Απενεργοποιημένη Λειτουργία

MainTabMenu

3 Ιουλ 2009

1/7/21 -1/7/09 88 χρόνια μετά την πρώτη...αναπνοή

Κάλεσα την μικρή μου κόρη χθές βράδυ και της έδειξα την φωτογραφία ...
Μπαμπά γιατί χαμογελάει ο παππούλης με ρώτησε ...
Γιατί είναι ευτυχισμένος παιδάκι μου ..της απάντησα, γιατί είναι χαρούμενος ....
Να ...έλα να του γράψουμε ένα γράμμα ..στον ουρανό που μας βλέπει .....
Με την βραχνή φωνούλα σου
τον κόσμο νουθετούσες
και τα παιδάκια λάτρευες
το χέρι τους φιλούσες.
Δάκρυζες όποτε έφερνες
στο στόμα σου Εκείνον,
και όποτε θυμόσουνα
την κλήση των Ελλήνων .
Μια συμφωνία έκαμες ,ο δρόμος
να τελειώσει , ογδονταοχτώ χρόνια μετά την πρώτη αναπνοή ...
Και οι Άγιοι Ανάργυροι ,δεν ξέχασαν και ήρθαν...
ξημέρωνε η πανήγυρης ...στο ΄χαν υποσχεθεί .




Σε αγκαλιάζει η Παναγιά και σύ ευτυχισμένος,
χαμογελάς και εύχεσαι στον Δίκαιο Κριτή,
ο κόσμος που αγάπησες να είναι σεσωσμένος ,
όταν θα ηχήσει σάλπισμα στης κρίσης την στιγμή .
Καλό Παράδεισο Άγιε Γέροντα
Πρέσβευε τω Θεώ ,σωθήναι τας ψυχάς ημών των αμαρτωλών .
νώντας σκοπετέας

