και τον αποτελείωσε ο γιος του Κωνστάντιος. Το όνομα της αγίας μαζί με το όνομα του παιδιού της θα το αναφέρουν με σεβασμό οι γενεές των ανθρώπων. Τη μνήμη και των δύο συνεορτάζει η Εκκλησία μας όπως σημειώσαμε την 21η Μαΐου και τους ονομάζει ισαποστόλους. Ισαπόστολος ο γιος. Ισαπόστολος και η μητέρα. Και πολύ δίκαια. 1ον. Γιατί ό,τι έκαμε ο γιος για τον χριστιανισμό, αυτό οφείλεται στην υπέροχή του μητέρα, την αγία Ελένη. Αυτή τον προπαρασκεύασε με την αγάπη και τη διαπαιδαγώγηση που του έδωκε. 2ον. Αγία υπήρξε η ίδια. Αγιασμένη ζωή έζησε. Παρά τις τιμές που απολάμβανε σαν αυτοκράτειρα δεν παρασύρθηκε απ' αυτές. Δεν περηφανεύτηκε από τις δόξες και τα μεγαλεία. Έμεινε πάντα η ταπεινή, η απλή, η καλόκαρδη, η πονετική, η πιστή. Πόθος της ένας. Πως να αρέσει στον Θεό και να κερδίσει τη βασιλεία Του. Τον Παράδεισο. Και το πέτυχε. Το παράδειγμά της, ας γίνει για τον καθένα μας ένας οδοδείχτης. Από ανθρώπους έχει ανάγκη κι η εποχή μας, για να ορθοποδήσει. Από ανθρώπους καλοσύνης κι αρετής. Τους ανθρώπους όμως αυτούς θα μας τους δώσουν και σήμερα μόνο οι αληθινές χριστιανές μητέρες. Οι μητέρες του πνευματικού βάθους και ύψους της αγίας Ελένης. Ας γίνει λοιπόν το παράδειγμα της πρότυπο μιμήσεως. Ας μιμηθούν οι γυναίκες την πίστη της. Την υπομονή της. Την πλατιά καρδιά της. Την κοινωνική δράση της. Την αρετή κι αγιοσύνη της. Το επιβάλλει η αποστολή τους. Το θέλει η αγία. Το απαιτεί ο Χριστός.
πηγή :www.pigizois.net

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε τα σχόλιά σας εδώ...

Δεν είναι κακό να αναφέρουμε την πηγή μας ...μας τιμά και μας καθιστά συνοδοιπόρους...


Παρακαλούνται όσοι αναδημοσιεύουν ας μην αφαιρούν το όνομα του συντάκτη , όπως και άλλα στοιχεία.

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...
Βαπτίστηκες και αναγεννήθηκες ... Μετανόησες κάτω από πετραχήλι και ξαναβαπτίστηκες ... Μετέλαβες τα άχραντα μυστήρια και ένιωσες ξανά βαπτισμένος εις το όνομα του τρισυπόστατου Θεού ... Υπάρχει ακόμα ένα βάπτισμα το τέταρτο κατά σειρά .. το βάπτισμα της ομολογίας ...στο αίμα της Πίστης ... Άραγε πόσοι από εμάς θα το αγαπήσουμε ; Τον Αναστάντα Θεό ας ομολογήσουμε ...Και ας πληρώσουμε το τίμημα της Ομολογίας ...όχι το αντίτιμο της απωλείας ...! Καλό Παράδεισο ! ( νώντας σκοπετέας)

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου .Tον Συνάναρχον Λόγον / πλ.α΄

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου  .Tον Συνάναρχον Λόγον / πλ.α΄
Τον θαυμάσιον μύστην Χριστού υμνήσωμεν , Μηλεσίου το κλέος και των Γερόντων φωνή , την βοήθειαν ημών και διόρασιν ˙ Τον αναπαύσαντα σοφώς τας ψυχάς των ασθενών , του πνεύματος συνεργεία . Πορφύριον Καυσοκαλυβίτην ,επικαλέσωμεν άπαντες. // Nώντας Σκοπετέας 27-11-2013 Απολυτίκιο με την ευκαιρία της επισήμου Αγιοκατατάξεως του Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου . Σημ: Το απολυτίκιο δεν περιέχεται σε αναγνωρισμένη ακολουθία , αλλά είναι προϊόν ευλαβείας και απέραντης ευγνωμοσύνης , προς τον Μεγάλο Άγιο του Θεού , στην μεγάλη η μέρα της Αγιοκατατάξεώς του .

Ουράνια Συντροφιά...

Ουράνια Συντροφιά...
