Απενεργοποιημένη Λειτουργία

MainTabMenu

2 Δεκ 2009

Στην Παναγούδα να μιλήσουμε για ...αγίους


Για τους Αγίους, μόνον oι Άγιοι μπορούν να μιλούν, που έχουν κοινές πνευματικές εμπειρίες και αλληλοκατανοούνται» μου είπε κάποτε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος. Και μιας και μου λείπει η απαραίτητη αύτη προϋπόθεση, με την οποία θα μπορούσα να κατανοήσω την εσωτερικότητα της μεγάλης του πνευματικής καταστάσεως, δεν απομένει άλλο τίποτε από του να σταθώ σε ορισμένα εξωτερικά γεγονότα της ζωής του, που είχε την απέραντη και συγκαταβατική καλοσύνη να μου τα διηγηθεί, μήπως και διορθωθώ, τα όποια ωστόσο αποδεικνύουν το ύψος της κατά Θεόν αγιότητας του Ανδρός. Είπε λίγες μέρες πριν κοιμηθεί, οντάς στην μαρτυρική κλίνη της οδυνηρής ασθενείας του: «Χόρτασα, να πούμε ας υποθέσουμε, αυτές τις μέρες που είμαι στο νοσοκομείο, από χταπόδια και καλαμάρια. Τα εκδικούμαι έτσι, γιατί δεν πρόλαβαν να με φάνε εκείνα»- και επεξήγησε τα λόγια του: Όταν οι πρόσφυγες συγχωριανοί του Φαρασιώτες έφυγαν ξεριζωμένοι από το ευλογημένο καππαδοκικό χωριό τους, έχοντας μαζί τους και τον αγιασμένο ποιμένα τους Χατζη-Εφεντή, τον μετέπειτα όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, βρέθηκαν στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο σε κάποιο φορτηγό πλοίο, ταξιδεύοντας για την πατρίδα Ελλάδα. Όλοι πάνω στο κατάστρωμα, εξαθλιωμένοι και ταλαιπωρημένοι ψυχικώς και σωματικώς, με την κρυφή ελπίδα ότι θα ζήσουν πλέον ελεύθεροι ερχόμενοι στην ποθητή πατρίδα… Μαζί τους και η μακαρίτισσα η μάννα του Γέροντα, η κυρά Ευλαμπία, η γυναίκα του προέδρου των Φαράσων, λεχώνα με το νεογέννητο και νεοβάπτιστο αγοράκι της, τον Αρσένιο, τυλιγμένο στα γεννοφάσκια του. Όπως έκανε να περάσει κάποια γριούλα ανάμεσα στο στοιβαγμένο πλήθος, παραπάτησε και πάτησε με το βαρύ πόδι της το βρέφος στην κοιλίτσα του. Το μωράκι ξεφώνισε και μετά έμεινε ωσεί νεκρό. Η μανούλα του καταλαβαίνοντας πως το σπλάγχνο της πέθανε και φοβούμενη μην το πετάξουν οι ναυτικοί στην θάλασσα, όπως γίνεται με όλους τους εν πλω αποθνήσκοντας σύμφωνα με τους διεθνείς ναυτικούς κανονισμούς, το έκρυψε κάτω από το μακρύ φουστάνι της επί εννέα ώρες, ώσπου έφτασαν στον Πειραιά, για να το κηδέψει εκκλησιαστικώς. Εκεί μόλις αποβιβάστηκαν, το φαινόμενο ως νεκρό βρέφος ξαναζωντάνευε με την Χάρη του Θεού, για να ζωντανέψει στις μέρες μας αμέτρητες νεκρές ψυχές και να τις στηρίξει στην πορεία της ζωής με τις άγιες και σοφές συμβουλές και τις πυρακτωμένες προσευχές του.
«Των μειζόνων ανθρώπων πόρρωθεν προκαταβάλλονται αι αρχαί». Είναι αληθινή η πατερική αυτή ρήση και απόλυτα εφαρμόζεται στο πρόσωπο του οσίου Γέροντος. Από μικρό παιδάκι, στην Κόνιτσα όπου μεγάλωσε, έδειχνε τα θεϊκά σημάδια με την αγιασμένη ζωή του. Σαν άλλος παιδαριογέρων, όπως ο συμπατριώτης του όσιος Σάββας ο ηγιασμένος, κατέπληττε τους απλούς συγχωριανούς του, που καταλαβαίνοντας ή υποψιαζόμενοι την ουσία της κρυφής ζωής του, του απένειμαν την προσφώνηση «ο καλόγερος». «Και αυτό το πράγμα με βοήθησε», έλεγε ο Γέροντας. «Πάντοτε σκεφτόμουνα· Αφού ο κόσμος με λέγει