Ολόκληρη η Αγιορείτικη οικογένεια, όλος ο Ορθόδοξος ελληνισμός αποχαιρέτησε προχθές το βράδυ τον Γέροντα Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό, έναν από τους πλέον σεβάσμιους Αθωνίτες Γέροντες, ο οποίος εκοιμήθη στις 2:30το πρωί , της 1 Ιουλίου 2009. Ο Γέροντας εγεννήθη την 1η Ιουλίου του 1921, στην εορτή των Αγίων Αναργύρων. Μετά την κοίμηση του Γέροντα του, Ιωσήφ του Ησυχαστή, είχε φύγει από τη σκήτη που έμενε και είχε πάει στην Σκήτη των Αγίων Αναργύρων. Ο άγιος Κοσμάς και ο άγιος Δαμιανός λοιπόν ήταν εκείνοι που τον προστάτευαν και εκείνοι που διάλεξαν να τον πάρουν μαζί τους ανήμερα της εορτής τους. Παρακάτω αναρτούμε μια απο τις τελευταίες του συνεντεύξεις ,μεστή απο πατρικές νουθεσίες και λόγο παραμυθητικό ...
Μιά συνέντευξη από το Περιβόλι της Παναγίας στην οποία ο λόγος που απορρέει από την υπερεξηκονταετή ασκητική πείρα του Γέροντα Ιωσήφ, ακούγεται διαχρονικός σε σύγχρονα υπαρξιακά ζητήματα.
Σεβαστέ γέροντα, θα θέλαμε να αναφερθείτε στο ορθόδοξο ασκητικό ήθος των Αγιορειτών πατέρων. Οι Αγιορείτες, παιδί μου, είναι συνεχιστές της ακριβούς πατερικής ορολογίας. Δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο. Αυτό που δημιούργησαν οι πρώτοι Πατέρες, οι θεοφόροι και θεοφώτιστοι, αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο μοναχισμός ξεκίνησε από το βάθος της Αιγύπτου τον 4ο αιώνα. Μετά από τη θεμελίωση του από τον Μεγάλο Αντώνιο το μεγάλωσαν, το αύξησαν οι λεγόμενοι Ταβεννησιώτες, στην Ταβέννηση που ευρίσκονταν. Το μετέφεραν στην Παλαιστίνη, αρχικά ο Μέγας Ευθύμιος, και ύστερα ο άγιος Σάββας. Ο άγιος Σάββας δημιούργησε τη Λαύρα, κοινόβιο μεν, αλλά υπήρχε ελευθερία προσευχής και διαίτης κατά βούληση. Κατόπιν ο Μέγας Θεοδόσιος κατήργησε την ιδιορρυθμία και εφήρμοσε την απόλυτη έννοια του κοινοβιακού συστήματος. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Βυζάντιο, αφού εκείνα τα μέρη τα είχε πλέον η λαίλαπα της ισλαμικής κατάρας αφανίσει. Δημιουργήθηκε το λεγόμενο Στούδιο με ηγεμόνα, με αρχηγό και πνευματικό πατέρα τον Θεόδωρο, ο οποίος υπέστη τέσσερις εξορίες μαζί με πλήθος μοναχών χάριν της εικονομαχίας. Τον 10ο αιώνα, ένα μέλος της στουδιτικής αυτής γραμμής, ήταν ο Αθανάσιος ο Λαυριώτης, ο Αθωνίτης. Αυτός ο οποίος μετέφερε εδώ στον Άθωνα την ακρίβεια της συνεχείας της στουδιτικής παραδόσεως που ήταν ακριβώς η Πατερική. Έκτοτε συνεχίζει αυτή η γραμμή μέχρι σήμερα. Τίποτα καινούργιο δεν υπάρχει, ο σκοπός είναι ένας. Ο μοναχισμός, παιδί μου, δεν είναι κάτι το οποίο είναι ανθρώπινη εκλογή ή ανθρώπινη επινόησις ή σκέψη ή φαντασία. Ο μοναχισμός είναι πρόσκληση... και κάτι παραπάνω, έλξη. «Ουδείς δύναται ελθείν προς με εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν» (Ιωάν. 6,44). Στο πλήθος των χριστιανών λέει ο Κύριός μας: «Ουχ υμείς με εξελέξασθε, αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς, και έθηκα υμάς ίνα υμείς υπάγητε και καρπόν φέρητε» (Ιωάν. 15, 16). Στούς μοναχούς όμως εκδηλώνει μία ιδιαίτερη πρόνοια και λέει: «Ουδείς δύναται ελθείν προς με εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν». Άρα, λοιπόν, οι μοναχοί ειλκύσθησαν από την θεία Πρόνοια με ένα σκοπό· να επαναφέρουν την ισορροπία της ανθρώπινης προσωπικότητας. Η ανθρωπίνη προσωπικότητα, η οποία κατασκευάσθη εξ αρχής κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού, με την πτώση διεφθάρη. Αυτή λοιπόν την προσωπικότητα «ενεδύθην άμα τη σαρκώσει του ο Θεός Λόγος». Επανέφερε πίσω ο Θεός Λόγος, την θεία Χάρη, την οποία απολέσαμε με την πτώση. Την λάβαμε όλοι οι ορθόδοξοι από το Βάπτισμα. Οι μοναχοί την λαμβάνουν κατά δύο τρόπους. Και από το Βάπτισμα και από τη μοναχική τους κουρά. Έκτοτε χρειάζεται η πρακτική πλέον μορφή της έμπρακτης αυταπαρνήσεως της φιλοθεΐας, οπότε αρχίζει η ενέργεια της Χάριτος και επαναφέρει τον άνθρωπο στην θέση του, στον αγιασμό. Ο ανθρώπινος προορισμός είναι η θέωση, ο αγιασμός. Αυτός ήταν ο σκοπός της θείας ενανθρωπήσεως. «Όσοι έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιωάν. 1,12). Άρα μετ’ εξουσίας αποκαλούν τον Θεό, Πατέρα, ειδικά οι μοναχοί, επειδή αυτοί κυρίως εφαρμόζουν, ή μάλλον ξεκινούν από την περιεκτική αποταγή. Τούς ξεκολλά η θεία αγάπη από την κοινωνική υποχρέωση δια της πλήρους αποταγής. Τούς κρατά μόνον στο επάναγκες της βιολογικής υπόστασης: λίγη τροφή, μία ενδυμασία και ένα κελλί για ύπνο. Η αποταγή είναι το θεμέλιο του μοναχισμού. Όταν ξεκινήσει ο μοναχός με την ελευθερία της αποταγής που δεν είναι δεσμευμένος ο νους σε τίποτε, γυρίζει ο νους εξ ολοκλήρου προς τον Θεό, διότι η πρώτη και κυρία εντολή είναι να αγαπήσει κανείς τον Θεό «εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της ισχύος και εξ όλης της διανοίας» (Μάρ. 12,30). Και δεύτερη εντολή «να αγαπήση τον πλησίον ως εαυτόν» (Μάρ. 12,31). Άρα η πρώτη και κυρία εντολή, η οποία θα μας αναβιβάσει στις θείες επαγγελίες είναι η αγάπη, η αγάπη προς τον Θεό. Μα για να αγαπήσει ο άνθρωπος τον Θεό πρέπει σιγά σιγά να αποκολλήσει από πάνω του κάθε τι που τον απασχολεί. Μέχρι που οι πατέρες έφθασαν ακόμα και τη βιολογική υπόσταση να αρνηθούν, πράγμα που καταντά να είναι σήμερα απίστευτο. Και όμως είναι γεγονός. Με την απόλυτη αυτή αποταγή και την απόλυτη έννοια της υποταγής προς το θείο θέλημα, αρχίζει η θεία Χάρις, η οποία είναι εντός ημών, να λειτουργεί. Η θεία Χάρη είναι μεν μέσα μας, αλλά δεν έχει εξουσία εάν δεν προηγηθεί η ελευθερία της προσωπικότητας· εάν η ελευθερία της προσωπικότητας δεν κινηθεί, η θεία Χάρις, παρόλο που βρίσκεται παρούσα, δεν λειτουργεί. Πρέπει να αποδείξει ο άνθρωπος εκουσίως τι προτιμά. Προτιμά να αγαπήσει τον Θεό και να το αποδείξει με την πράξη; Τότε λειτουργεί η θεία Χάρις, η οποία καταστρέφει τον παλαιό άνθρωπο, «τον παλιάνθρωπο», και δημιουργεί τον νέο, τον καινό, τον κατά Χριστόν, στον οποίο ενεργείται ο αγιασμός. Ανεδείχθησαν τις τελευταίες δεκαετίες άγιες ασκητικές μορφές, όπως οι Γέροντες: Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Πορφύριος, Παΐσιος, Εφραίμ ο Κατουνακιώτης. Πώς έφθασαν στην αγιότητα; Υπάρχουν και σήμερα τέτοιες μορφές; Θα γεννά πάντοτε το Άγιον Όρος αντίστοιχες προσωπικότητες; Βέβαια, και πάντοτε θα υπάρχουν, αλλοίμονο εάν δεν υπάρχουν. Αυτοί είναι που “κρατούν τον Θεό” να μείνει μαζί με τη διαφθαρμένη κοινωνία. Ξεχνάτε τον διάλογο του Αβραάμ με τον Θεό, όταν Αυτός αποφάσισε οριστικά να καταστρέψει τα Σόδομα και τα Γόμορρα; Για να μην λέγω όλη την ιστορία: «...εάν λαλήσω έτι άπαξ εάν ευρεθώσι εκεί δέκα; και είπεν· ου μη απολέσω ένεκα των δέκα» (βλ. Γέν. 18,20-33). Έ! λοιπόν, τώρα αυτοί οι δέκα είναι οι συνεχιστές. Εάν τώρα, στη μεγαλύτερη χρεωκοπία της ανθρώπινης δυστυχίας και προδοσίας, εάν τώρα λειτουργούν πρόσωπα φορείς του αγιασμού, πόσο μάλλον πιο πίσω, παλαιότερα, που υπήρχαν περισσότερες αιτίες και ήταν πιο λίγη η λύσσα της σατανικής επιδράσεως και της κοινωνικής χρεωκοπίας.
Η συνοδεία του μακαριστού Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού .Τρίτος όρθιος απο αριστερά ο κοιμηθείς Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός .// Επισκεπτόμενος κάποιος το Άγιον Όρος αντικρύζει και έρημες, απόκρημνες περιοχές. Σήμερα ασκητεύουν σε αυτούς τους χώρους μοναχοί; Δεν νομίζω να χρειάζονται, διότι τότε αυτά χρειάζονταν όταν βρισκόταν στο ζενίθ η απόλυτη ακτημοσύνη και φιλοπονία, οι οποίες είναι μεγάλες και δυσκατόρθωτες αρετές. Αλλά αυτά, εάν δεν τα ολοκληρώσει ο μοναχός υπό αυτήν την έννοια, δεν στερείται πάλι την επιτυχία του σκοπού του, του προορισμού του. Και επειδή σήμερα υστερούμεθα τέτοιων παραδειγμάτων, ούτως ώστε οι διάφοροι μεμονωμένοι, δηλαδή απομονωμένοι στα σπήλαια, να στηριχθούν σε αυτήν την αυστηρή ασκητική ζωή κατ’ ανάγκην μένουν σε πληρέστερα κοινοβιακότερα περιβάλλοντα, οπότε η αποταγή και η μετάνοιά τους να αποβεί θετική και αποδοτική. Διότι «ουαί τώ ενί» (Εκκλ. 4,10). Ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρεί το θαύμα κάτι πολύ απόμακρο και ίσως αδύνατο να συμβεί. Μιλήστε μας για την παρουσία και την βίωση του θαύματος, στο Περιβόλι της Παναγίας, δώστε μας κάποια παραδείγματα... Παραδείγματα δεν χρειάζεται να σάς αναφέρω από το Περιβόλι της Παναγίας, αλλά και εκεί στο κέντρο, που είναι το μεγάλο χωριό, όπως λέμε. Και εκεί στην Αθήνα το θαύμα συνεχίζεται. Δεν είναι θαύμα όταν βλέπεις ένα νέο παιδί να περνά σήμερα από τις φλόγες της διαφθοράς και να μείνει ανέπαφο; «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. 15,5), αλλά «πάντα ισχύομεν εν τώ ενδυναμούντι ημάς Χριστώ» (Φιλλιπ. 4,13). Πώς βρίσκουμε σήμερα αγνές κόρες και αγνά παιδιά, τα οποία κρατούν την απόλυτη έννοια του ήθους και της πίστεως; Αυτά είναι τα πραγματικά θαύματα.
Πολλοί είναι αυτοί που επισκέπτονται το Άγιον Όρος. Προσκυνητές που ευλαβικά μετέχουν στη λειτουργική ζωή και επισκέπτες που ζητούν να ζήσουν τη φύση, να θαυμάσουν σκευοφυλάκια και κειμήλια. Τι κερδίζει καθένας από αυτούς από τον αγιασμένο τόπο; Τι είναι αυτό που «αλλοιώνει» προς το καλύτερο τον καλοπροαίρετο προσκυνητή; Κοιτάξτε, ο άνθρωπος και μετά την πτώση κράτησε τη μιμητικότητα, αλλά βέβαια και τη δύναμη της λογικής. Έρχονται εδώ εκείνοι, οι οποίοι έχουν επίγνωση για να συναντήσουν εφηρμοσμένο χριστιανισμό. Σήμερα παντού ακούγεται η ίδια κραυγή: «Μα τον καιρό εκείνο εντάξει… Είναι και στις ημέρες μας εφαρμόσιμος ο χριστιανισμός;». Αυτή είναι η γενική κατακραυγή. Λοιπόν, αυτή η κατακραυγή πάρα πολλούς από τους πιστούς τους φέρνει σε δίλημμα και τότε ξεκινούν ερευνώντας να δούν πρακτικά που είναι εφηρμοσμένος ο χριστιανισμός. Έτσι έρχονται, βλέπουν, παρατηρούν, θαυμάζουν και επηρεάζονται, διότι λειτουργεί ο νόμος της επιδράσεως και της επιρροής. Και πάρα πολλοί απ’ αυτούς, οι οποίοι ήρθαν ακόμα και για να πειράξουν, εν τούτοις η θεία Χάρις τους τραβάει και αυτούς και ωφελούνται. Έ!, δεν μπορώ να πω απόλυτα ότι όλοι, αλλά πάρα πολλοί εξ αυτών ωφελούνται. Τί είναι αυτό που θέλγει σήμερα «επιστήμονες» του κόσμου να ενδύονται το μαύρο ράσο, να αποτάσσονται τον κόσμο και να έρχονται στο Περιβόλι της Παναγίας; Αφού με τη χριστιανική τους αγωγή έξω στον κόσμο, με τη μελέτη των πατερικών κειμένων, έχουν καταλάβει τη σημασία του μοναχισμού και αφού το κατάλαβαν, τότε κατ’ ανάγκη πρέπει να ’ρθουν εδώ, που είναι η έδρα του μοναχισμού για να πάρουν “προζύμι” και παράδειγμα και επιπλέον για να υποταχθούν. Στήν αρχή, λοιπόν, για να δούν και να μελετήσουν, μετά όμως να ενταχθούν, να υποταχθούν. Να γίνουν και αυτοί όπως είναι τα πρότυπά τους, τα οποία ήρθαν να θαυμάσουν. Ποιά είναι η παρουσία ξένων ορθοδόξων μοναχών στην Αθωνική Πολιτεία και ποιό το μήνυμα