Παλαιά συνηθίζαμε, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ν' αγιάζομε τα σπίτια. Κάποια χρονιά επήγα κι εγώ κι αγίαζα. Χτυπούσα τις πόρτες των διαμερισμάτων, μου ανοίγανε κι έμπαινα μέσα ψάλλοντας: "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...". Όπως πήγαινα στην οδό Μαιζώνος, βλέπω μια σιδερένια πόρτα. Ανοίγω, μπαίνω μέσα στην αυλή, που ήταν γεμάτη από μανταρινιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, και προχωρώ στη σκάλα. Ήταν μια σκάλα εξωτερική, που ανέβαινε πάνω και κάτω είχε υπόγειο. Ανέβηκα τη σκάλα, χτυπάω την πόρτα και παρουσιάζεται μια κυρία. Αφού μου άνοιξε, εγώ άρχισα κατά τη συνήθειά μου το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε...". Με σταματάει απότομα. Εν τω μεταξύ με ακούσανε και δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο βγαίνανε κοπέλες απ' τα δωμάτια. "Κατάλαβα, έπεσα σε οίκο ανοχής", είπα μέσα μου. Η γυναίκα μπήκε μπροστά μου να μ' εμποδίσει. -Να φύγεις, μου λέει. Δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το Σταυρό. Να φιλήσω εγώ το Σταυρό και να φύγεις, σε παρακαλώ. Εγώ τώρα πήρα σοβαρό και επιτιμητικό ύφος και της λέω: -Εγώ δεν μπορώ να φύγω! Εγώ είμαι παπάς, δεν μπορώ να φύγω! Ήλθα εδώ ν' αγιάσω. -Ναι, αλλά δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές. -Μα δεν ξέρομε αν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές ή εσύ. Διότι αν με ρωτήσει ο Θεός και ζητήσει να Του πω ποιος κάνει να φιλήσει το Σταυρό, οι κοπέλες ή εσύ, μπορεί να έλεγα: "Οι κοπέλες κάνει να τον φιλήσουν και όχι εσύ. Οι ψυχές τους είναι πιο καλές από τη δική σου". Εκείνη τη στιγμή εκοκκίνησε λίγο. Της λέω λοιπόν: -Άσε τα κορίτσια να φιλήσουν το Σταυρό. Τους έκανα νόημα να πλησιάσουν. Εγώ πιο μελωδικά από πρώτα έψαλλα το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...", διότι είχα μια χαρά μέσα μου, που ο Θεός οικονόμησε τα πράγματα να πάω και σ' αυτές τις ψυχές. Φιλήσανε όλες το Σταυρό. Ήταν όλες περιποιημένες, με τις πολύχρωμες φούστες κ.λπ. Και τους είπα: -Παιδιά μου, χρόνια πολλά. Ο Θεός μάς αγαπάει όλους. Είναι πολύ καλός και "βρέχει επί δικαίους και αδίκους". Όλοι Τον έχομε Πατέρα και για όλους μας ενδιαφέρεται ο Θεός. Μόνο να φροντίσομε να Τον γνωρίσομε και να Τον αγαπήσουμε κι εμείς και να γίνομε καλοί. Να Τον αγαπήσετε και θα δείτε πόσο ευτυχισμένες θα είστε. Κοιτάξανε απορημένες. Κάτι πήρε η ψυχούλα τους η ταλαιπωρημένη. -Χάρηκα, τους λέω τέλος, που μ' αξίωσε ο Θεός να έλθω σήμερα και να σας αγιάσω. Χρόνια πολλά! -Χρόνια πολλά, είπαν κι εκείνες κι έφυγα./Γ.Πορφύριος

Να μην μένει ούτε ίχνος αμαρτίας ...

Να μην μένει ούτε ίχνος αμαρτίας ...
Καταρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η εξομολόγηση δεν είναι μια απλή συζήτηση με τον πνευματικό-εξομολόγο επί διαφόρων αποριών ή και προβλημάτων του εξομολογουμένου. Αυτό μπορεί να γίνει σε κάποια άλλη ώρα ,εκτός εξομολογήσεως, ή έστω, ως προέκταση της καθαυτό εξομολογήσεως. Ούτε ασφαλώς είναι μια τυπική επίσκεψη στον ιερέα πριν από τις μεγάλες εορτές, με μια κατ’ επιλογήν επισήμανση αμαρτιών ή και απλή εκζήτηση της «ευχής». Στην περίπτωση αυτή η εξομολόγηση λειτουργεί ως άλλοθι της ενοχής του ανθρώπου – «να ησυχάσουμε τη φωνή της συνειδήσεως»- με συνέπεια την παγίωση της αμαρτίας και την σκλήρυνση της ψυχής. Η εξομολόγηση είναι το μυστήριο εκείνο , που φανερώνει τη γνησιότητα της μετανοίας του πιστού. Πραγματοποιούμενη ενώπιον της Εκκλησίας –στα πρώτα χριστιανικά χρόνια ενώπιον όλων και αργότερα ενώπιον του εκπροσώπου της Εκκλησίας πνευματικού εξομολόγου- αποτελεί το αποκορύφωμα της εν ταπεινώσει και συντριβή αναγνώρισης από τον πιστό ότι η ζωή του δεν βρίσκεται στην τροχιά του Χριστού και των αγίων ∙ ότι έσφαλε και σφάλλει, στο βαθμό που ή εκούσια ή ακούσια προσέβαλε την αγάπη στο πρόσωπο του Θεού ή των συνανθρώπων του. Παράλληλα όμως με την ομολογία αυτή εκδηλώνει και την ακλόνητη πεποίθησή του στην αγάπη και το έλεος του Θεού, τα οποία αναγνωρίζει ότι υπερβαίνουν την κατάντια του και έχουν τη δύναμη να τον ανορθώσουν και να τον οδηγήσουν σε ανώτερα πνευματικά ύψη: να ακολουθεί το Χριστό! Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν η εξομολόγηση αφενός προϋποθέτει τη συναίσθηση της αμαρτωλότητος του εξομολογουμένου και την πίστη του στην φιλανθρωπία του πανοικτίρμονος Θεού, αφετέρου έχει εκκλησιαστικό χαρακτήρα. Τυχόν λοιπόν προσέλευση στο μυστήριο, χωρίς την απαιτούμενη προετοιμασία με εξομολόγηση εν μετανοία ενώπιον πρώτα του Θεού, αποτελεί εμπαιγμό του μυστηρίου ή το λιγότερο άγνοια της παραδόσεως της Εκκλησίας. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, να προσέρχεται ο εξομολογούμενος απροετοίμαστος , επόμενο είναι να μη γεύεται τα αγαθά και τις δωρεές , που ο Θεός έχει υποσχεθεί να δώσει. Και τα αγαθά αυτά είναι η εξάλειψη κάθε αμαρτίας, αλλά και η δικαίωση του ανθρώπου. «Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών , πιστός εστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» ( Α’ Ιω.1,9 ) . Και ο προφήτης Ησαΐας , ήδη από το χώρο της Π. Διαθήκης, διαλαλεί: « Εάν είναι οι αμαρτίες σας κόκκινες σαν το αίμα, θα τις κάνω λευκές σαν το χιόνι» ( Πρβλ. Ης. 1,18 ) . Ο άγιος Χρυσόστομος ερμηνεύει τα παραπάνω: « Η μετάνοια δικαιώνει… Στο ληστή δεν είπε ο Κύριος, σε απαλλάσσω από την κόλαση και την τιμωρία, αλλά τον βάζει μέσα στον Παράδεισο, δίκαιο. Μη λες λοιπόν πάλι, Αμάρτησα πολύ και πώς θα μπορέσω να σωθώ; Συ δεν μπορείς, μα ο Κύριός σου μπορεί , και τόσο πολύ, ώστε να σβήσει τελείως τα αμαρτήματά σου… Τόσο τέλεια σβήνει τα αμαρτήματα , ώστε να μην μένει ούτε ίχνος από αυτά. Ο Θεός λοιπόν χαρίζει και την ομορφιά μαζί με την υγεία, μαζί με την απαλλαγή από την κόλαση δίνει και τη δικαιοσύνη και κάνει τον αμαρτωλό να είναι ίσος με αυτόν που δεν αμάρτησε. Διότι εξαφανίζει το αμάρτημα και το κάνει να μην υπάρχει και να μην έχει γίνει ποτέ. Έτσι τέλεια το εξαφανίζει, δεν μένει ούτε σημάδι, ούτε ίχνος, ούτε απόδειξη, ούτε δείγμα» (Ομιλία η΄, περί μετανοίας ) . Έτσι με την εν μετανοία συμμετοχή μας στο ιερό μυστήριο της εξομολογήσεως επανερχόμαστε στο αφετηριακό σημείο του βαπτίσματός μας. Όπως δηλ. τότε που βαπτισθήκαμε, κάθε αμάρτημά μας, ιδίως δε το προπατορικό λεγόμενο με τις κληρονομικές του συνέπειες της φθοράς και του θανάτου, εξαλείφθηκε, έτσι και τώρα, στο δεύτερο αυτό και επαναλαμβανόμενο βάπτισμα της μετανοίας, κάθε αμάρτημα που εκάναμε, μετά το πρώτο, εν λόγω ή έργω ή διανοία, εξαλείφεται και μας φέρει καθαρούς και πάλι στο σημείο εκκινήσεως της πνευματικής ζωής. Η ζωή μας στη φάση αυτή επανασυντονίζεται με τους χτύπους της παράδοσης της Εκκλησίας∙ «πιάνουμε» ξανά το σταθμό του Θεού∙ αρχίζουμε και (επι)κοινωνούμε με όλους τους αγίους. «Γιατί έτσι, όπως θα είναι ο νους σου συγχυσμένος ,ούτε θα καταλάβεις τι θα σου πω ούτε και θα θυμάσαι σε λίγο τίποτα. Άμα όμως εξομολογηθείς και μπεις και συ στην ίδια πνευματική συχνότητα με μας, τότε θα μπορέσουμε άνετα να συνεννοηθούμε» ( π. Παϊσιος ) .

Αχ παιδί μου ...ο Χριστός δεν μας εγκατέλειψε ποτέ !

Αχ παιδί μου ...ο Χριστός δεν μας εγκατέλειψε ποτέ !
Ένα πρωινό συζητά ο Γέροντας με δυο-τρεις επισκέπτες στο σπίτι του. Ο ένας είναι ιδεολόγος άθεος και κομμουνιστής. Σε μια στιγμή έρχεται κάποιος απ’ έξω και τους πληροφορεί ότι η Αθήνα έχει γεμίσει από φωτογραφίες του Μάου Τσε Τούγκ με την επιγραφή: «Δόξα στον μεγάλο Μάο». Ήταν η ημέρα κατά την οποία είχε πεθάνει ο Κινέζος δικτάτορας. Γέροντας: Έτσι είναι, παιδάκι μου. Δεν υπάρχουν άθεοι. Ειδωλολάτρες υπάρχουν, οι οποίοι βγάζουν τον Χριστό από τον θρόνο Του και στη θέση Του τοποθετούν τα είδωλά τους. Εμείς λέμε: «Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι». Αυτοί λένε: «Δόξα στον μεγάλο Μάο». Διαλέγεις και παίρνεις. Άθεος: Και σεις παππούλη, το παίρνετε το ναρκωτικό σας. Μόνο που εσείς το λέτε Χριστό, ο άλλος το λέει Αλλάχ, ο τρίτος Βούδα κ.ο.κ.  Ο Χριστός παιδί μου, δεν είναι ναρκωτικό. Ο Χριστός είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου. Αυτός που με σοφία κυβερνά τα πάντα: από το πλήθος των απέραντων γαλαξιών μέχρι τα απειροελάχιστα σωματίδια του μικρόκοσμου. Αυτός που δίνει τη ζωή σε όλους μας. Αυτός που σε έφερε στον κόσμο και σου έχει δώσει τόση ελευθερία, ώστε να μπορείς να Τον αμφισβητείς, αλλά και να Τον αρνείσαι ακόμη.  Παππούλη, δικαίωμά σας είναι να τα πιστεύετε όλα αυτά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και αληθινά. Αποδείξεις έχετε;  Εσύ όλα αυτά τα θεωρείς παραμύθια, έτσι δεν είναι;  Βεβαίως.  Αποδείξεις έχεις; Μπορείς να μου αποδείξεις ότι όσα πιστεύω εγώ είναι ψεύτικα;  …….  Δεν απαντάς, διότι και συ δεν έχεις αποδείξεις. Άρα και συ πιστεύεις ότι είναι παραμύθια. Κι εγώ μεν ομιλώ περί πίστεως, όταν αναφέρομαι στον Θεό. Εσύ όμως, ενώ απορρίπτεις τη δική μου πίστη, στην ουσία πιστεύεις στην απιστία σου, αφού δεν μπορείς να την τεκμηριώσεις με αποδείξεις. Πρέπει όμως να σου πω ότι η πίστη η δική μου δεν είναι ξεκάρφωτη. Υπάρχουν κάποια υπερφυσικά γεγονότα, πάνω στα οποία θεμελιώνεται.  Μια στιγμή! Μια και μιλάτε για πίστη, τι θα πείτε στους Μωαμεθανούς π.