καλόγερο, τι θέση έχω εγώ μέσα στον κόσμο; Πρέπει να πάω σε μοναστήρι». Αλλά και πριν αρχίσει τους μοναστικούς του αγώνες, ο μακάριος Γέροντας έκαμε πολλές «θείες τρέλλες» από την πλησμονή της αγάπης του για τον Θεό. Μπορεί πολλά πράγματα ως παιδί να μην τα ένοιωθε σε όλο το βάθος τους, όμως τα έκαμε σαν θεοδίδακτος, αφού από μικρή ηλικία συνήθισε τις συχνές αγιοφάνειες στην χαριτωμένη ζωή του. Τον κυνηγούσε η βαθειά επιθυμία και ευχή του βαπτιστού και συνωνύμου του πατρός Αρσενίου, που ήθελε να αφήσει πνευματικόν απόγονο στην θέση του. Και τον άφησε και τον χαρίτωσε με τις πατρικές του ευλογίες. Ο Άγιος τον Άγιο… Και τον έστειλε στο Περιβόλι της Πανάγιας μας, όπου και πρόκοψε και πλήθη πιστών βοήθησε να νοιώσουν κάτι από την γλυκύτητα της θείας ζωής. Αλλά και ο βαπτιστικός «φιλότιμο παιδί του φιλότεκνου Πατέρα», με την συγγραφή και κυκλοφορία του θαυμαστού βίου του Καππαδόκου αγίου ιερέως, απέδωσε στο έπακρον την πνευματική οφειλή του. Σαν να συναγωνίσθηκαν οι δυο τους Άγιοι, ποιος θα ξεπεράσει τον άλλο στο φιλότιμο και στην ευγνωμονητική ανταπόδοση. «Πρόβλημα εις διήγησιν» όσα αυτοψεί θεασάμεθα και αυτηκόως ακούσαμεν και κατά μεγίστη ευλογίαν Θεού εβιώσαμε κοντά στον άγιο αυτόν Άνθρωπο και μεγάλο Αγιορείτη ασκητή. Σαν μυθικό φαντάζει το όνομα του και η φωτεινή πορεία του θα σελαγίζει στο στερέωμα της Εκκλησίας μας και ο τάφος του στο Μοναστήρι του αγίου Θεολόγου στη Σουρωτή, θα γίνεται βρύση θαυματουργιών και παρακλητικής απαντήσεως των προβλημάτων των προσκυνητών, που τα εναποθέτουν με πόνο ψυχής και πίστη θερμή μπροστά στον απέριττο ξύλινο σταυρό του μνήματός του. Πιστεύομε δε πως ίσως και να αξιωθούμε να τον μνημονεύσουμε πολύ σύντομα μεταξύ των επισήμως ανεγνωρισμένων Αγίων της Εκκλησίας μας… «Εξ ονύχων τον λέοντα”: Ομολογώ πως δεν θα μπορέσω για πολλούς λόγους να αναμνησθώ εδώ των πλέον σημαντικών εμπειριών μου από την πολυχρόνια γνωριμία μου με τον Γέροντα. Καίτοι αυτός δεν έχει ανάγκη υστεροφημίας, ούτε κινδυνεύει από τις πτωχές ανθρώπινες κριτικές, όμως ζουν πρόσωπα που σχετίζονται με γεγονότα και δεν είναι φρόνιμο να βάλουμε σε πειρασμό αγαθούς αδελφούς. Θα αρκεσθώ γι’ αυτό σε ελάχιστα αλλά χαρακτηριστικά γεγονότα. «Να σου πω ευλογημένη ψυχή: ας υποθέσουμε να πούμε. Διακόσια θεϊκά οράματα και οπτασίες βλέπω, αλλά πετώ τις εκατόν εννενήντα εννιά και κρατώ τη μία. Ξέρεις τι επικίνδυνο πράγμα είναι να ασχολούμαστε με οράματα και αποκαλύψεις; Δεν θα μας κατηγορήσει ο καλός Πατέρας για τη στάση μας αυτή, αντιθέτως θα μας επαινέσει κιόλας, γιατί δείχνομε πνευματική σωφροσύνη». «Τρελλάθηκε ο κόσμος να πούμε. Μόνο εμένα και τον παπα Εφραίμ Κατουνακιώτη λένε άγιους. Ο παπα Έφραίμ, σύμφωνοι, είναι άγιος, αλλά εγώ δεν ξέρουν τι παλαιοτενεκές σκουριασμένος είμαι…Ο Θεός να με ελεήσει, να πούμε. Ξέρεις, ευλογημένη ψυχή; Σήμερα στο Άγιον Όρος πενήντα μεγάλοι άγιοι ζουν, αλλά είναι έξυπνοι και όχι σαν και μένα το βλάκα που βγήκε το όνομά μου και άιντε να το συμμαζέψω…Παρακαλούν, να πούμε, τον Ουράνιο Πατέρα και του λένε: Μη μας φανερώσεις σ’ αυτή τη ζωή· κράτησε τη δόξα για τη μέλλουσα