αυτής της συνύπαρξης μοναχών πολλών διαφορετικών εθνοτήτων; Είναι γεγονός ότι στην περίοδο του Βυζαντίου είχε διδαχθεί σχεδόν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο ο χριστιανισμός και ο μοναχισμός. Βέβαια, αυτό δεν κράτησε πολύ. Στα Βαλκάνια όμως όχι μόνον κράτησε, αλλά και ολοκληρώθηκε. Στα Βαλκάνια έχει επίδραση το Βατοπαίδι από πολλά χρόνια. Ειδικά η Ρουμανία, τρεφόταν πνευματικά από το Βατοπαίδι. Είκοσι ένα μοναστήρια και σκήτες, ήταν μετόχια της Μονής Βατοπαιδίου στη Ρουμανία. Γενικά τα Βαλκάνια ήταν υπό την επίδραση του Αγίου Όρους, ειδικά της Μονής Βατοπαιδίου. Τώρα λοιπόν, άρχισαν και αυτοί να ελευθερώνονται από τη λαίλαπα της κομμουνιστικής θηριωδίας και αισθάνθηκαν πιο άνετα. Αμέσως γυρίζουν προς τον Άθωνα, διότι είναι γεγονός ότι και η Εκκλησία τους στη Ρουμανία δεν στέκει καλά ακόμα. Δεν κατόρθωσαν να αναδιοργανωθούν και έτσι είναι κάπως προβληματική η κατάσταση εκεί. Γι’ αυτό κατ’ ανάγκην έρχονται στο Άγιον Όρος, διότι αναζητούν τη συνέχεια της παραδόσεώς τους, και εμείς επειδή το ξέρουμε, τους δεχόμεθα όχι ως Ρουμάνους, αλλ’ ως αδελφούς γνησίους. Διότι στην πραγματικότητα η Ρουμανία υπήρξε τμήμα βυζαντινό. Το τελευταίο διάστημα διατυπώνονται διάφορες απόψεις σχετικά με τη στέρηση της δυνατότητας των γυναικών να επισκεφθούν το Άγιον Όρος. Γιά ποιό λόγο έχει καθιερωθεί, γέροντα, το άβατον του Αγίου Όρους; Το άβατον έπρεπε να εφαρμοστεί σε όλα τα ανδρικά μοναστήρια· και στα γυναικεία επίσης. Διότι, εφόσον η βάση του μοναχισμού είναι η παρθενία και η αγνότητα, τι θέση έχει η γυναίκα στον ανδρικό μοναχισμό; Η γυναίκα πρέπει να πάει εκεί που υπάρχει η συζυγία και η μητρότητα, αυτή είναι η αποστολή της. Εδώ που είναι επιβεβλημένη η παρθενία, τι γυρεύει η γυναίκα; Άρα το θέμα αγγίζει του δόγματος. Το άβατο δεν είναι θέμα ιδεολογίας που κάποτε εφαρμόσθηκε. Είναι απόλυτο δίκαιο, απόλυτη έννοια. Και, βλέπετε, προστάτης και κουροτρόφος του μοναχισμού είναι η Παναγία Θεοτόκος, η οποία είναι αειπάρθενος. Παρθένος έγινε μητέρα και μετά τη μητρότητά της έμεινε παρθένος και συνεχίζει να προστατεύει την παρθενική αγωγή και ζωή. Γι’ αυτό και βιώνουμε την παρουσία της εδώ στον Άθωνα, αισθητά με τη μητρική της κηδεμονία. Χώρια που εμείς εδώ οι Βατοπαιδινοί την έχουμε δεί κατ’ επανάληψιν οφθαλμοφανώς να περιέρχεται την αυλή της Μονής. Άρα, το θέμα της παρθενίας στον μοναχισμό είναι επιβεβλημένο, δηλαδή η αποχή στη σαρκική ένωση των δύο φύλων. Και στα γυναικεία μοναστήρια δεν πρέπει να υπάρχουν άνδρες, εκτός φυσικά από έναν εφημέριο που θα τους τελεί την θεία Λειτουργία ή για να τους κάνει μία εξομολόγηση· στα ανδρικά καθόλου να μην πλησιάσει γυναίκα. Τί χρειάζεται η γυναίκα; Δεν έχει καμμία θέση εδώ. «Πάς ο βλέπων η γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτής ήδη εμοίχευσεν αυτήν» (Ματθ. 5,28). Βλέπετε; Άρα είναι επιβεβλημένο, δεν είναι νοοτροπία επιλογής. Το Άγιον Όρος παραμένει και σήμερα τόπος «αναπαύσεως» και «ησυχίας» και «ασκήσεως»; Οι περισσότερες μονές και σκήτες ζούν και πάλι σε εποχές αναστήλωσης. Πόσο επηρεάζεται έτσι ο τρόπος ζωής των μοναχών; Έχοντας μια παρουσία τουλάχιστον πέντε δεκαετιών ασκητικής ζωής στον ευλογημένο από την Παναγία αυτόν τόπο, θεωρείτε ότι υπάρχει κίνδυνος εκκοσμικεύσεως και αλλοίωσης του μοναχικού πνεύματος; Σε αυτά τα συμπεράσματα μπορεί να καταλήγει κάποιος που βλέπει εξωτερικά τη μοναστική ζωή του Αγίου Όρους. Ο μοναχισμός για μας δεν είναι μία απλή διήγηση, μία αφηρημένη έννοια, διότι εμείς βαδίζοντας δια πίστεως και μόνον, δεν ερευνούμε τα αποτελέσματα και τα συναισθήματα πιστεύοντας ότι ο Θεός μας είλκυσε και μας απέσπασε από την κοινωνία και μας έφερε εδώ και μας δίδαξε πρακτικά, όχι διδακτικά μόνο. Διότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος ήταν μοναχός. Βλέπετε ότι μετά την παρουσία του στον Ιορδάνη –που εκεί μας αποκάλυψε το Τριαδολογικό μυστήριο, για να γνωρίσουμε που και πώς να πιστεύουμε– αμέσως αποχώρησε δια της αποταγής στην έρημο. Και ξεκίνησε στην έρημο με νηστεία, με αγρυπνία, με προσευχή, με παρθενία και με ακτημοσύνη. Αυτός δεν είναι ο μοναχός; Άρα δεν δίδαξε ο Χριστός μας μόνο προφορικά, αλλά και πρακτικά. Αυτός μας δίδαξε με ακριβή τρόπο αυτές τις αρετές. Διότι, μέσω αυτού του πρακτικού τρόπου αποδείχθηκε η απόλυτη προς τον Θεό στροφή και αγάπη. Αν δεν τηρούμε τις εντολές, δεν εργαζόμαστε τις αρετές, τότε αναγκαστικά τα πάθη αιχμαλωτίζουν τον άνθρωπο. Όταν ο νους δεν αιχμαλωτίζεται από τα πάθη ο άνθρωπος αρκείται στις απαραίτητες ανάγκες της βιολογικής υποστάσεως. Ένα πιάτο φαΐ, ένα ύφασμα να τυλιχθούμε και ένα δωμάτιο να κοιμηθούμε μέσα. Αφού αυτά είναι εκείνα τα οποία αυταρκούν στη βιολογική υπόσταση, πέραν τούτων ο νους δεν έχει δικαίωμα να στρέφεται πουθενά αλλού. Διότι ο νους είναι η αιτία της αναπλάσεως, της αναστάσεως και της επιτυχίας του θριάμβου και του αγιασμού. Επειδή από τον νου έγινε η πτώση. Ο νους είναι το κεφάλαιο της προσωπικότητας. Ο νους είναι το κατ’ εικόνα και ομοίωσιν. Μέλη έχουν και τα ζώα. Ο νους, λοιπόν, είναι εκείνος ο οποίος επλανήθη και δημιούργησε την πτώση και τη φθορά. Τον νου αυτόν εξυγείανε ο Υιός του Θεού του ζώντος, αφού εφόρεσε την ανθρώπινη φύση, αποδεικνύοντάς μας πρακτικά την απόλυτη υποταγή και εξάρτηση. Τί χρειαζόταν στον Θεό Λόγο η υποταγή; «Μηδέν ων ήττον της πατρικής μεγαλωσύνης». Υποτάχθηκε για να μας δείξει τη βάση, το θεμέλιο. Ότι η παρακοή, ο αυταρχισμός, ο ετσιθελητισμός, η φιλαρέσκεια και η αυταρέσκεια, γεννήματα του εγωϊσμού, και γενικά, της εμπαθείας, είναι εκείνα που αιχμαλωτίζουν τον νου και δεν τον αφήνουν να ενωθεί με τον Θεό. Εάν ο νους δεν ξυπνήσει όχι μόνο να ενωθεί με τον Θεό, αλλά και να τον περικρατεί συνέχεια δια της επικκλήσεως του θείου ονόματός του, δεν αφήνει η θεία Χάρις. Για τον λόγο αυτόν, εμείς οι μοναχοί εδώ που μένουμε, προσπαθούμε ακριβώς την επίτευξη της ελευθερίας από οποιεσδήποτε προφάσεις και εφόσον υπάρχουν τις περιορίζουμε, κρατώντας μόνο την αυτάρκεια της βιολογικής υποστάσεως. Και τότε ο νους υποχρεωτικά επιστρέφει στον Θεό δια της αδειαλείπτου και επιμόνου προσευχής, αλλά και δια των υπολοίπων πρακτικών αρετών, της ταπεινοφροσύνης που είναι το αντίθετο του εγωισμού, της εγκρατείας που είναι το αντίθετο της ακρασίας και της σπατάλης και γενικά της ακτημοσύνης, που αποτελεί την ελευθερία του νου στο να μην δεσμεύεται σε κάτι εκτός από το να θυμάται τον Θεό, να τον αγαπά και να προσπαθεί να Τον ευαρεστήσει. Δεν σάς φοβίζουν δηλαδή αυτοί οι εξωτερικοί παράγοντες, φορτηγά, μηχανές κ.λπ.; Τούτα, κοιτάξτε, είναι τα μέσα τα οποία υπάρχουν πάντοτε στη ζωή του ανθρώπου. Ο άνθρωπος μετά την πτώση του ζούσε με πρωτόγονα μέσα· μεταχειρίστηκε την εξυπηρέτηση των ζώων. Και τότε με τα ζώα και τα πρόχειρα μέσα της χειρωνακτικής εργασίας κατόρθωσε να επιβιώσει. Όταν όμως ο άνθρωπος άρχισε να αυξάνει τις δραστηριότητές του και εισήλθε στη γνωσιολογία, άρχισε να επιζητεί βελτιωμένη την κοινωνική του ζωή, άρχισε να επινοεί και τρόπους, εργαλεία και εξαρτήματα για να τον συντηρούν. Έ, μέχρι σ’ ένα σημείο αυταρκείας καλά είναι. Εάν όμως και σ’ αυτά γίνεται παράχρηση, τότε αυτά γίνονται βλαβερά. Τώρα βέβαια εδώ στον Άθωνα, προσπαθούμε να μην επιζητούμε κάτι παραπάνω από τους όρους της χρείας. Γίνεται όμως στην σύγχρονη εποχή να επανέλθουμε να εξυπηρετούμεθα με τα ζώα; Πρώτα πρώτα η σύγχρονη γενεά δεν μπορεί να το κάνει. Τα νέα παιδιά που έρχονται τώρα δεν έχουν τέτοια δύναμη αυταπαρνήσεως και φιλοπονίας, την οποία συναντήσαμε εμείς στους προγόνους μας. Τότε κατ’ ανάγκην δεν θα υστερήσουμε από τον σημερινό μοναχό την προκοπή, επειδή δεν μπορεί τρόπον τινά να υπερκουράζεται, αλλά θα βρούμε τρόπους που να του ελαφρώσουμε την κοπιαστική ζωή του, την τριβή, ούτως ώστε να μην φύγει αυτός από το αγωνιστικό στάδιο της μετανοίας χάριν της υπερκοπώσεως και έτσι να επιστρέψει, να ολιγοψυχήσει, να προδώσει. Οπότε μεταχειριστήκαμε την τεχνολογία, η οποία διευκολύνει την εξυπηρέτηση του ανθρώπου. Εάν λοιπόν η τεχνολογία δεν οδηγεί σε παράχρηση, αλλά είναι μέσα στους όρους της χρείας, και αυτή τότε αποτελεί ένα χρήσιμο μέσο που διευκολύνει τον πνευματικό μας αγώνα. Δεν της αποδίδουμε ούτε λατρεία, ούτε είμεθα υποχρεωμένοι, ούτε δεμένοι σ’ αυτήν, ούτε μας αιχμαλωτίζει. Απλώς κάνουμε τη χρήση για να βελτιώσουμε τη ζωή μας στις σημερινές συνθήκες. Όταν σήμερα ένα παιδί έρχεται εδώ να γίνει μοναχός που μόλις τελείωσε το Λύκειο και ζούσε με πολλές ανέσεις, τώρα πώς θα περιμένεις από αυτόν κατευθείαν την περιεκτική φιλοπονία; Έ!, λοιπόν, για να μην του στερήσουμε την οδό του μοναχισμού, κατ’ ανάγκην θα μεταχειριστούμε την τεχνολογία, μετατρέποντας ευκολότερη τη διαμονή του, ώστε να βοηθηθεί να δώσει την καλή ομολογία προς τον Θεό. Αγιορείτες μοναχοί, εκτός Αγίου Όρους, μιλούν σε αίθουσες, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, συγγράφουν βιβλία, εκδίδουν λευκώματα, χρησιμοποιούν ηλεκτρονικούς υπολογιστές, οδηγούν τζιπ. Ποιά η παρουσία σας ανάμεσα στον κόσμο; Μπορούμε να μιλάμε για σύγχρονα διακονήματα και σύγχρονους τρόπους ασκήσεως; Όχι, αυτό δεν είναι για όλους. Εάν υπάρχουν μερικοί που το κάνουν αυτό και ειδικά νεώτεροι δεν είναι αξιέπαινο. Δεν ξέρουμε που θα καταλήξουν, διότι χωρίς να είναι ολοκληρωμένοι κατά Θεόν, μπήκαν μέσα στα αίτια. Ποιος πιστεύει ότι θα διατηρηθεί ακέραιος από τα αίτια; Όμως δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτοι. Οι πνευματικοί άνθρωποι, φερειπείν ο δικός μας ο ηγούμενος –ο οποίος ουδέποτε βγαίνει έξω γιατί το θέλει αυτός– το επιτάσσει όμως μία υπηρεσία της Μονής, ή μπορεί να έχει προσκληθεί για να κάνει μία ομιλία. Βγαίνοντας έξω λοιπόν, δεν παύει να εξασκεί και το πνευματικό έργο του. Πεπειραμένος της πνευματικής ζωής, έχοντας την ιερωσύνη και την πνευματική ιδιότητα ως λειτουργός, κάνει αυτήν την υπηρεσία, οπότε μπορώ να πω ότι αυτό είναι ωφέλιμο. Ουδέποτε εξ ιδίας θελήσεως, αλλά μόνο εάν παρουσιαστεί ανάγκη. Το θέμα τώρα της συγγραφής, ξεκινήσαμε και εμείς οι ευτελείς, παρόλη την ατέλειά μας, αλλά ουδέποτε κινηθήκαμε βάσει δικής μας επιλογής ή νοοτροπίας. Επειδή ζήσαμε κοντά σε ανθρώπους θεοφόρους, πνευματικούς, αγίους και είδαμε και ψηλαφήσαμε με τα χέρια μας και τα μάτια μας το δρόμο του αγιασμού, την πράξη και τη θεωρία, από την είσοδο ως το τέλος. Όταν κατ’ επανάληψη μας ρωτούσαν και μας ρωτούν να το περιγράψουμε, τους λέγαμε τα κατάλληλα. Μετά επιμένανε. «Μά, θα τα ξεχάσουμε πάτερ. Δεν τα γράφετε σε κάποιο βιβλίο;». Αυτή η επιθυμία τους μας ανάγκασε να καθίσουμε και να γράψουμε αυτά που παραλάβαμε από τους αγίους γεροντάδες μας, χωρίς να προσθέσουμε τίποτα δικό μας. Έ!, αυτό επιβάλλεται. Ποιά η προσφορά του ελληνικού πνεύματος και της ορθοδοξίας στο σύγχρονο γίγνεσθαι; Κοιτάξτε, το θέμα της ορθοδοξίας είναι δογματικό καθήκον, δεν είναι θέμα επιλογής. Και όποιος θέλει να βρει τον εαυτό του, μόνον αυτός είναι ο δρόμος. «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή» (Ιωάν. 11,25). Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Όποιος, λοιπόν, θέλει να βρει την ανάσταση και τη ζωή έχει αποκαλυφθεί και αυτό βρίσκεται στην ορθοδοξία. Τί είναι η ορθοδοξία; Είναι το χάρισμα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος της Πεντηκοστής. Η Ορθοδοξία ως δόγμα δεν δέχεται καμμία προσθήκη ή αφαίρεση. Όποιος “κρατεί” λοιπόν την Ορθοδοξία, στέκεται, όποιος τη βρει ανίσταται, όποιος την έχασε θα χαθεί. Δεν είναι θέματα σκέψεων και αποφάσεων και ανθρώπινες επιλογές. Αυτή είναι η πραγματικότητα. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν» (Μάρ. 8,34). Κατάλαβες; «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνός εστιν ο αγαπών με… Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν» (Ιωάν. 14,21-23). Βλέπεις πώς φαίνεται καθαρά; Και δεν μιλάμε με μισαλλοδοξία, αλλά φιλαληθώς. Είναι γεγονός ότι τη φυλή μας την ευλόγησε ο Κύριός μας από την παρουσία του, ενταύθα. Δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς αυτό. Όταν οι Έλληνες ζήτησαν από τους Αποστόλους να δουν τον Ιησού, τότε ο Κύριός μας είπε το αξιοθαύμαστο: «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου» (βλ. Ιωάν. 12,20-23). Ενώ στους Εβραίους είπε: «Αρθήσεται αφ’ υμών η βασιλεία του Θεού και δοθήσεται έθνει ποιούντι τους καρπούς αυτής» (Ματθ. 21,43). Το έθνος αυτό είναι το ελληνικό. Απόδειξη ότι τούτο είναι αλήθεια, είναι ότι οι διάδοχοι των δώδεκα Αποστόλων ήταν Έλληνες και οι Έλληνες μετέφεραν την αλήθεια του Ευαγγελίου στον “παγκόσμιο στίβο”. Και μόνον οι Έλληνες το κρατούν μέχρι σήμερα απαραχάρακτα. Δεν μιλάμε φυλετικά. Όποιος θέλει ας ερευνήσει την ιστορία. Τώρα, λοιπόν, ο υγιής ελληνισμός για να είναι υγιής πρέπει να είναι και ορθόδοξος. Εάν κρατά αυτά τα δύο μαζί ο Έλληνας όπου και να πάει πάντοτε είναι επωφελής, και γίνεται υπόδειγμα ανιδιοτελείας και χριστιανικής βιοτής. Μάς είπατε ότι αγαπάτε την ελληνική οικογένεια και πονάτε για τις ελληνικές οικογένειες. Γνωρίζετε την αγωνία που έχει έξω ο κόσμος σήμερα; Αυτό, παιδί μου, το κατάλαβα και εγώ και αφιέρωσα χρόνο για να το ερευνήσω καλά και να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα. Ξεκίνησα σαν μοναχός από 16 ετών… Είμασταν επτά αδέλφια, πέντε αγόρια και δύο κορίτσια. Τα τέσσερα αγόρια ήταν στην Αμερική. Και μάλιστα βρίσκονταν σε πολύ πλούσιο τόπο και ευκατάστατοι πάρα πολύ, στο Μαϊάμι της Φλόριντα. Και τότε στην ηλικία αυτή που ήμουν με προσκάλεσαν να πάω για να σπουδάσω και εγώ ετοιμαζόμουν. Όμως με έπιασε η αγγλική νομοθεσία, διότι έπρεπε να φεύγουν κάθε χρόνο ένα συγκεκριμένο ποσοστό. Επειδή το ποσοστό είχε συμπληρωθεί, δεν μπορούσα να πάω, θα αργούσε πολύ η σειρά μου. Τότε πλήρωσαν οι δικοί μου πολλά χρήματα για να αγοράσουμε τη θέση. Την αγοράσαμε τη θέση αυτή και είχα έτοιμα στην τσέπη τα εισιτήρια και όλα τα απαραίτητα χαρτιά για να φύγω. Τότε, κατά την “κρείττονα πρόνοια του Θεού”, επισκέφθηκα ένα μοναστήρι, αρκετά πνευματικό, στην πατρίδα μου. Αν και στο σπίτι μας είχαμε ηθικοτάτη ζωή, για το υψηλότερο θέμα του αγιασμού δεν ξέραμε. Όταν λοιπόν πλησίασα τους μοναχούς και τους ρώτησα για να μου ερμηνεύσουν τον τρόπο της ζωής τους, τόσο με συγκλόνισαν τα λόγια τους και η καθόλη παρουσία τους. Μετά μου έδειξαν τις εικόνες. «Παιδί μου, μου είπε κάποιος από αυτούς, αυτές τις εικόνες που προσκύνησες, αυτούς που λες αγίους και είναι άγιοι και εμείς τους προσκυνούμε και τους κάνουμε εορτές, αυτοί από τούτο το δρόμο πέρασαν, αυτός ο δρόμος είναι που τους ανέβασε εκεί, στον αγιασμό». Λέω: «Κύριε ελέησον! Και σήμερα μπορεί να γίνει τέτοιο πράγμα;» «Κάθε εποχή παιδί μου· και τώρα γίνεται!». Αυτό με συγκλόνισε. Τότε έβγαλα από την τσέπη μου τα διαπιστευτήρια, τα έσκισα, τα πέταξα στον φούρνο και είπα: «Εδώ θα μείνω». «Μα είσαι μικρός!». «Δεν πειράζει, δοκιμάστε με να δείτε πώς θα σάς κάνω υπακοή». Κάθισα δέκα χρόνια εκεί Χάριτι Χριστού, χωρίς να υποχωρήσω και ωφελήθηκα πάρα πολύ, έπιασα όλο το νόημα της μοναστικής παραδόσεως. Αλλά δεν αναπαυόμουν, γιατί υπήρχε ο κόσμος και ήθελα να ’ρθω στον Άθωνα για ανώτερη πνευματική ζωή. Αλλά τότε δεν επέτρεπαν ο πόλεμος του ’40 και ό,τι επακολούθησε. Έτσι, το 1936 πήγα στο Μοναστήρι Σταυροβουνίου στην Κύπρο και το 1947 ήρθα στον Άθωνα. Από τότε μένω εδώ στο Άγιον Όρος. Μέχρι τα 45 μου δεν είχα μιλήσει ποτέ με γυναίκα. Δεν είχα βγεί έξω για να κάνω επαφές. Και στον τόπο μου εκεί στην Κύπρο που ήμουν και στον Άθωνα που ήρθα. Έζησα πρώτα με τον οσιώτατο γέροντά μου, Ιωσήφ τον Ησυχαστή († 1959), δώδεκα χρόνια και μετά σε ηλικία 45 ετών όταν αναγκάσθηκα να βρεθώ σε μετόχια μοναστηριών για πρώτη φορά ήρθα σ’ επαφή με την οικογένεια. Όταν είδα την οικογένεια σε τέτοια χάλια εγκαταλείψεως ολοκληρωτικής, πόνεσα. Και είπα: «Βρέ παιδιά, μήπως άραγε πρέπει και εμείς να συμβάλλουμε σε κάτι, διότι εάν ξεριζωθεί η οικογένεια πώς θα συνεχιστεί η κοινωνία;». Η σκέψη μου ήταν καλή, αλλά πάλι λέω πώς θα πλησιάσω την οικογένεια, εφόσον το ένα μέρος είναι η γυναίκα και εγώ τι σημαίνει γυναίκα δεν ξέρω; Τότε λοιπόν άρχισα την έρευνα από την Αγία Γραφή, την αρχή της δημιουργίας με πάσαν λεπτομέρεια μέχρι την πατερική γραμματεία και το πλήρωμα της θεολογίας της Εκκλησίας. Μετά όταν μιλούσα με πρεσβυτέρες συζύγους και μητέρες με διαβεβαιώναν για τα συμπεράσματά μου. Έτσι κατάλαβα πώς λειτουργεί η γυναικεία νοοτροπία. Από τότε άρχισα να πλησιάζω την οικογένεια, και να δίδω την έννοια της επιστροφής και της σωτηρίας. Το θέμα της διασπάσεως του ομαλού οικογενειακού βίου σήμερα, ειδικά σήμερα, το προκαλεί ο άνδρας. Επιμένω. Από την έρευνα που έκανα, σαν είδος διατριβής μπορεί να πει κανείς, ανακάλυψα ότι σε ποσοστό 85% οι άνδρες είναι οι υπεύθυνοι. Η γυναίκα από τη φύση της, παιδί μου, είναι γέννημα και προϊόν αγάπης και επομένως δεν ζει χωρίς αγάπη. Αληθινή αγάπη. Δεν γελιούνται, είναι έξυπνες. Εάν η αγάπη δεν είναι ειλικρινής, δεν πιστεύουν. Όταν λοιπόν βρει ειλικρινή αγάπη από τον άνδρα της, τότε είναι σε θέση αυτοθυσίας και ηρωισμού. Τότε έρχεται αρμονία στον οικογενειακό βίο. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο μεγαλύτερο απ’ αυτό. Η αγάπη εν ονόματι της Χάριτος κάνει τα δύο ένα μετά το γάμο, «ουκέτι εισί δύο, αλλά σάρξ μία» (Ματθ. 19,6). Έτσι επιδρά η αγάπη ευεργετικά στα παιδιά σε τέτοιο βαθμό ώστε να γεννηθούν με καλό χαρακτήρα. Λοιπόν, σήμερα αναγκάζομαι να πω και τούτο, κάπως τολμηρό μα με φέρνει η ανάγκη να το πω, όταν κάθε μέρα ακούω «η γυναίκα μου είναι έτσι, η γυναίκα μου είναι τέτοια, οι γυναίκες είναι σατανάδες...». Λέω: «Συγγνώμη, αγαπητέ μου, αυτή τη γυναίκα που λες δεν την παντρεύτηκες εσύ;». «Ναί». «Καλά, όταν την παντρεύτηκες δεν βρήκες σ’ αυτήν όλη την αγάπη, την τρυφερότητα, την ευτυχία;» «Ναί». «Τώρα γιατί άλλαξες; Η ίδια είναι. Και τότε που παντρεύτηκες και τώρα η ίδια είναι. Βλέπεις, ότι εσύ φταίς;». Συνάντησα ένα ανδρόγυνο μια φορά μεγάλης ηλικίας, σχεδόν 80 ετών, που είχαν μεταξύ τους πικρία και ήθελε, αν ήταν δυνατόν, να σκοτώσει ο ένας τον άλλο. Τούς λυπήθηκα, κάθησα κοντά τους και άρχισα να ερευνώ και είδα ότι από άγνοια το έπαθαν. Δεν γνώριζαν ούτε το χριστιανισμό ούτε περί ήθους, τίποτα. Όταν κάθισα και τους μίλησα είδα ότι δέχονταν και ό,τι τους έλεγα το άκουγαν. Έ!, αφού προσπάθησα συνοπτικά να τους δείξω ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τον Θεό και έχει αιωνιότητα και ότι δεν θα μείνουμε για πάντα στον κόσμο αυτό και ότι η συζυγία δεν διαλύεται εδώ, αλλά θα συνεχιστεί στην αιωνιότητα, συγκινήθηκαν, και τα δέχτηκαν όλα αυτά. Έφυγα και αφού πέρασε λίγος καιρός μου στέλνουνε ένα γράμμα, στο οποίο μου γράφανε: «Γέροντα, είναι σαν να ξαναζούμε τον πρώτο μήνα του γάμου μας». Αυτοί που ήθελαν να σφαγούν, να σφάξει ο ένας τον άλλο. Βλέπεις τις αποδείξεις; Θα σάς πω για ένα ακόμα χαρακτήρα πραγματικού συζύγου, που πάρα πολύ δύσκολα τον συναντούμε στις μέρες μας. Εμείς γνωρίσαμε όμως έναν. Κατά πάντα τέλειος χαρακτήρας, χριστιανός, πλήρως κοινωνικός. Άργησε να παντρευτεί, σχεδόν στα τριάντα του, όχι γιατί αποστρεφόταν, αλλά νόμιζε ότι έτσι έπρεπε. Και τότε έκανε την προσευχούλα του με πίστη και βρήκε μια κορούλα και παντρεύτηκε. Η κορούλα ήταν μικρή, δέκα χρόνια μικρότερη απ’ αυτόν. Μόλις την παντρεύτηκε άρχισε αυτή να κάνει αταξίες. Έκανε πώς δεν έβλεπε αυτός, νόμιζε πώς είναι κορούλα του και αυτός πατέρας της. Είχαν όμως επιχειρήσεις μεγάλες στο εξωτερικό και έπρεπε κατ’ ανάγκην να πάνε εκεί, έστω και προσωρινά. Την παίρνει λοιπόν και έφυγαν. Όταν πήγαν εκεί αυτή πείσμωσε. Λέει: «Για να με χωρίσει από το περιβάλλον μου το ’κανε. Εγώ θα τον αφήσω». Λοιπόν, τον παρατάει και έφυγε. Έρχεται στην Ελλάδα και που πάει; Σ’ ένα από αυτά τα “καζίνα” και ζούσε ως ελεύθερη γυναίκα επί αμοιβή. Αυτός, από την ημέρα που έφυγε δεν έπαυε κάθε μέρα να κάνει προσευχή με δάκρυα και να επιμένει, να εκβιάζει τον Θεό: «Πανάγαθε δεν υποχωρώ, δεν θα σ’ αφήσω, εσύ μου έδωσες τη γυναίκα μου. «Παρά Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή». Θέλω τη σύζυγό μου. Εάν πλανήθηκε η κορούλα πρέπει να χαθεί; Γιατί ήρθες εσύ στη γη; Δεν ήρθες να ανεύρεις το απολωλός, να θεραπεύσεις τον άρρωστο, να αναστήσεις τον νεκρό; Δεν υποχωρώ, δεν θα σ’ αφήσω ήσυχο. Θέλω τη γυναίκα μου, να μου τη φέρεις πίσω». Έκλαιε επί δύο χρόνια. Επέδρασε η προσευχή και τελικά ήρθε στον εαυτό της. «Πω, πω», ομολογούσε, «πρέπει να κάνει ο Θεός άλλη κόλαση, γιατί αυτή είναι για μένα μικρή!». Πιάνει και του γράφει ένα γραμματάκι και του λέει: «Δεν τολμώ να σε ονομάσω, δεν έχω θέση. Αν επιστρέψω, με δέχεσαι σαν υπηρέτρια;». Απαντάει αυτός: «Αγάπη μου, γιατί είπες αυτή τη λέξη και με πλήγωσες; Δεν σε έστειλα για διακοπές και περιμένω με λαχτάρα την αγάπη μου να ’ρθει στην αγκαλιά μου;» Πήγε λοιπόν, την περίμενε στο αεροδρόμιο, όπως συννενοήθηκαν. Όταν βγήκε αυτή έξω και τον είδε έπεσε κάτω και άρχισε να χτυπιέται με κλάματα. Την πήρε στην αγκαλιά του. «Αγάπη μου, γιατί κάνεις έτσι και με πληγώνεις; Σε περίμενα με λαχτάρα. Πάμε στο σπίτι μας, δεν χωρίσαμε ποτέ. Πάντοτε μαζί σου ήμουν». Και απεδείχθη ύστερα ότι έγινε πιστή σύζυγος αυτή η κορούλα. Αυτή είναι η θέση του άνδρα, του συζύγου. Άμα οι σύζυγοι είναι τέτοιοι, δείξε μου ποιά γυναίκα είναι κακή; Από την σελίδα http://www.egolpio.com