χ. ή στους Βουδιστές; Διότι κι εκείνοι ομιλούν περί πίστεως. Κι εκείνοι διδάσκουν υψηλές ηθικές διδασκαλίες. Γιατί η δική σας πίστη είναι καλύτερη από εκείνων;  Με αυτήν την ερώτησή σου τίθεται το κριτήριο της αλήθειας. Διότι βεβαίως η αλήθεια είναι μία και μόνη. Δεν υπάρχουν πολλές αλήθειες. Ποιος όμως κατέχει την αλήθεια; Ιδού το μεγάλο ερώτημα. Έτσι δεν πρόκειται για καλύτερη ή χειρότερη πίστη! Πρόκειται για την μόνη αληθινή πίστη! Δέχομαι ότι ηθικές διδασκαλίες έχουν και τα άλλα πιστεύω. Βεβαίως οι ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού υπερέχουν ασυγκρίτως. Εμείς όμως δεν πιστεύουμε στον Χριστό για τις ηθικές Του διδασκαλίες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους», ούτε για τα κηρύγματά Του περί ειρήνης και δικαιοσύνης, ελευθερίας και ισότητας. Εμείς πιστεύουμε στον Χριστό, διότι η επί γης παρουσία Του συνοδεύθηκε από υπερφυσικά γεγονότα, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Θεός.  Κοιτάξτε. Κι εγώ παραδέχομαι ότι ο Χριστός ήταν σπουδαίος φιλόσοφος και μεγάλος επαναστάτης αλλά μην τον κάνουμε και Θεό τώρα…  Αχ παιδί μου! Όλοι οι μεγάλοι άπιστοι της ιστορίας εκεί σκάλωσαν. Το ψαροκόκαλο που τους κάθισε στο λαιμό και δεν μπορούσαν να το καταπιούν, αυτό ακριβώς ήταν. Το ότι ο Χριστός είναι και Θεός. Πολλοί από αυτούς ήσαν διατεθειμένοι να πουν στον Κύριο: Μη λες πως είσαι Θεός ενανθρωπήσας. Πες ότι είσαι απλός άνθρωπος και μεις είμαστε έτοιμοι να σε θεοποιήσουμε. Γιατί θέλεις να είσαι Θεός ενανθρωπήσας και όχι άνθρωπος αποθεωθείς; Εμείς δεχόμαστε να σε αποθεώσουμε, να σε ανακηρύξουμε στο μέγιστο των ανθρώπων, τον αγιότατο, τον ηθικότατο, τον ανεπανάληπτο. Δεν σου αρκούν αυτά; Ο κορυφαίος του χορού των αρνητών, ο Ερνέστος Ρενάν, βροντοφωνεί περί του Χριστού: «Για δεκάδες χιλιάδες χρόνια ο κόσμος θα ανυψώνεται δια σου», είσαι «ο ακρογωνιαίος λίθος της ανθρωπότητας ώστε το να αποσπάσει κάποιος το όνομά σου από τον κόσμο τούτο θα ήταν ίσο με τον εκ θεμελίων κλονισμό του», «οι αιώνες θα διακηρύσσουν ότι μεταξύ των υιών των ανθρώπων δεν γεννήθηκε κανένας υπέρτερός σου». Η επόμενη φράση τους; «Θεός όμως δεν είσαι!». Και δεν αντιλαμβάνονται οι ταλαίπωροι ότι όλα αυτά συνιστούν για την ψυχή τους μια ανέκφραστη τραγωδία! Το δίλημμα αναπόφευκτα είναι αμείλικτο: Ή είναι Θεός ενανθρωπήσας ο Χριστός, οπότε πράγματι, και μόνον τότε, αποτελεί την ηθικοτέρα, την αγιοτέρα και την ευγενεστέρα μορφή της ανθρωπότητας, ή δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, οπότε όμως δεν είναι δυνατόν να είναι τίποτε από όλα αυτά. Αντιθέτως αν ο Χριστός δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, τότε πρόκειται για την απαισιοτέρα, τη φρικτοτέρα και την απεχθεστέρα ύπαρξη της ανθρώπινης ιστορίας.  Τι είπατε;  Αυτό που άκουσες! Βαρύς ο λόγος, απολύτως όμως αληθής. Και ιδού γιατί: Τι είπαν για τον εαυτό τους, ή ποια ιδέα είχαν για τον εαυτό τους όλοι οι πραγματικοί μεγάλοι άνδρες της ανθρωπότητας; Ο «ανδρών απάντων σοφώτατος» Σωκράτης διακήρυσσε το: «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Όλοι οι σπουδαίοι άνδρες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αβραάμ και το Μωυσή μέχρι τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Παύλο, αυτοχαρακτηρίζονται «γη και σποδός (=στάχτη)», «ταλαίπωροι», «εκτρώματα»,κ.τ.λ. Η συμπεριφορά αντιθέτως του Ιησού είναι παραδόξως διαφορετική! Και λέω παραδόξως διαφορετική διότι το φυσικό και το λογικό θα ήταν να είναι παρόμοια η συμπεριφορά Του. Αυτός μάλιστα, ως ανώτερος και υπέρτερος από όλους τους άλλους, θα έπρεπε να έχει ακόμη κατώτερη και ταπεινότερη ιδέα για τον εαυτό Του. Ηθικώς τελειότερος από κάθε άλλον έπρεπε να υπερακοντίζει σε αυτομεμψία και ταπεινό φρόνημα όλους τους παραπάνω και οποιονδήποτε άλλον, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι τη συντέλεια των αιώνων. Συμβαίνει όμως το αντίθετο! Πρώτα πρώτα διακηρύσσει ότι είναι αναμάρτητος: «Τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;» (Ιωαν. η΄46). «Έρχεται ο του κόσμου τούτου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιωαν. Ιδ΄30). Εκφράζει επίσης πολύ υψηλές ιδέες περί Εαυτού:«Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ιωαν. η΄12),«Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωαν. Ιδ΄6). Εκτός όμως αυτών, προβάλλει και αξιώσεις απολύτου αφιερώσεως στο Πρόσωπό Του. Εισχωρεί ακόμη και στις ιερότερες σχέσεις των ανθρώπων και λέει: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ούκ εστί μου άξιος και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ούκ εστί μου άξιος» (Ματθ. ι΄37). «Ήλθον διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά τις μητρός αυτής και νύμφη κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι΄35). Απαιτεί ακόμη και μαρτυρική ζωή και θάνατο από τους μαθητές Του: «Παραδώσουσιν υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού… Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου ο δε υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται… Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα… Όστις αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ… Ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν» (Ματθ. ι΄17 κ.