βασιλεία. Και ο φιλότεκνος Πατέρας ακούει τα φιλότιμα παιδιά Του και τους κάνει το χατήρι. Αλλά ξέρεις; Εμείς από εδώ στην ανατολική πλευρά, επειδή έχομε υγρασία και δεν ευδοκιμεί η αγιότητα, φιλοξενούμε μόνο δεκατέσσαρες, ενώ η άλλη πλευρά, η δυτική, που εχει περισσότερο ήλιο, μας ξεπερνά· έχει τριάντα έξι”. Μετά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή τον επισκέφθηκα. «-Βρε καλώς τονε. Τι έγινε, ευλογημένη ψυχή, εκεί πέρα ας υποθέσουμε; Πως πέρασες τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Την κράτησες τη νηστεία; πώς πήγες με το τριήμερο της πρώτης εβδομάδος;» -Με την ευχή Σας, Γέροντα, ναι. Την πρώτη μέρα εντάξει. Τη δεύτερη είχα ένα πονοκέφαλο ενοχλητικό. Τη νύχτα όμως της Τρίτης προς την Τετάρτη, τα χρειάσθηκα. Έβλεπα μπροστά μου κάτι ταψιά με μπακλαβάδες και καταΐφια. Πήγαινα να φάω και άκουγα μια φωνή· «Μη! έχομε τριήμερο»! Μετά έβλεπα κάτι καταρράκτες νερό να πέφτουν. Πήγαινα να πιω, άκουγα πάλι τη φωνή: “Μη! έχομε τριήμερο”. Αφήστε… Ο Γέροντας γέλασε με την καρδιά του και είπε: -Σιγά τη νηστεία να πούμε. Να σου πω κάτι; Το Σάββατο του Ακάθιστου είπα να κάνω με τους γείτονες αγρυπνία στο εκκλησάκι μου προς τιμήν της Παναγίας μας. Μόλις τελείωσε η Λειτουργία, θέλησα να τους ετοιμάσω ένα καφεδάκι, ακούγοντας συγχρόνως και τις ευχές της ευχαριστίας της Θείας Μεταλήψεως. Ακόμη δεν είχε φέξει καλά. Μόλις μπήκα στο κουζινάκι να ανάψω φωτιά, βλέπω στην γωνία και έλαμπαν δυο ματάκια. Νόμισα πως θα είναι κάποιος από τους γάτους ή ο Μωάμεθ ή ο Αραφάτ. Φώναξα λοιπόν. “Ψιτ, ψιτ, Αραφάτ, Μωάμεθ”. Άκουσα μια φωνούλα εξασθενημένη: -Ποιος Αραφάτ και Μωάμεθ, ευλογημένε! Εγώ είμαι, ο τάδε μοναχός (δεν μου αποκάλυψε το όνομά του αν και επέμεινα· “Θα του κάνουμε κακό πνευματικά”, είπε ο Γέροντας). -Βρε ευλογημένη ψυχή, πως βρέθηκες εδώ; -Να, μπήκα την ώρα της αγρυπνίας που ψάλλατε, γιατί πεινώ. Έχεις τίποτε να μου δώσεις να φάω; -Από πότε έχεις να φας; -Από τις Απόκριες ούτε νερό δεν ήπια! -Τι λες βρε ευλογημένη ψυχή να πούμε εκεί πέρα, θα πάθουν τα νεφρά σου! (Ξέρεις, πάτερ, πολλές φορές νήστεψα από τροφή για σαράντα μέρες, αλλά από νερό είναι επικίνδυνο, γιατί χαλούν τα νεφρά. Και αυτός ο ευλογημένος εδώ είχε τριάντα έξι μέρες χωρίς φαγητό και νερό…) Ευτυχώς που μου έφεραν την προηγούμενη μέρα άπό το Κουτλουμούσι ένα τάπερ πλαστικό με πιλάφι και καλαμαράκια. Του το έδωσα και άρχισε να το τρώει με τα χέρια. -Σιγά, βρε ευλογημένη ψυχή. Τι κάνεις; Εσύ θα φας και το πλαστικό να πούμε, και δεν έχω και λεφτά να πληρώσω στο Κουτλουμούσι…-Ξέρεις, Γέροντα, πεινάω, έχεις τίποτε άλλο; Είχα κάτι ελιές που είχαν γίνει σαν πετραδάκια άπό την πολυκαιρία. Τις κατέβαζε με τα κουκούτσια…-Σιγά βρε ευλογημένη ψυχή, θα σπάσει το στομάχι σου…Που να μ’ ακούσει. -Έχεις τίποτε άλλο; Του έδωσα μια σακούλα παξιμάδια που είχα και του λέω· -Φύγε, γίνε καπνός για να μη μας καταλάβουν οι άλλοι, αφού ο εφημέριος άρχισε την απόλυση της Ευχαριστίας. Κατάλαβες, πάτερ μου, τι άγωνιστάς κρύβει το Άγιον Όρος; Και εμείς νομίζομε πως κάτι κάνομε νηστεύοντας το τριήμερο… Ιερομόναχος Ακάκιος Αγιορείτης