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε τα σχόλιά σας εδώ...

Δεν είναι κακό να αναφέρουμε την πηγή μας ...μας τιμά και μας καθιστά συνοδοιπόρους...


Παρακαλούνται όσοι αναδημοσιεύουν ας μην αφαιρούν το όνομα του συντάκτη , όπως και άλλα στοιχεία.

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...
Βαπτίστηκες και αναγεννήθηκες ... Μετανόησες κάτω από πετραχήλι και ξαναβαπτίστηκες ... Μετέλαβες τα άχραντα μυστήρια και ένιωσες ξανά βαπτισμένος εις το όνομα του τρισυπόστατου Θεού ... Υπάρχει ακόμα ένα βάπτισμα το τέταρτο κατά σειρά .. το βάπτισμα της ομολογίας ...στο αίμα της Πίστης ... Άραγε πόσοι από εμάς θα το αγαπήσουμε ; Τον Αναστάντα Θεό ας ομολογήσουμε ...Και ας πληρώσουμε το τίμημα της Ομολογίας ...όχι το αντίτιμο της απωλείας ...! Καλό Παράδεισο ! ( νώντας σκοπετέας)

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου .Tον Συνάναρχον Λόγον / πλ.α΄

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου  .Tον Συνάναρχον Λόγον / πλ.α΄
Τον θαυμάσιον μύστην Χριστού υμνήσωμεν , Μηλεσίου το κλέος και των Γερόντων φωνή , την βοήθειαν ημών και διόρασιν ˙ Τον αναπαύσαντα σοφώς τας ψυχάς των ασθενών , του πνεύματος συνεργεία . Πορφύριον Καυσοκαλυβίτην ,επικαλέσωμεν άπαντες. // Nώντας Σκοπετέας 27-11-2013 Απολυτίκιο με την ευκαιρία της επισήμου Αγιοκατατάξεως του Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου . Σημ: Το απολυτίκιο δεν περιέχεται σε αναγνωρισμένη ακολουθία , αλλά είναι προϊόν ευλαβείας και απέραντης ευγνωμοσύνης , προς τον Μεγάλο Άγιο του Θεού , στην μεγάλη η μέρα της Αγιοκατατάξεώς του .

Ουράνια Συντροφιά...

Ουράνια Συντροφιά...
Παλαιά συνηθίζαμε, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ν' αγιάζομε τα σπίτια. Κάποια χρονιά επήγα κι εγώ κι αγίαζα. Χτυπούσα τις πόρτες των διαμερισμάτων, μου ανοίγανε κι έμπαινα μέσα ψάλλοντας: "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...". Όπως πήγαινα στην οδό Μαιζώνος, βλέπω μια σιδερένια πόρτα. Ανοίγω, μπαίνω μέσα στην αυλή, που ήταν γεμάτη από μανταρινιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, και προχωρώ στη σκάλα. Ήταν μια σκάλα εξωτερική, που ανέβαινε πάνω και κάτω είχε υπόγειο. Ανέβηκα τη σκάλα, χτυπάω την πόρτα και παρουσιάζεται μια κυρία. Αφού μου άνοιξε, εγώ άρχισα κατά τη συνήθειά μου το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε...". Με σταματάει απότομα. Εν τω μεταξύ με ακούσανε και δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο βγαίνανε κοπέλες απ' τα δωμάτια. "Κατάλαβα, έπεσα σε οίκο ανοχής", είπα μέσα μου. Η γυναίκα μπήκε μπροστά μου να μ' εμποδίσει. -Να φύγεις, μου λέει. Δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το Σταυρό. Να φιλήσω εγώ το Σταυρό και να φύγεις, σε παρακαλώ. Εγώ τώρα πήρα σοβαρό και επιτιμητικό ύφος και της λέω: -Εγώ δεν μπορώ να φύγω! Εγώ είμαι παπάς, δεν μπορώ να φύγω! Ήλθα εδώ ν' αγιάσω. -Ναι, αλλά δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές. -Μα δεν ξέρομε αν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές ή εσύ. Διότι αν με ρωτήσει ο Θεός και ζητήσει να Του πω ποιος κάνει να φιλήσει το Σταυρό, οι κοπέλες ή εσύ, μπορεί να έλεγα: "Οι κοπέλες κάνει να τον φιλήσουν και όχι εσύ. Οι ψυχές τους είναι πιο καλές από τη δική σου". Εκείνη τη στιγμή εκοκκίνησε λίγο. Της λέω λοιπόν: -Άσε τα κορίτσια να φιλήσουν το Σταυρό. Τους έκανα νόημα να πλησιάσουν. Εγώ πιο μελωδικά από πρώτα έψαλλα το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...", διότι είχα μια χαρά μέσα μου, που ο Θεός οικονόμησε τα πράγματα να πάω και σ' αυτές τις ψυχές. Φιλήσανε όλες το Σταυρό. Ήταν όλες περιποιημένες, με τις πολύχρωμες φούστες κ.λπ. Και τους είπα: -Παιδιά μου, χρόνια πολλά. Ο Θεός μάς αγαπάει όλους. Είναι πολύ καλός και "βρέχει επί δικαίους και αδίκους". Όλοι Τον έχομε Πατέρα και για όλους μας ενδιαφέρεται ο Θεός. Μόνο να φροντίσομε να Τον γνωρίσομε και να Τον αγαπήσουμε κι εμείς και να γίνομε καλοί. Να Τον αγαπήσετε και θα δείτε πόσο ευτυχισμένες θα είστε. Κοιτάξανε απορημένες. Κάτι πήρε η ψυχούλα τους η ταλαιπωρημένη. -Χάρηκα, τους λέω τέλος, που μ' αξίωσε ο Θεός να έλθω σήμερα και να σας αγιάσω. Χρόνια πολλά! -Χρόνια πολλά, είπαν κι εκείνες κι έφυγα./Γ.Πορφύριος

Να μην μένει ούτε ίχνος αμαρτίας ...

Να μην μένει ούτε ίχνος αμαρτίας ...
Καταρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η εξομολόγηση δεν είναι μια απλή συζήτηση με τον πνευματικό-εξομολόγο επί διαφόρων αποριών ή και προβλημάτων του εξομολογουμένου. Αυτό μπορεί να γίνει σε κάποια άλλη ώρα ,εκτός εξομολογήσεως, ή έστω, ως προέκταση της καθαυτό εξομολογήσεως. Ούτε ασφαλώς είναι μια τυπική επίσκεψη στον ιερέα πριν από τις μεγάλες εορτές, με μια κατ’ επιλογήν επισήμανση αμαρτιών ή και απλή εκζήτηση της «ευχής». Στην περίπτωση αυτή η εξομολόγηση λειτουργεί ως άλλοθι της ενοχής του ανθρώπου – «να ησυχάσουμε τη φωνή της συνειδήσεως»- με συνέπεια την παγίωση της αμαρτίας και την σκλήρυνση της ψυχής. Η εξομολόγηση είναι το μυστήριο εκείνο , που φανερώνει τη γνησιότητα της μετανοίας του πιστού. Πραγματοποιούμενη ενώπιον της Εκκλησίας –στα πρώτα χριστιανικά χρόνια ενώπιον όλων και αργότερα ενώπιον του εκπροσώπου της Εκκλησίας πνευματικού εξομολόγου- αποτελεί το αποκορύφωμα της εν ταπεινώσει και συντριβή αναγνώρισης από τον πιστό ότι η ζωή του δεν βρίσκεται στην τροχιά του Χριστού και των αγίων ∙ ότι έσφαλε και σφάλλει, στο βαθμό που ή εκούσια ή ακούσια προσέβαλε την αγάπη στο πρόσωπο του Θεού ή των συνανθρώπων του. Παράλληλα όμως με την ομολογία αυτή εκδηλώνει και την ακλόνητη πεποίθησή του στην αγάπη και το έλεος του Θεού, τα οποία αναγνωρίζει ότι υπερβαίνουν την κατάντια του και έχουν τη δύναμη να τον ανορθώσουν και να τον οδηγήσουν σε ανώτερα πνευματικά ύψη: να ακολουθεί το Χριστό! Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν η εξομολόγηση αφενός προϋποθέτει τη συναίσθηση της αμαρτωλότητος του εξομολογουμένου και την πίστη του στην φιλανθρωπία του πανοικτίρμονος Θεού, αφετέρου έχει εκκλησιαστικό χαρακτήρα. Τυχόν λοιπόν προσέλευση στο μυστήριο, χωρίς την απαιτούμενη προετοιμασία με εξομολόγηση εν μετανοία ενώπιον πρώτα του Θεού, αποτελεί εμπαιγμό του μυστηρίου ή το λιγότερο άγνοια της παραδόσεως της Εκκλησίας. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, να προσέρχεται ο εξομολογούμενος απροετοίμαστος , επόμενο είναι να μη γεύεται τα αγαθά και τις δωρεές , που ο Θεός έχει υποσχεθεί να δώσει. Και τα αγαθά αυτά είναι η εξάλειψη κάθε αμαρτίας, αλλά και η δικαίωση του ανθρώπου. «Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών , πιστός εστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» ( Α’ Ιω.1,9 ) . Και ο προφήτης Ησαΐας , ήδη από το χώρο της Π. Διαθήκης, διαλαλεί: « Εάν είναι οι αμαρτίες σας κόκκινες σαν το αίμα, θα τις κάνω λευκές σαν το χιόνι» ( Πρβλ. Ης. 1,18 ) . Ο άγιος Χρυσόστομος ερμηνεύει τα παραπάνω: « Η μετάνοια δικαιώνει… Στο ληστή δεν είπε ο Κύριος, σε απαλλάσσω από την κόλαση και την τιμωρία, αλλά τον βάζει μέσα στον Παράδεισο, δίκαιο. Μη λες λοιπόν πάλι, Αμάρτησα πολύ και πώς θα μπορέσω να σωθώ; Συ δεν μπορείς, μα ο Κύριός σου μπορεί , και τόσο πολύ, ώστε να σβήσει τελείως τα αμαρτήματά σου… Τόσο τέλεια σβήνει τα αμαρτήματα , ώστε να μην μένει ούτε ίχνος από αυτά. Ο Θεός λοιπόν χαρίζει και την ομορφιά μαζί με την υγεία, μαζί με την απαλλαγή από την κόλαση δίνει και τη δικαιοσύνη και κάνει τον αμαρτωλό να είναι ίσος με αυτόν που δεν αμάρτησε. Διότι εξαφανίζει το αμάρτημα και το κάνει να μην υπάρχει και να μην έχει γίνει ποτέ. Έτσι τέλεια το εξαφανίζει, δεν μένει ούτε σημάδι, ούτε ίχνος, ούτε απόδειξη, ούτε δείγμα» (Ομιλία η΄, περί μετανοίας ) . Έτσι με την εν μετανοία συμμετοχή μας στο ιερό μυστήριο της εξομολογήσεως επανερχόμαστε στο αφετηριακό σημείο του βαπτίσματός μας. Όπως δηλ. τότε που βαπτισθήκαμε, κάθε αμάρτημά μας, ιδίως δε το προπατορικό λεγόμενο με τις κληρονομικές του συνέπειες της φθοράς και του θανάτου, εξαλείφθηκε, έτσι και τώρα, στο δεύτερο αυτό και επαναλαμβανόμενο βάπτισμα της μετανοίας, κάθε αμάρτημα που εκάναμε, μετά το πρώτο, εν λόγω ή έργω ή διανοία, εξαλείφεται και μας φέρει καθαρούς και πάλι στο σημείο εκκινήσεως της πνευματικής ζωής. Η ζωή μας στη φάση αυτή επανασυντονίζεται με τους χτύπους της παράδοσης της Εκκλησίας∙ «πιάνουμε» ξανά το σταθμό του Θεού∙ αρχίζουμε και (επι)κοινωνούμε με όλους τους αγίους. «Γιατί έτσι, όπως θα είναι ο νους σου συγχυσμένος ,ούτε θα καταλάβεις τι θα σου πω ούτε και θα θυμάσαι σε λίγο τίποτα. Άμα όμως εξομολογηθείς και μπεις και συ στην ίδια πνευματική συχνότητα με μας, τότε θα μπορέσουμε άνετα να συνεννοηθούμε» ( π. Παϊσιος ) .