έ.). Και τώρα σε ρωτώ: Τόλμησε ποτέ κανείς να διεκδικήσει υπέρ αυτού την αγάπη των ανθρώπων πάνω κι από την ίδια τους τη ζωή; Τόλμησε ποτέ κανείς να διακηρύξει την απόλυτη αναμαρτησία του; Τόλμησε ποτέ κανείς να εκστομίσει το: «Εγώ ειμί η αλήθεια»;(Ιωάν. Ιδ΄6). Κανείς και πουθενά! Μόνο ένας Θεός θα μπορούσε να τα κάνει αυτά. Φαντάζεσαι τον δικό σας τον Μαρξ να’ λεγε κάτι τέτοια; Θα τον περνούσαν για τρελό και δεν θα βρισκόταν κανείς να τον ακολουθήσει. Για σκέψου τώρα, πόσα εκατομμύρια άνθρωποι θυσίασαν τα πάντα για χάρη του Χριστού, ακόμα και αυτή τη ζωή τους, πιστεύοντας στην περί εαυτού αλήθεια των λόγων Του! Εάν οι περί εαυτού διακηρύξεις Του ήσαν ψευδείς, ο Ιησούς θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας οδηγώντας τόσους πολλούς σε τόσο βαριά θυσία. Ποιος άνθρωπος, όσο μεγάλος, όσο σπουδαίος, όσο σοφός κι αν είναι, θα άξιζε αυτή τη μεγάλη προσφορά και θυσία; Ποιος; Κανένας! Μόνο εάν ήταν Θεός! Μ’ άλλα λόγια: Όποιος άνθρωπος απαιτούσε αυτή τη θυσία από τους οπαδούς του, θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας. Ο Χριστός όμως και την απαίτησε και την πέτυχε. Παρά ταύτα από τους αρνητές της θεότητάς Του αναγορεύτηκε η ευγενεστέρα και αγιότερα μορφή της ιστορίας. Οπότε: Η παραλογίζονται οι αρνητές ονομάζοντας αγιότερο τον απαισιώτερο, ή για να μην υπάρχει παραλογισμός, αλλά να έχει λογική η συνύπαρξη απαιτήσεων του Χριστού και αγιότητός Του, θα πρέπει αναγκαστικά να δεχθούν ότι ο Χριστός εξακολουθεί να παραμένει η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ανθρωπότητας μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι είναι και Θεός! Αλλιώς είναι, όπως είπαμε, όχι η αγιοτέρα, αλλά η φρικτοτέρα μορφή της ιστορίας, ως αιτία της μεγαλυτέρας θυσίας των αιώνων, εν ονόματι ενός ψεύδους! Έτσι η θεότητα του Χριστού αποδεικνύεται βάση αυτούς τους ίδιους τους περί αυτού χαρακτηρισμούς των αρνητών Του!...  Όσα είπατε είναι πράγματι εντυπωσιακά, δεν αποτελούν όμως παρά συλλογισμούς. Ιστορικά στοιχεία, που να θεμελιώνουν τη Θεότητά του, έχετε;  Σου είπα και προηγουμένως ότι τα πειστήρια της Θεότητός Του είναι τα υπερφυσικά γεγονότα που συνέβησαν όσο καιρό ήταν εδώ στη γη. Ο Χριστός δεν αρκέστηκε μόνο να διακηρύσσει τις παραπάνω αλήθειες, αλλά επικύρωνε τους λόγους Του και με πλήθος θαυμάτων. Έκανε τυφλούς να βλέπουν, παράλυτους να περπατούν, έθρεψε με δύο ψάρια και πέντε ψωμιά πέντε χιλιάδες άνδρες και πολλαπλάσιες γυναίκες και παιδιά, διαιτάσαι τα στοιχεία της φύσεως και αυτά υπάκουαν, ανέστησε νεκρούς μεταξύ των οποίων και τον Λάζαρο τέσσερις μέρες μετά τον θάνατό του. Μεγαλύτερο όμως από όλα τα θαύματά είναι η Ανάστασή Του. Όλο το οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως. Αυτό δεν το λέω εγώ. Το λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών»(Κορ. Ιε΄ 17). Αν ο Χριστός δεν ανέστη, τότε όλα καταρρέουν. Ο Χριστός όμως ανέστη πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου, άρα Θεός.  Εσείς τα είδατε όλα αυτά; Πώς τα πιστεύετε;  Όχι, εγώ δεν τα είδα. Τα είδαν όμως άλλοι, οι Απόστολοι. Αυτοί στη συνέχεια τα γνωστοποίησαν και μάλιστα προσυπέγραψαν τη μαρτυρία τους με το αίμα τους. Κι όπως όλοι δέχονται, η μαρτυρία της ζωής είναι η υψίστη μαρτυρία. Φέρε μου και συ κάποιον να μου πει πώς ο Μαρξ απέθανε και ανέστη και να θυσιάσει τη ζωή του για τη μαρτυρία αυτή κι εγώ θα τον πιστέψω ως τίμιος άνθρωπος.  Να σας πω. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν για την ιδεολογία τους. Γιατί δεν ασπάζεσθε και τον κομμουνισμό;  Το είπες και μόνος σου. Οι κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Δεν πέθαναν για γεγονότα. Σε μια ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο να υπεισέλθει πλάνη. Επειδή δε είναι ίδιον της ανθρώπινης ψυχής θυσιάζεται για κάτι στο οποίο πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να την δεχθούμε και ως σωστή. Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνεις για ιδέες και άλλο για γεγονότα. Οι Απόστολοι όμως δεν πέθαναν για ιδέες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους» ούτε για τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα. Και όταν λέμε γεγονός εννοούμε, ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό από αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν δι «ο ακηκόασι, ο εωράκασι τοις οφθαλμοίς αυτών, ο εθεάσαντο και αι χείρες αυτών εψηλάφησαν» (Α΄ Ιωάν. Α΄1)» Με βάση ένα πολύ ωραίο συλλογισμό του Πασχάλ λέμε ότι με τους Αποστόλους συνέβη ένα από τα τρία: Ή απατήθηκαν ή μας εξαπάτησαν ή μας είπαν την αλήθεια. Ας πάρουμε την πρώτη εκδοχή. Δεν είναι δυνατόν να απατήθηκαν οι Απόστολοι, διότι όσα αναφέρουν δεν τα έμαθαν από άλλους. Αυτοί οι ίδιοι ήσαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες όλων αυτών. Εξ άλλου δεν ήσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι ούτε είχαν καμιά ψυχολογική προδιάθεση για την αποδοχή του γεγονότος της Αναστάσεως. Αντιθέτως ήσαν τρομερά δύσπιστοι. Τα Ευαγγέλια είναι πλήρως αποκαλυπτικά αυτών των ψυχικών τους διαθέσεων: δυσπιστούν στις διαβεβαιώσεις ότι κάποιοι Τον είχαν δει αναστάντα. Και κάτι άλλο. Τι ήσαν οι Απόστολοι πριν τους καλέσει ο Χριστός; Μήπως ήσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ή οραματιστές φιλοσοφικών και κοινωνικών συστημάτων, που περίμεναν να κατακτήσουν την ανθρωπότητα και να ικανοποιήσουν έτσι τις φαντασιώσεις τους; Κάθε άλλο. Αγράμματοι ψαράδες ήσαν. Και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να πιάσουν κανένα ψάρι να θρέψουν τις οικογένειές τους. Γι’ αυτό και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, παρά τα όσα είχαν ακούσει και δει, επέστρεψαν στα πλοιάρια και στα δίχτυα τους. Δεν υπήρχε δηλαδή σ’ αυτούς, όπως αναφέραμε, ούτε ίχνος προδιαθέσεως για όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν. Και μόνο μετά την Πεντηκοστή, «ότε έλαβον δύναμιν εξ ύψους», έγιναν οι διδάσκαλοι της οικουμένης. Η δεύτερη εκδοχή: Μήπως μας εξαπάτησαν; Μήπως μας είπαν ψέματα; Αλλά γιατί να μας εξαπατήσουν; Τι θα κέρδιζαν με τα ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως αξιώματα, μήπως δόξα; Για να πει κάποιος ένα ψέμα, περιμένει κάποιο όφελος. Οι Απόστολοι όμως, κηρύσσοντες Χριστόν και Τούτον εσταυρωμένον και Αναστάντα εκ νεκρών, τα μόνα τα οποία εξασφάλιζαν ήσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι από ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις, και τέλος ο θάνατος. Και όλα αυτά για ένα ψέμα; Είναι εντελώς ανόητο και να το σκεφτεί κάποιος. Συνεπώς ούτε εξαπατήθηκαν ούτε μας εξαπάτησαν οι Απόστολοι. Μένει επομένως η Τρίτη εκδοχή ότι μας είπαν την αλήθεια. Θα πρέπει μάλιστα να σου τονίσω και το εξής: Οι Ευαγγελιστές είναι οι μόνοι οι οποίοι έγραψαν πραγματική ιστορία. Διηγούνται τα γεγονότα και μόνον αυτά. Δεν προβαίνουν σε καμία προσωπική κρίση. Κανένα δεν επαινούν, κανένα δεν κατακρίνουν. Δεν κάνουν καμία προσπάθεια να διογκώσουν κάποιο γεγονός ή να εξαφανίσουν ή να υποτιμήσουν κάποιο άλλο. Αφήνουν τα γεγονότα να μιλούν μόνα τους.  Αποκλείεται να έγινε στην περίπτωση του Χριστού νεκροφάνεια; Τις προάλλες έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιον Ινδό, τον οποίον έθαψαν και μετά από τρεις μέρες τον ξέθαψαν και ήταν ζωντανός.  Αχ, παιδάκι μου. Θα θυμηθώ και πάλι το λόγο του ιερού Αυγουστίνου: «Άπιστοι, δεν είσθε δύσπιστοι. Είσθε οι πλέον εύπιστοι. Δέχεσθε τα πιο απίθανα, τα πιο παράλογα, τα πιο αντιφατικά, για να αρνηθείτε το θαύμα!». Όχι, παιδί μου. Δεν έχουμε νεκροφάνεια στον Χριστό. Πρώτα- πρώτα έχουμε την μαρτυρία του Ρωμαίου κεντυρίωνος, ο οποίος βεβαίωσε τον Πιλάτο ότι ο θάνατος είχε επέλθει. Έπειτα το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί ότι ο Κύριος κατά την ίδια την ημέρα της Αναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας με δύο μαθητές Του προς Εμμαούς, που απείχε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από τα Ιεροσόλυμα. Φαντάζεσαι κάποιον να έχει υποστεί όσα υπέστη ο Χριστός και τρεις μέρες μετά το «θάνατό» του να του συνέβαινε νεκροφάνεια; Αν μη τι άλλο θα έπρεπε για σαράντα μέρες να τον ποτίζουν κοτόζουμο για να μπορεί να ανοίγει τα μάτια του, κι όχι να περπατά και να συζητά σαν να μη συνέβη τίποτα. Όσο για τον Ινδό, φέρε τον εδώ να τον μαστιγώσουμε με φραγγέλιο - και ξέρεις τι εστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στα άκρα του οποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ή σπασμένα κόκαλα ή μυτερά καρφιά -, φέρε τον, λοιπόν, να τον φραγγελώσουμε, να του φορέσουμε ακάνθινο στεφάνι, να τον σταυρώσουμε, να του δώσουμε χολή και ξύδι, να τον λογχίσουμε, να τον βάλουμε στον τάφο, κι αν αναστηθεί, τότε τα λέμε.  