3 σχόλια :

  1. Εξαιρετικά ωφέλιμη η ανάρτηση αυτή. Εκφράζω ευχαριστίες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αναστάσιε αδερφέ μου καλή δύναμη και καλή συνέχεια και στην εξαιρετική δική σου προσπάθεια .
    Χαίρε εν Κυρίω πάντοτε !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΩΦΕΛΗΜΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΑς ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Γράψτε τα σχόλιά σας εδώ...

Δεν είναι κακό να αναφέρουμε την πηγή μας ...μας τιμά και μας καθιστά συνοδοιπόρους...


Παρακαλούνται όσοι αναδημοσιεύουν ας μην αφαιρούν το όνομα του συντάκτη , όπως και άλλα στοιχεία.

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...
Βαπτίστηκες και αναγεννήθηκες ... Μετανόησες κάτω από πετραχήλι και ξαναβαπτίστηκες ... Μετέλαβες τα άχραντα μυστήρια και ένιωσες ξανά βαπτισμένος εις το όνομα του τρισυπόστατου Θεού ... Υπάρχει ακόμα ένα βάπτισμα το τέταρτο κατά σειρά .. το βάπτισμα της ομολογίας ...στο αίμα της Πίστης ... Άραγε πόσοι από εμάς θα το αγαπήσουμε ; Τον Αναστάντα Θεό ας ομολογήσουμε ...Και ας πληρώσουμε το τίμημα της Ομολογίας ...όχι το αντίτιμο της απωλείας ...! Καλό Παράδεισο ! ( νώντας σκοπετέας)

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου .Tον Συνάναρχον Λόγον / πλ.α΄

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου  .Tον Συνάναρχον Λόγον / πλ.α΄
Τον θαυμάσιον μύστην Χριστού υμνήσωμεν , Μηλεσίου το κλέος και των Γερόντων φωνή , την βοήθειαν ημών και διόρασιν ˙ Τον αναπαύσαντα σοφώς τας ψυχάς των ασθενών , του πνεύματος συνεργεία . Πορφύριον Καυσοκαλυβίτην ,επικαλέσωμεν άπαντες. // Nώντας Σκοπετέας 27-11-2013 Απολυτίκιο με την ευκαιρία της επισήμου Αγιοκατατάξεως του Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου . Σημ: Το απολυτίκιο δεν περιέχεται σε αναγνωρισμένη ακολουθία , αλλά είναι προϊόν ευλαβείας και απέραντης ευγνωμοσύνης , προς τον Μεγάλο Άγιο του Θεού , στην μεγάλη η μέρα της Αγιοκατατάξεώς του .