Αχ παιδί μου ...ο Χριστός δεν μας εγκατέλειψε ποτέ !

Αχ παιδί μου ...ο Χριστός δεν μας εγκατέλειψε ποτέ !
Ένα πρωινό συζητά ο Γέροντας με δυο-τρεις επισκέπτες στο σπίτι του. Ο ένας είναι ιδεολόγος άθεος και κομμουνιστής. Σε μια στιγμή έρχεται κάποιος απ’ έξω και τους πληροφορεί ότι η Αθήνα έχει γεμίσει από φωτογραφίες του Μάου Τσε Τούγκ με την επιγραφή: «Δόξα στον μεγάλο Μάο». Ήταν η ημέρα κατά την οποία είχε πεθάνει ο Κινέζος δικτάτορας. Γέροντας: Έτσι είναι, παιδάκι μου. Δεν υπάρχουν άθεοι. Ειδωλολάτρες υπάρχουν, οι οποίοι βγάζουν τον Χριστό από τον θρόνο Του και στη θέση Του τοποθετούν τα είδωλά τους. Εμείς λέμε: «Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι». Αυτοί λένε: «Δόξα στον μεγάλο Μάο». Διαλέγεις και παίρνεις. Άθεος: Και σεις παππούλη, το παίρνετε το ναρκωτικό σας. Μόνο που εσείς το λέτε Χριστό, ο άλλος το λέει Αλλάχ, ο τρίτος Βούδα κ.ο.κ.  Ο Χριστός παιδί μου, δεν είναι ναρκωτικό. Ο Χριστός είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου. Αυτός που με σοφία κυβερνά τα πάντα: από το πλήθος των απέραντων γαλαξιών μέχρι τα απειροελάχιστα σωματίδια του μικρόκοσμου. Αυτός που δίνει τη ζωή σε όλους μας. Αυτός που σε έφερε στον κόσμο και σου έχει δώσει τόση ελευθερία, ώστε να μπορείς να Τον αμφισβητείς, αλλά και να Τον αρνείσαι ακόμη.  Παππούλη, δικαίωμά σας είναι να τα πιστεύετε όλα αυτά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και αληθινά. Αποδείξεις έχετε;  Εσύ όλα αυτά τα θεωρείς παραμύθια, έτσι δεν είναι;  Βεβαίως.  Αποδείξεις έχεις; Μπορείς να μου αποδείξεις ότι όσα πιστεύω εγώ είναι ψεύτικα;  …….  Δεν απαντάς, διότι και συ δεν έχεις αποδείξεις. Άρα και συ πιστεύεις ότι είναι παραμύθια. Κι εγώ μεν ομιλώ περί πίστεως, όταν αναφέρομαι στον Θεό. Εσύ όμως, ενώ απορρίπτεις τη δική μου πίστη, στην ουσία πιστεύεις στην απιστία σου, αφού δεν μπορείς να την τεκμηριώσεις με αποδείξεις. Πρέπει όμως να σου πω ότι η πίστη η δική μου δεν είναι ξεκάρφωτη. Υπάρχουν κάποια υπερφυσικά γεγονότα, πάνω στα οποία θεμελιώνεται.  Μια στιγμή! Μια και μιλάτε για πίστη, τι θα πείτε στους Μωαμεθανούς π.χ. ή στους Βουδιστές; Διότι κι εκείνοι ομιλούν περί πίστεως. Κι εκείνοι διδάσκουν υψηλές ηθικές διδασκαλίες. Γιατί η δική σας πίστη είναι καλύτερη από εκείνων;  Με αυτήν την ερώτησή σου τίθεται το κριτήριο της αλήθειας. Διότι βεβαίως η αλήθεια είναι μία και μόνη. Δεν υπάρχουν πολλές αλήθειες. Ποιος όμως κατέχει την αλήθεια; Ιδού το μεγάλο ερώτημα. Έτσι δεν πρόκειται για καλύτερη ή χειρότερη πίστη! Πρόκειται για την μόνη αληθινή πίστη! Δέχομαι ότι ηθικές διδασκαλίες έχουν και τα άλλα πιστεύω. Βεβαίως οι ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού υπερέχουν ασυγκρίτως. Εμείς όμως δεν πιστεύουμε στον Χριστό για τις ηθικές Του διδασκαλίες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους», ούτε για τα κηρύγματά Του περί ειρήνης και δικαιοσύνης, ελευθερίας και ισότητας. Εμείς πιστεύουμε στον Χριστό, διότι η επί γης παρουσία Του συνοδεύθηκε από υπερφυσικά γεγονότα, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Θεός.  Κοιτάξτε. Κι εγώ παραδέχομαι ότι ο Χριστός ήταν σπουδαίος φιλόσοφος και μεγάλος επαναστάτης αλλά μην τον κάνουμε και Θεό τώρα…  Αχ παιδί μου! Όλοι οι μεγάλοι άπιστοι της ιστορίας εκεί σκάλωσαν. Το ψαροκόκαλο που τους κάθισε στο λαιμό και δεν μπορούσαν να το καταπιούν, αυτό ακριβώς ήταν. Το ότι ο Χριστός είναι και Θεός. Πολλοί από αυτούς ήσαν διατεθειμένοι να πουν στον Κύριο: Μη λες πως είσαι Θεός ενανθρωπήσας. Πες ότι είσαι απλός άνθρωπος και μεις είμαστε έτοιμοι να σε θεοποιήσουμε. Γιατί θέλεις να είσαι Θεός ενανθρωπήσας και όχι άνθρωπος αποθεωθείς; Εμείς δεχόμαστε να σε αποθεώσουμε, να σε ανακηρύξουμε στο μέγιστο των ανθρώπων, τον αγιότατο, τον ηθικότατο, τον ανεπανάληπτο. Δεν σου αρκούν αυτά; Ο κορυφαίος του χορού των αρνητών, ο Ερνέστος Ρενάν, βροντοφωνεί περί του Χριστού: «Για δεκάδες χιλιάδες χρόνια ο κόσμος θα ανυψώνεται δια σου», είσαι «ο ακρογωνιαίος λίθος της ανθρωπότητας ώστε το να αποσπάσει κάποιος το όνομά σου από τον κόσμο τούτο θα ήταν ίσο με τον εκ θεμελίων κλονισμό του», «οι αιώνες θα διακηρύσσουν ότι μεταξύ των υιών των ανθρώπων δεν γεννήθηκε κανένας υπέρτερός σου». Η επόμενη φράση τους; «Θεός όμως δεν είσαι!». Και δεν αντιλαμβάνονται οι ταλαίπωροι ότι όλα αυτά συνιστούν για την ψυχή τους μια ανέκφραστη τραγωδία! Το δίλημμα αναπόφευκτα είναι αμείλικτο: Ή είναι Θεός ενανθρωπήσας ο Χριστός, οπότε πράγματι, και μόνον τότε, αποτελεί την ηθικοτέρα, την αγιοτέρα και την ευγενεστέρα μορφή της ανθρωπότητας, ή δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, οπότε όμως δεν είναι δυνατόν να είναι τίποτε από όλα αυτά. Αντιθέτως αν ο Χριστός δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, τότε πρόκειται για την απαισιοτέρα, τη φρικτοτέρα και την απεχθεστέρα ύπαρξη της ανθρώπινης ιστορίας.  Τι είπατε;  Αυτό που άκουσες! Βαρύς ο λόγος, απολύτως όμως αληθής. Και ιδού γιατί: Τι είπαν για τον εαυτό τους, ή ποια ιδέα είχαν για τον εαυτό τους όλοι οι πραγματικοί μεγάλοι άνδρες της ανθρωπότητας; Ο «ανδρών απάντων σοφώτατος» Σωκράτης διακήρυσσε το: «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Όλοι οι σπουδαίοι άνδρες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αβραάμ και το Μωυσή μέχρι τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Παύλο, αυτοχαρακτηρίζονται «γη και σποδός (=στάχτη)», «ταλαίπωροι», «εκτρώματα»,κ.τ.λ. Η συμπεριφορά αντιθέτως του Ιησού είναι παραδόξως διαφορετική! Και λέω παραδόξως διαφορετική διότι το φυσικό και το λογικό θα ήταν να είναι παρόμοια η συμπεριφορά Του. Αυτός μάλιστα, ως ανώτερος και υπέρτερος από όλους τους άλλους, θα έπρεπε να έχει ακόμη κατώτερη και ταπεινότερη ιδέα για τον εαυτό Του. Ηθικώς τελειότερος από κάθε άλλον έπρεπε να υπερακοντίζει σε αυτομεμψία και ταπεινό φρόνημα όλους τους παραπάνω και οποιονδήποτε άλλον, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι τη συντέλεια των αιώνων. Συμβαίνει όμως το αντίθετο! Πρώτα πρώτα διακηρύσσει ότι είναι αναμάρτητος: «Τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;» (Ιωαν. η΄46). «Έρχεται ο του κόσμου τούτου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιωαν. Ιδ΄30). Εκφράζει επίσης πολύ υψηλές ιδέες περί Εαυτού:«Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ιωαν. η΄12),«Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωαν. Ιδ΄6). Εκτός όμως αυτών, προβάλλει και αξιώσεις απολύτου αφιερώσεως στο Πρόσωπό Του. Εισχωρεί ακόμη και στις ιερότερες σχέσεις των ανθρώπων και λέει: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ούκ εστί μου άξιος και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ούκ εστί μου άξιος» (Ματθ. ι΄37). «Ήλθον διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά τις μητρός αυτής και νύμφη κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι΄35). Απαιτεί ακόμη και μαρτυρική ζωή και θάνατο από τους μαθητές Του: «Παραδώσουσιν υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού… Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου ο δε υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται… Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα… Όστις αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ… Ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν» (Ματθ. ι΄17 κ.έ.). Και τώρα σε ρωτώ: Τόλμησε ποτέ κανείς να διεκδικήσει υπέρ αυτού την αγάπη των ανθρώπων πάνω κι από την ίδια τους τη ζωή; Τόλμησε ποτέ κανείς να διακηρύξει την απόλυτη αναμαρτησία του; Τόλμησε ποτέ κανείς να εκστομίσει το: «Εγώ ειμί η αλήθεια»;(Ιωάν. Ιδ΄6). Κανείς και πουθενά! Μόνο ένας Θεός θα μπορούσε να τα κάνει αυτά. Φαντάζεσαι τον δικό σας τον Μαρξ να’ λεγε κάτι τέτοια; Θα τον περνούσαν για τρελό και δεν θα βρισκόταν κανείς να τον ακολουθήσει. Για σκέψου τώρα, πόσα εκατομμύρια άνθρωποι θυσίασαν τα πάντα για χάρη του Χριστού, ακόμα και αυτή τη ζωή τους, πιστεύοντας στην περί εαυτού αλήθεια των λόγων Του! Εάν οι περί εαυτού διακηρύξεις Του ήσαν ψευδείς, ο Ιησούς θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας οδηγώντας τόσους πολλούς σε τόσο βαριά θυσία. Ποιος άνθρωπος, όσο μεγάλος, όσο σπουδαίος, όσο σοφός κι αν είναι, θα άξιζε αυτή τη μεγάλη προσφορά και θυσία; Ποιος; Κανένας! Μόνο εάν ήταν Θεός! Μ’ άλλα λόγια: Όποιος άνθρωπος απαιτούσε αυτή τη θυσία από τους οπαδούς του, θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας. Ο Χριστός όμως και την απαίτησε και την πέτυχε. Παρά ταύτα από τους αρνητές της θεότητάς Του αναγορεύτηκε η ευγενεστέρα και αγιότερα μορφή της ιστορίας. Οπότε: Η παραλογίζονται οι αρνητές ονομάζοντας αγιότερο τον απαισιώτερο, ή για να μην υπάρχει παραλογισμός, αλλά να έχει λογική η συνύπαρξη απαιτήσεων του Χριστού και αγιότητός Του, θα πρέπει αναγκαστικά να δεχθούν ότι ο Χριστός εξακολουθεί να παραμένει η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ανθρωπότητας μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι είναι και Θεός! Αλλιώς είναι, όπως είπαμε, όχι η αγιοτέρα, αλλά η φρικτοτέρα μορφή της ιστορίας, ως αιτία της μεγαλυτέρας θυσίας των αιώνων, εν ονόματι ενός ψεύδους! Έτσι η θεότητα του Χριστού αποδεικνύεται βάση αυτούς τους ίδιους τους περί αυτού χαρακτηρισμούς των αρνητών Του!...  Όσα είπατε είναι πράγματι εντυπωσιακά, δεν αποτελούν όμως παρά συλλογισμούς. Ιστορικά στοιχεία, που να θεμελιώνουν τη Θεότητά του, έχετε;  Σου είπα και προηγουμένως ότι τα πειστήρια της Θεότητός Του είναι τα υπερφυσικά γεγονότα που συνέβησαν όσο καιρό ήταν εδώ στη γη. Ο Χριστός δεν αρκέστηκε μόνο να διακηρύσσει τις παραπάνω αλήθειες, αλλά επικύρωνε τους λόγους Του και με πλήθος θαυμάτων. Έκανε τυφλούς να βλέπουν, παράλυτους να περπατούν, έθρεψε με δύο ψάρια και πέντε ψωμιά πέντε χιλιάδες άνδρες και πολλαπλάσιες γυναίκες και παιδιά, διαιτάσαι τα στοιχεία της φύσεως και αυτά υπάκουαν, ανέστησε νεκρούς μεταξύ των οποίων και τον Λάζαρο τέσσερις μέρες μετά τον θάνατό του. Μεγαλύτερο όμως από όλα τα θαύματά είναι η Ανάστασή Του. Όλο το οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως. Αυτό δεν το λέω εγώ. Το λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών»(Κορ. Ιε΄ 17). Αν ο Χριστός δεν ανέστη, τότε όλα καταρρέουν. Ο Χριστός όμως ανέστη πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου, άρα Θεός.  Εσείς τα είδατε όλα αυτά; Πώς τα πιστεύετε;  Όχι, εγώ δεν τα είδα. Τα είδαν όμως άλλοι, οι Απόστολοι. Αυτοί στη συνέχεια τα γνωστοποίησαν και μάλιστα προσυπέγραψαν τη μαρτυρία τους με το αίμα τους. Κι όπως όλοι δέχονται, η μαρτυρία της ζωής είναι η υψίστη μαρτυρία. Φέρε μου και συ κάποιον να μου πει πώς ο Μαρξ απέθανε και ανέστη και να θυσιάσει τη ζωή του για τη μαρτυρία αυτή κι εγώ θα τον πιστέψω ως τίμιος άνθρωπος.  Να σας πω. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν για την ιδεολογία τους. Γιατί δεν ασπάζεσθε και τον κομμουνισμό;  Το είπες και μόνος σου. Οι κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Δεν πέθαναν για γεγονότα. Σε μια ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο να υπεισέλθει πλάνη. Επειδή δε είναι ίδιον της ανθρώπινης ψυχής θυσιάζεται για κάτι στο οποίο πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να την δεχθούμε και ως σωστή. Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνεις για ιδέες και άλλο για γεγονότα. Οι Απόστολοι όμως δεν πέθαναν για ιδέες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους» ούτε για τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα. Και όταν λέμε γεγονός εννοούμε, ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό από αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν δι «ο ακηκόασι, ο εωράκασι τοις οφθαλμοίς αυτών, ο εθεάσαντο και αι χείρες αυτών εψηλάφησαν» (Α΄ Ιωάν. Α΄1)» Με βάση ένα πολύ ωραίο συλλογισμό του Πασχάλ λέμε ότι με τους Αποστόλους συνέβη ένα από τα τρία: Ή απατήθηκαν ή μας εξαπάτησαν ή μας είπαν την αλήθεια. Ας πάρουμε την πρώτη εκδοχή. Δεν είναι δυνατόν να απατήθηκαν οι Απόστολοι, διότι όσα αναφέρουν δεν τα έμαθαν από άλλους. Αυτοί οι ίδιοι ήσαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες όλων αυτών. Εξ άλλου δεν ήσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι ούτε είχαν καμιά ψυχολογική προδιάθεση για την αποδοχή του γεγονότος της Αναστάσεως. Αντιθέτως ήσαν τρομερά δύσπιστοι. Τα Ευαγγέλια είναι πλήρως αποκαλυπτικά αυτών των ψυχικών τους διαθέσεων: δυσπιστούν στις διαβεβαιώσεις ότι κάποιοι Τον είχαν δει αναστάντα. Και κάτι άλλο. Τι ήσαν οι Απόστολοι πριν τους καλέσει ο Χριστός; Μήπως ήσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ή οραματιστές φιλοσοφικών και κοινωνικών συστημάτων, που περίμεναν να κατακτήσουν την ανθρωπότητα και να ικανοποιήσουν έτσι τις φαντασιώσεις τους; Κάθε άλλο. Αγράμματοι ψαράδες ήσαν. Και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να πιάσουν κανένα ψάρι να θρέψουν τις οικογένειές τους. Γι’ αυτό και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, παρά τα όσα είχαν ακούσει και δει, επέστρεψαν στα πλοιάρια και στα δίχτυα τους. Δεν υπήρχε δηλαδή σ’ αυτούς, όπως αναφέραμε, ούτε ίχνος προδιαθέσεως για όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν. Και μόνο μετά την Πεντηκοστή, «ότε έλαβον δύναμιν εξ ύψους», έγιναν οι διδάσκαλοι της οικουμένης. Η δεύτερη εκδοχή: Μήπως μας εξαπάτησαν; Μήπως μας είπαν ψέματα; Αλλά γιατί να μας εξαπατήσουν; Τι θα κέρδιζαν με τα ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως αξιώματα, μήπως δόξα; Για να πει κάποιος ένα ψέμα, περιμένει κάποιο όφελος. Οι Απόστολοι όμως, κηρύσσοντες Χριστόν και Τούτον εσταυρωμένον και Αναστάντα εκ νεκρών, τα μόνα τα οποία εξασφάλιζαν ήσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι από ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις, και τέλος ο θάνατος. Και όλα αυτά για ένα ψέμα; Είναι εντελώς ανόητο και να το σκεφτεί κάποιος. Συνεπώς ούτε εξαπατήθηκαν ούτε μας εξαπάτησαν οι Απόστολοι. Μένει επομένως η Τρίτη εκδοχή ότι μας είπαν την αλήθεια. Θα πρέπει μάλιστα να σου τονίσω και το εξής: Οι Ευαγγελιστές είναι οι μόνοι οι οποίοι έγραψαν πραγματική ιστορία. Διηγούνται τα γεγονότα και μόνον αυτά. Δεν προβαίνουν σε καμία προσωπική κρίση. Κανένα δεν επαινούν, κανένα δεν κατακρίνουν. Δεν κάνουν καμία προσπάθεια να διογκώσουν κάποιο γεγονός ή να εξαφανίσουν ή να υποτιμήσουν κάποιο άλλο. Αφήνουν τα γεγονότα να μιλούν μόνα τους.  Αποκλείεται να έγινε στην περίπτωση του Χριστού νεκροφάνεια; Τις προάλλες έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιον Ινδό, τον οποίον έθαψαν και μετά από τρεις μέρες τον ξέθαψαν και ήταν ζωντανός.  Αχ, παιδάκι μου. Θα θυμηθώ και πάλι το λόγο του ιερού Αυγουστίνου: «Άπιστοι, δεν είσθε δύσπιστοι. Είσθε οι πλέον εύπιστοι. Δέχεσθε τα πιο απίθανα, τα πιο παράλογα, τα πιο αντιφατικά, για να αρνηθείτε το θαύμα!». Όχι, παιδί μου. Δεν έχουμε νεκροφάνεια στον Χριστό. Πρώτα- πρώτα έχουμε την μαρτυρία του Ρωμαίου κεντυρίωνος, ο οποίος βεβαίωσε τον Πιλάτο ότι ο θάνατος είχε επέλθει. Έπειτα το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί ότι ο Κύριος κατά την ίδια την ημέρα της Αναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας με δύο μαθητές Του προς Εμμαούς, που απείχε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από τα Ιεροσόλυμα. Φαντάζεσαι κάποιον να έχει υποστεί όσα υπέστη ο Χριστός και τρεις μέρες μετά το «θάνατό» του να του συνέβαινε νεκροφάνεια; Αν μη τι άλλο θα έπρεπε για σαράντα μέρες να τον ποτίζουν κοτόζουμο για να μπορεί να ανοίγει τα μάτια του, κι όχι να περπατά και να συζητά σαν να μη συνέβη τίποτα. Όσο για τον Ινδό, φέρε τον εδώ να τον μαστιγώσουμε με φραγγέλιο - και ξέρεις τι εστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στα άκρα του οποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ή σπασμένα κόκαλα ή μυτερά καρφιά -, φέρε τον, λοιπόν, να τον φραγγελώσουμε, να του φορέσουμε ακάνθινο στεφάνι, να τον σταυρώσουμε, να του δώσουμε χολή και ξύδι, να τον λογχίσουμε, να τον βάλουμε στον τάφο, κι αν αναστηθεί, τότε τα λέμε.  Παρά ταύτα όλες οι μαρτυρίες, τις οποίες επικαλεσθήκατε, προέρχονται από Μαθητές του Χριστού. Υπάρχει κάποια μαρτυρία περί αυτού, που να μην προέρχεται από τον κύκλο των Μαθητών του; Υπάρχουν δηλαδή ιστορικοί που να πιστοποιούν την Ανάσταση του Χριστού; Αν ναι, τότε θα πιστέψω κι εγώ.  Ταλαίπωρο παιδί! Δεν ξέρεις τι ζητάς! Αν υπήρχαν τέτοιοι ιστορικοί που να είχαν δει τον Χριστό αναστημένο, τότε αναγκαστικά θα πίστευαν στην Ανάστασή Του και θα την ανέφεραν πλέον ως πιστοί, οπότε και πάλι θα αρνιόσουν τη μαρτυρία τους, όπως ακριβώς απορρίπτεις τη μαρτυρία του Πέτρου, του Ιωάννου κ.λπ. Πώς είναι δυνατόν να βεβαιώνει κάποιος την Ανάσταση και ταυτόχρονα να μη γίνεται Χριστιανός; Μας ζητάς «πέρδικα ψητή σε κέρινο σουβλί και να λαλεί»! Αί δεν γίνεται! Σου θυμίζω πάντως, εφ’ όσον ζητάς ιστορικούς, αυτό το οποίο σου ανέφερα και προηγουμένως: ότι δηλαδή οι μόνοι πραγματικοί ιστορικοί είναι οι Απόστολοι. Παρ’ όλα αυτά όμως έχουμε και μαρτυρία τέτοια όπως την θέλεις: από κάποιον δηλαδή που δεν ανήκε στον κύκλο των Μαθητών Του. Του Παύλου. Ο Παύλος όχι μόνο δεν ήταν Μαθητής του Χριστού, αλλά και εδίωκε μετά μανίας την Εκκλησία Του.  Γι’ αυτόν όμως λένε ότι έπαθε ηλίαση και εξ αιτίας της είχε παραίσθηση.  Βρε παιδάκι μου, αν είχε παραίσθηση ο Παύλος, αυτό που θα ανεδύετο θα ήταν το υποσυνείδητό του. Και στο υποσυνείδητο του Παύλου θέση υψηλή κατείχαν οι Πατριάρχες και οι Προφήτες. Τον Αβραάμ και τον Ιακώβ και τον Μωυσή έπρεπε να δει κι όχι τον Ιησού, τον οποίο θεωρούσε λαοπλάνο και απατεώνα! Φαντάζεσαι καμιά πιστή γριούλα στο όνειρό της ή στο παραλήρημά της να βλέπει τον Βούδα ή τον Δία; Τον Άι Νικόλα θα δει και την Αγία Βαρβάρα. Διότι αυτούς πιστεύει. Και κάτι ακόμα. Στον Παύλο, όπως σημειώνει ο Παπίνι, υπάρχουν και τα εξής θαυμαστά: Πρώτον, τον αιφνίδιο της μεταστροφής. Κατ’ ευθείαν από την απιστία στην πίστη. Δεν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, το ισχυρών της πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις και αμφιβολίες. Και τρίτον, πίστη δια βίου. Πιστεύεις ότι αυτά μπορεί να λάβουν χώρα μετά από μια ηλίαση; Δεν εξηγούνται αυτά με τέτοιους τρόπους. Αν μπορείς εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς, παραδέξου το θαύμα. Και πρέπει να ξέρεις ότι ο Παύλος με τα δεδομένα τη εποχής του ήταν άνδρας εξόχως πεπαιδευμένος. Δεν ήταν κανένα ανθρωπάκι να μην ξέρει τι του γίνεται. Θα προσθέσω όμως και κάτι επί πλέον. Εμείς, παιδί μου, ζούμε σήμερα σε εξαιρετική εποχή. Ζούμε το θαύμα της Εκκλησίας του Χριστού. Όταν ο Χριστός είπε για την Εκκλησία Του ότι «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ις΄18), οι οπαδοί Του αριθμούσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα. Έκτοτε πέρασαν δύο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αυτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, η Εκκλησία όμως του Χριστού παραμένει ακλόνητη παρά τους συνεχείς και φοβερούς διωγμούς εναντίον της. Αυτό δεν είναι ένα θαύμα; Και κάτι τελευταίο. Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο αναφέρεται πως όταν η Παναγία μετά τον Ευαγγελισμό επισκέφτηκε την Ελισάβετ, τη μητέρα του Προδρόμου, εκείνη την εμακάρισε με τα λόγια: «Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Και η Παναγία απάντησε ως εξής: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο.. ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» (α΄48). Τι ήταν τότε η Παναγία; Μια άσημη κόρη της Ναζαρέτ ήταν. Ποίος την ήξερε; Παρά ταύτα από τότε ξεχάσθηκαν αυτοκρατορίες, έσβησαν λαμπρά ονόματα γυναικών, λησμονήθηκαν σύζυγοι και μητέρες στρατηλατών. Ποιός ξέρει ή ποιος θυμάται τη μητέρα του Μεγ. Ναπολέοντος ή τη μητέρα του Μεγ. Αλεξάνδρου; Σχεδόν κανείς. Όμως εκατομμύρια χείλη σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και σ’ όλους τους αιώνες υμνούν την ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ, «την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Ζούμε ή δεν ζούμε εμείς σήμερα, οι άνθρωποι του εικοστού αιώνα, την επαλήθευση του προφητικού αυτού λόγου της Παναγίας; Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν όσον αφορά και σε μια «δευτερεύουσα» προφητεία του Χριστού: Όταν στην οικία του Σύμωνος του λεπρού μια γυναίκα περιέχυσε στο κεφάλι του το πολύτιμο μύρο, είπε ο Κύριος: «Αμήν λέγω υμίν, όπου εάν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εν όλω τω κόσμω, λαληθήσεται και ο εποίησεν αυτή εις μνημόσυνον αυτής» (Ματθ. κς΄13). Πόσος ήταν ο κύκλος των οπαδών Του τότε, για να πει κανείς ότι αυτοί θα έκαναν τα αδύνατα δυνατά ώστε να εκπληρωθεί η προφητεία αυτή του Διδασκάλου τους; Και μάλιστα μια τέτοια προφητεία, η οποία με τα κριτήρια του κόσμου δεν έχει και καμία σημασία για τους πολλούς; Είναι ή δεν είναι θαύματα αυτά; Αν μπορείς, εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς όμως, παραδέξου τα ως τέτοια.  Ομολογώ ότι τα επιχειρήματά σας είναι ισχυρά. Έχω όμως να σας ρωτήσω κάτι ακόμη: Δεν νομίζετε ότι ο Χριστός άφησε το έργο του ημιτελές; Εκτός κι αν μας εγκατέλειψε. Δεν μπορώ να φαντασθώ έναν Θεό να παραμένει αδιάφορος στο δράμα του ανθρώπου. Εμείς να βολοδέρνουμε εδώ κι εκείνος από ψηλά να στέκεται απαθής.  Όχι παιδί μου. Δεν έχεις δίκιο. Ο Χριστός δεν άφησε το έργο Του ημιτελές. Αντιθέτως είναι η μοναδική περίπτωση ανθρώπου στην ιστορία, ο οποίος είχε τη βεβαιότητα ότι ολοκλήρωσε την αποστολή Του και δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει και να πει. Ακόμη κι ο μέγιστος των σοφών, ο Σωκράτης, ο οποίος μια ολόκληρη ζωή μιλούσε και δίδασκε, στο τέλος συνέθεσε και μια περίτεχνη απολογία και, αν ζούσε, θα είχε κι άλλα να πει. Μόνο ο Χριστός σε τρία χρόνια δίδαξε ότι είχε να διδάξει, έπραξε ότι ήθελε να πράξει και είπε το «τετέλεσται». Δείγμα κι αυτό της θεϊκής Του τελειότητας και αυθεντίας. Όσο για την εγκατάλειψη την οποία ανέφερες, σε καταλαβαίνω. Χωρίς Χριστό ο κόσμος είναι θέατρο του παραλόγου. Χωρίς Χριστό δεν μπορείς να εξηγήσεις τίποτε. Γιατί οι θλίψεις, γιατί οι αδικίες, γιατί οι αποτυχίες, γιατί οι ασθένειες, γιατί, γιατί, γιατί; Χιλιάδες πελώρια «γιατί». Κατάλαβέ το! Δεν μπορεί ο άνθρωπος να προσεγγίσει με την πεπερασμένη λογική του τα «γιατί» αυτά. Μόνο με τον Χριστό εξηγούνται όλα: Μας προετοιμάζουν για την αιωνιότητα. Ίσως εκεί μας αξιώσει ο Κύριος να πάρουμε απάντηση σε μερικά από τα «γιατί» αυτά. Αξίζει τον κόπο να σου διαβάσω ένα ωραίο ποίημα από τη συλλογή του Κωνσταντίνου Καλλινίκου «Δάφναι και Μυρσίναι» με τον τίτλο «Ερωτηματικά». Είπα στο γέροντα ασκητή τον εβδομηκοντάρη, που κυματούσε η κόμη του σαν πασχαλιάς κλωνάρι: Πες μου, πατέρα μου γιατί σε τούτη’ δω τη σφαίρα αχώριστα περιπατούν η νύχτα και η μέρα; Γιατί σαν να’σαν δίδυμα, φυτρώνουνε αντάμα τ’αγκάθι και το λούλουδο, το γέλιο και το κλάμα; Γιατί στην πιο ελκυστική του δάσους πρασινάδα σκορπιοί φωλιάζουν κι όχεντρες και κρύα φαρμακάδα; Γιατί προτού το τρυφερό μπουμπούκι ξεπροβάλει και ξεδιπλώσει μπρος στο φως τ’αμύριστά του κάλλη, μαύρο σκουλήκι έρχεται, μια μαχαιριά του δίνει κι ένα κουρέλι άψυχο στην κούνια του τ’αφήνει; Γιατί αλέτρι και σπορά και δουλευτάδες θέλει το στάχυ, ώσπου να γενεί ψωμάκι και καρβέλι και κάθε τι ωφέλιμο κι ευγενικό και θείο πληρώνεται με δάκρυα και αίματα στο βίο, ενώ ο παρασιτισμός αυτόματα θεριεύει κι η προστυχιά όλη τη γη να καταπιή γυρεύει; Τέλος, γιατί εις του παντός την τόση αρμονία να χώνεται η σύγχυσι κι η ακαταστασία; Απήντησε ο ασκητής με τη βαρειά φωνή του προς ουρανούς υψώνοντας το χέρι το δεξί του: Οπίσω από τα χρυσά εκεί επάνω νέφη κεντά ο Μεγαλόχαρος ατίμητο γκεργκέφι(=κέντημα). Κι εφόσον εις τα χαμηλά εμείς περιπατούμεν την όψι την ξανάστροφη, παιδί μου, θεωρούμε. Και είναι άρα φυσικό λάθη ο νους να βλέπη εκεί που να ευχαριστή και να δοξάζει πρέπει. Περίμενε σαν Χριστιανός να έλθη η ημέρα που η ψυχή σου φτερωτή θα σχίση τον αιθέρα και του Θεού το κέντημα απ’την καλή κοιτάξης και τότε…όλα σύστημα θα σου φανούν και τάξις! Ο Χριστός παιδί μου, δεν μας εγκατέλειψε ποτέ. Παραμένει κοντά μας, βοηθός και συμπαραστάτης, μέχρι συντελείας των αιώνων. Αυτό όμως θα το καταλάβεις μόνο αν γίνεις συνειδητό μέλος της Εκκλησίας Του και συνδεθείς με τα Μυστήριά της.