Παρά ταύτα όλες οι μαρτυρίες, τις οποίες επικαλεσθήκατε, προέρχονται από Μαθητές του Χριστού. Υπάρχει κάποια μαρτυρία περί αυτού, που να μην προέρχεται από τον κύκλο των Μαθητών του; Υπάρχουν δηλαδή ιστορικοί που να πιστοποιούν την Ανάσταση του Χριστού; Αν ναι, τότε θα πιστέψω κι εγώ.  Ταλαίπωρο παιδί! Δεν ξέρεις τι ζητάς! Αν υπήρχαν τέτοιοι ιστορικοί που να είχαν δει τον Χριστό αναστημένο, τότε αναγκαστικά θα πίστευαν στην Ανάστασή Του και θα την ανέφεραν πλέον ως πιστοί, οπότε και πάλι θα αρνιόσουν τη μαρτυρία τους, όπως ακριβώς απορρίπτεις τη μαρτυρία του Πέτρου, του Ιωάννου κ.λπ. Πώς είναι δυνατόν να βεβαιώνει κάποιος την Ανάσταση και ταυτόχρονα να μη γίνεται Χριστιανός; Μας ζητάς «πέρδικα ψητή σε κέρινο σουβλί και να λαλεί»! Αί δεν γίνεται! Σου θυμίζω πάντως, εφ’ όσον ζητάς ιστορικούς, αυτό το οποίο σου ανέφερα και προηγουμένως: ότι δηλαδή οι μόνοι πραγματικοί ιστορικοί είναι οι Απόστολοι. Παρ’ όλα αυτά όμως έχουμε και μαρτυρία τέτοια όπως την θέλεις: από κάποιον δηλαδή που δεν ανήκε στον κύκλο των Μαθητών Του. Του Παύλου. Ο Παύλος όχι μόνο δεν ήταν Μαθητής του Χριστού, αλλά και εδίωκε μετά μανίας την Εκκλησία Του.  Γι’ αυτόν όμως λένε ότι έπαθε ηλίαση και εξ αιτίας της είχε παραίσθηση.  Βρε παιδάκι μου, αν είχε παραίσθηση ο Παύλος, αυτό που θα ανεδύετο θα ήταν το υποσυνείδητό του. Και στο υποσυνείδητο του Παύλου θέση υψηλή κατείχαν οι Πατριάρχες και οι Προφήτες. Τον Αβραάμ και τον Ιακώβ και τον Μωυσή έπρεπε να δει κι όχι τον Ιησού, τον οποίο θεωρούσε λαοπλάνο και απατεώνα! Φαντάζεσαι καμιά πιστή γριούλα στο όνειρό της ή στο παραλήρημά της να βλέπει τον Βούδα ή τον Δία; Τον Άι Νικόλα θα δει και την Αγία Βαρβάρα. Διότι αυτούς πιστεύει. Και κάτι ακόμα. Στον Παύλο, όπως σημειώνει ο Παπίνι, υπάρχουν και τα εξής θαυμαστά: Πρώτον, τον αιφνίδιο της μεταστροφής. Κατ’ ευθείαν από την απιστία στην πίστη. Δεν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, το ισχυρών της πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις και αμφιβολίες. Και τρίτον, πίστη δια βίου. Πιστεύεις ότι αυτά μπορεί να λάβουν χώρα μετά από μια ηλίαση; Δεν εξηγούνται αυτά με τέτοιους τρόπους. Αν μπορείς εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς, παραδέξου το θαύμα. Και πρέπει να ξέρεις ότι ο Παύλος με τα δεδομένα τη εποχής του ήταν άνδρας εξόχως πεπαιδευμένος. Δεν ήταν κανένα ανθρωπάκι να μην ξέρει τι του γίνεται. Θα προσθέσω όμως και κάτι επί πλέον. Εμείς, παιδί μου, ζούμε σήμερα σε εξαιρετική εποχή. Ζούμε το θαύμα της Εκκλησίας του Χριστού. Όταν ο Χριστός είπε για την Εκκλησία Του ότι «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ις΄18), οι οπαδοί Του αριθμούσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα. Έκτοτε πέρασαν δύο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αυτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, η Εκκλησία όμως του Χριστού παραμένει ακλόνητη παρά τους συνεχείς και φοβερούς διωγμούς εναντίον της. Αυτό δεν είναι ένα θαύμα; Και κάτι τελευταίο. Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο αναφέρεται πως όταν η Παναγία μετά τον Ευαγγελισμό επισκέφτηκε την Ελισάβετ, τη μητέρα του Προδρόμου, εκείνη την εμακάρισε με τα λόγια: «Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Και η Παναγία απάντησε ως εξής: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο.. ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» (α΄48). Τι ήταν τότε η Παναγία; Μια άσημη κόρη της Ναζαρέτ ήταν. Ποίος την ήξερε; Παρά ταύτα από τότε ξεχάσθηκαν αυτοκρατορίες, έσβησαν λαμπρά ονόματα γυναικών, λησμονήθηκαν σύζυγοι και μητέρες στρατηλατών. Ποιός ξέρει ή ποιος θυμάται τη μητέρα του Μεγ. Ναπολέοντος ή τη μητέρα του Μεγ. Αλεξάνδρου; Σχεδόν κανείς. Όμως εκατομμύρια χείλη σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και σ’ όλους τους αιώνες υμνούν την ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ, «την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Ζούμε ή δεν ζούμε εμείς σήμερα, οι άνθρωποι του εικοστού αιώνα, την επαλήθευση του προφητικού αυτού λόγου της Παναγίας; Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν όσον αφορά και σε μια «δευτερεύουσα» προφητεία του Χριστού: Όταν στην οικία του Σύμωνος του λεπρού μια γυναίκα περιέχυσε στο κεφάλι του το πολύτιμο μύρο, είπε ο Κύριος: «Αμήν λέγω υμίν, όπου εάν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εν όλω τω κόσμω, λαληθήσεται και ο εποίησεν αυτή εις μνημόσυνον αυτής» (Ματθ. κς΄13). Πόσος ήταν ο κύκλος των οπαδών Του τότε, για να πει κανείς ότι αυτοί θα έκαναν τα αδύνατα δυνατά ώστε να εκπληρωθεί η προφητεία αυτή του Διδασκάλου τους; Και μάλιστα μια τέτοια προφητεία, η οποία με τα κριτήρια του κόσμου δεν έχει και καμία σημασία για τους πολλούς; Είναι ή δεν είναι θαύματα αυτά; Αν μπορείς, εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς όμως, παραδέξου τα ως τέτοια.  