Ουράνια Συντροφιά...

Ουράνια Συντροφιά...
Παλαιά συνηθίζαμε, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ν' αγιάζομε τα σπίτια. Κάποια χρονιά επήγα κι εγώ κι αγίαζα. Χτυπούσα τις πόρτες των διαμερισμάτων, μου ανοίγανε κι έμπαινα μέσα ψάλλοντας: "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...". Όπως πήγαινα στην οδό Μαιζώνος, βλέπω μια σιδερένια πόρτα. Ανοίγω, μπαίνω μέσα στην αυλή, που ήταν γεμάτη από μανταρινιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, και προχωρώ στη σκάλα. Ήταν μια σκάλα εξωτερική, που ανέβαινε πάνω και κάτω είχε υπόγειο. Ανέβηκα τη σκάλα, χτυπάω την πόρτα και παρουσιάζεται μια κυρία. Αφού μου άνοιξε, εγώ άρχισα κατά τη συνήθειά μου το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε...". Με σταματάει απότομα. Εν τω μεταξύ με ακούσανε και δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο βγαίνανε κοπέλες απ' τα δωμάτια. "Κατάλαβα, έπεσα σε οίκο ανοχής", είπα μέσα μου. Η γυναίκα μπήκε μπροστά μου να μ' εμποδίσει. -Να φύγεις, μου λέει. Δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το Σταυρό. Να φιλήσω εγώ το Σταυρό και να φύγεις, σε παρακαλώ. Εγώ τώρα πήρα σοβαρό και επιτιμητικό ύφος και της λέω: -Εγώ δεν μπορώ να φύγω! Εγώ είμαι παπάς, δεν μπορώ να φύγω! Ήλθα εδώ ν' αγιάσω. -Ναι, αλλά δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές. -Μα δεν ξέρομε αν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές ή εσύ. Διότι αν με ρωτήσει ο Θεός και ζητήσει να Του πω ποιος κάνει να φιλήσει το Σταυρό, οι κοπέλες ή εσύ, μπορεί να έλεγα: "Οι κοπέλες κάνει να τον φιλήσουν και όχι εσύ. Οι ψυχές τους είναι πιο καλές από τη δική σου". Εκείνη τη στιγμή εκοκκίνησε λίγο. Της λέω λοιπόν: -Άσε τα κορίτσια να φιλήσουν το Σταυρό. Τους έκανα νόημα να πλησιάσουν. Εγώ πιο μελωδικά από πρώτα έψαλλα το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...", διότι είχα μια χαρά μέσα μου, που ο Θεός οικονόμησε τα πράγματα να πάω και σ' αυτές τις ψυχές. Φιλήσανε όλες το Σταυρό. Ήταν όλες περιποιημένες, με τις πολύχρωμες φούστες κ.λπ. Και τους είπα: -Παιδιά μου, χρόνια πολλά. Ο Θεός μάς αγαπάει όλους. Είναι πολύ καλός και "βρέχει επί δικαίους και αδίκους". Όλοι Τον έχομε Πατέρα και για όλους μας ενδιαφέρεται ο Θεός. Μόνο να φροντίσομε να Τον γνωρίσομε και να Τον αγαπήσουμε κι εμείς και να γίνομε καλοί. Να Τον αγαπήσετε και θα δείτε πόσο ευτυχισμένες θα είστε. Κοιτάξανε απορημένες. Κάτι πήρε η ψυχούλα τους η ταλαιπωρημένη. -Χάρηκα, τους λέω τέλος, που μ' αξίωσε ο Θεός να έλθω σήμερα και να σας αγιάσω. Χρόνια πολλά! -Χρόνια πολλά, είπαν κι εκείνες κι έφυγα./Γ.Πορφύριος

Να μην μένει ούτε ίχνος αμαρτίας ...