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...
Σε ευχαριστώ, Κύριε πολυέλεε, σε υμνώ, σε δοξάζω, γιατί μ' έπλασες από το τίποτα. Αλλά δεν μ' έπλασες μοναχά μια φορά, αλλά και κάθε μέρα με πλάθεις από το τίποτα, επειδή και κάθε μέρα με βγάζεις από τον ίσκιο του θανάτου που ξαναπέφτω. Μέσα στον ακαταμέτρητο τον κόσμο, μέσα στη μερ­μηγκιά των ανθρώπων, είμαι ένα τίποτα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Και μολαταύτα τον κάθε άνθρωπο τον θυμάσαι και τον βρίσκεις και τον τραβάς προς εσένα, και τον ζωοποιείς από πεθαμένον, και τον ξαναπλάθει το πατρικό χέρι σου, σαν να είναι ο καθένας μας μοναχά αυτός στον κόσμο. Η κραταιά δύναμή σου βαστά όλη την κτίση κι' όλες τις ψυχές σαν νάναι μια και μοναχή. Και τις κάνεις να νοιώσουνε την αθανασία σαν νάναι μια και μονάχη η καθεμιά και σε νοιώθουνε πατέρα τους σπλαχνικόν, που δεν κουράζεται να συχωρά και να ξαναπλάθει τον εαυτό μας, που πεθαίνει κάθε ώρα από την αμαρτία. ~Φώτης Κόντογλου~