Ομολογώ ότι τα επιχειρήματά σας είναι ισχυρά. Έχω όμως να σας ρωτήσω κάτι ακόμη: Δεν νομίζετε ότι ο Χριστός άφησε το έργο του ημιτελές; Εκτός κι αν μας εγκατέλειψε. Δεν μπορώ να φαντασθώ έναν Θεό να παραμένει αδιάφορος στο δράμα του ανθρώπου. Εμείς να βολοδέρνουμε εδώ κι εκείνος από ψηλά να στέκεται απαθής.  Όχι παιδί μου. Δεν έχεις δίκιο. Ο Χριστός δεν άφησε το έργο Του ημιτελές. Αντιθέτως είναι η μοναδική περίπτωση ανθρώπου στην ιστορία, ο οποίος είχε τη βεβαιότητα ότι ολοκλήρωσε την αποστολή Του και δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει και να πει. Ακόμη κι ο μέγιστος των σοφών, ο Σωκράτης, ο οποίος μια ολόκληρη ζωή μιλούσε και δίδασκε, στο τέλος συνέθεσε και μια περίτεχνη απολογία και, αν ζούσε, θα είχε κι άλλα να πει. Μόνο ο Χριστός σε τρία χρόνια δίδαξε ότι είχε να διδάξει, έπραξε ότι ήθελε να πράξει και είπε το «τετέλεσται». Δείγμα κι αυτό της θεϊκής Του τελειότητας και αυθεντίας. Όσο για την εγκατάλειψη την οποία ανέφερες, σε καταλαβαίνω. Χωρίς Χριστό ο κόσμος είναι θέατρο του παραλόγου. Χωρίς Χριστό δεν μπορείς να εξηγήσεις τίποτε. Γιατί οι θλίψεις, γιατί οι αδικίες, γιατί οι αποτυχίες, γιατί οι ασθένειες, γιατί, γιατί, γιατί; Χιλιάδες πελώρια «γιατί». Κατάλαβέ το! Δεν μπορεί ο άνθρωπος να προσεγγίσει με την πεπερασμένη λογική του τα «γιατί» αυτά. Μόνο με τον Χριστό εξηγούνται όλα: Μας προετοιμάζουν για την αιωνιότητα. Ίσως εκεί μας αξιώσει ο Κύριος να πάρουμε απάντηση σε μερικά από τα «γιατί» αυτά. Αξίζει τον κόπο να σου διαβάσω ένα ωραίο ποίημα από τη συλλογή του Κωνσταντίνου Καλλινίκου «Δάφναι και Μυρσίναι» με τον τίτλο «Ερωτηματικά». Είπα στο γέροντα ασκητή τον εβδομηκοντάρη, που κυματούσε η κόμη του σαν πασχαλιάς κλωνάρι: Πες μου, πατέρα μου γιατί σε τούτη’ δω τη σφαίρα αχώριστα περιπατούν η νύχτα και η μέρα; Γιατί σαν να’σαν δίδυμα, φυτρώνουνε αντάμα τ’αγκάθι και το λούλουδο, το γέλιο και το κλάμα; Γιατί στην πιο ελκυστική του δάσους πρασινάδα σκορπιοί φωλιάζουν κι όχεντρες και κρύα φαρμακάδα; Γιατί προτού το τρυφερό μπουμπούκι ξεπροβάλει και ξεδιπλώσει μπρος στο φως τ’αμύριστά του κάλλη, μαύρο σκουλήκι έρχεται, μια μαχαιριά του δίνει κι ένα κουρέλι άψυχο στην κούνια του τ’αφήνει; Γιατί αλέτρι και σπορά και δουλευτάδες θέλει το στάχυ, ώσπου να γενεί ψωμάκι και καρβέλι και κάθε τι ωφέλιμο κι ευγενικό και θείο πληρώνεται με δάκρυα και αίματα στο βίο, ενώ ο παρασιτισμός αυτόματα θεριεύει κι η προστυχιά όλη τη γη να καταπιή γυρεύει; Τέλος, γιατί εις του παντός την τόση αρμονία να χώνεται η σύγχυσι κι η ακαταστασία; Απήντησε ο ασκητής με τη βαρειά φωνή του προς ουρανούς υψώνοντας το χέρι το δεξί του: Οπίσω από τα χρυσά εκεί επάνω νέφη κεντά ο Μεγαλόχαρος ατίμητο γκεργκέφι(=κέντημα). Κι εφόσον εις τα χαμηλά εμείς περιπατούμεν την όψι την ξανάστροφη, παιδί μου, θεωρούμε. Και είναι άρα φυσικό λάθη ο νους να βλέπη εκεί που να ευχαριστή και να δοξάζει πρέπει. Περίμενε σαν Χριστιανός να έλθη η ημέρα που η ψυχή σου φτερωτή θα σχίση τον αιθέρα και του Θεού το κέντημα απ’την καλή κοιτάξης και τότε…όλα σύστημα θα σου φανούν και τάξις! Ο Χριστός παιδί μου, δεν μας εγκατέλειψε ποτέ. Παραμένει κοντά μας, βοηθός και συμπαραστάτης, μέχρι συντελείας των αιώνων. Αυτό όμως θα το καταλάβεις μόνο αν γίνεις συνειδητό μέλος της Εκκλησίας Του και συνδεθείς με τα Μυστήριά της.

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...
Σε ευχαριστώ, Κύριε πολυέλεε, σε υμνώ, σε δοξάζω, γιατί μ' έπλασες από το τίποτα. Αλλά δεν μ' έπλασες μοναχά μια φορά, αλλά και κάθε μέρα με πλάθεις από το τίποτα, επειδή και κάθε μέρα με βγάζεις από τον ίσκιο του θανάτου που ξαναπέφτω. Μέσα στον ακαταμέτρητο τον κόσμο, μέσα στη μερ­μηγκιά των ανθρώπων, είμαι ένα τίποτα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Και μολαταύτα τον κάθε άνθρωπο τον θυμάσαι και τον βρίσκεις και τον τραβάς προς εσένα, και τον ζωοποιείς από πεθαμένον, και τον ξαναπλάθει το πατρικό χέρι σου, σαν να είναι ο καθένας μας μοναχά αυτός στον κόσμο. Η κραταιά δύναμή σου βαστά όλη την κτίση κι' όλες τις ψυχές σαν νάναι μια και μοναχή. Και τις κάνεις να νοιώσουνε την αθανασία σαν νάναι μια και μονάχη η καθεμιά και σε νοιώθουνε πατέρα τους σπλαχνικόν, που δεν κουράζεται να συχωρά και να ξαναπλάθει τον εαυτό μας, που πεθαίνει κάθε ώρα από την αμαρτία. ~Φώτης Κόντογλου~