Να μην μένει ούτε ίχνος αμαρτίας ...
Καταρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η εξομολόγηση δεν είναι μια απλή συζήτηση με τον πνευματικό-εξομολόγο επί διαφόρων αποριών ή και προβλημάτων του εξομολογουμένου. Αυτό μπορεί να γίνει σε κάποια άλλη ώρα ,εκτός εξομολογήσεως, ή έστω, ως προέκταση της καθαυτό εξομολογήσεως. Ούτε ασφαλώς είναι μια τυπική επίσκεψη στον ιερέα πριν από τις μεγάλες εορτές, με μια κατ’ επιλογήν επισήμανση αμαρτιών ή και απλή εκζήτηση της «ευχής». Στην περίπτωση αυτή η εξομολόγηση λειτουργεί ως άλλοθι της ενοχής του ανθρώπου – «να ησυχάσουμε τη φωνή της συνειδήσεως»- με συνέπεια την παγίωση της αμαρτίας και την σκλήρυνση της ψυχής. Η εξομολόγηση είναι το μυστήριο εκείνο , που φανερώνει τη γνησιότητα της μετανοίας του πιστού. Πραγματοποιούμενη ενώπιον της Εκκλησίας –στα πρώτα χριστιανικά χρόνια ενώπιον όλων και αργότερα ενώπιον του εκπροσώπου της Εκκλησίας πνευματικού εξομολόγου- αποτελεί το αποκορύφωμα της εν ταπεινώσει και συντριβή αναγνώρισης από τον πιστό ότι η ζωή του δεν βρίσκεται στην τροχιά του Χριστού και των αγίων ∙ ότι έσφαλε και σφάλλει, στο βαθμό που ή εκούσια ή ακούσια προσέβαλε την αγάπη στο πρόσωπο του Θεού ή των συνανθρώπων του. Παράλληλα όμως με την ομολογία αυτή εκδηλώνει και την ακλόνητη πεποίθησή του στην αγάπη και το έλεος του Θεού, τα οποία αναγνωρίζει ότι υπερβαίνουν την κατάντια του και έχουν τη δύναμη να τον ανορθώσουν και να τον οδηγήσουν σε ανώτερα πνευματικά ύψη: να ακολουθεί το Χριστό! Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν η εξομολόγηση αφενός προϋποθέτει τη συναίσθηση της αμαρτωλότητος του εξομολογουμένου και την πίστη του στην φιλανθρωπία του πανοικτίρμονος Θεού, αφετέρου έχει εκκλησιαστικό χαρακτήρα. Τυχόν λοιπόν προσέλευση στο μυστήριο, χωρίς την απαιτούμενη προετοιμασία με εξομολόγηση εν μετανοία ενώπιον πρώτα του Θεού, αποτελεί εμπαιγμό του μυστηρίου ή το λιγότερο άγνοια της παραδόσεως της Εκκλησίας. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, να προσέρχεται ο εξομολογούμενος απροετοίμαστος , επόμενο είναι να μη γεύεται τα αγαθά και τις δωρεές , που ο Θεός έχει υποσχεθεί να δώσει. Και τα αγαθά αυτά είναι η εξάλειψη κάθε αμαρτίας, αλλά και η δικαίωση του ανθρώπου. «Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών , πιστός εστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» ( Α’ Ιω.1,9 ) . Και ο προφήτης Ησαΐας , ήδη από το χώρο της Π. Διαθήκης, διαλαλεί: « Εάν είναι οι αμαρτίες σας κόκκινες σαν το αίμα, θα τις κάνω λευκές σαν το χιόνι» ( Πρβλ. Ης. 1,18 ) . Ο άγιος Χρυσόστομος ερμηνεύει τα παραπάνω: « Η μετάνοια δικαιώνει… Στο ληστή δεν είπε ο Κύριος, σε απαλλάσσω από την κόλαση και την τιμωρία, αλλά τον βάζει μέσα στον Παράδεισο, δίκαιο. Μη λες λοιπόν πάλι, Αμάρτησα πολύ και πώς θα μπορέσω να σωθώ; Συ δεν μπορείς, μα ο Κύριός σου μπορεί , και τόσο πολύ, ώστε να σβήσει τελείως τα αμαρτήματά σου… Τόσο τέλεια σβήνει τα αμαρτήματα , ώστε να μην μένει ούτε ίχνος από αυτά. Ο Θεός λοιπόν χαρίζει και την ομορφιά μαζί με την υγεία, μαζί με την απαλλαγή από την κόλαση δίνει και τη δικαιοσύνη και κάνει τον αμαρτωλό να είναι ίσος με αυτόν που δεν αμάρτησε. Διότι εξαφανίζει το αμάρτημα και το κάνει να μην υπάρχει και να μην έχει γίνει ποτέ. Έτσι τέλεια το εξαφανίζει, δεν μένει ούτε σημάδι, ούτε ίχνος, ούτε απόδειξη, ούτε δείγμα» (Ομιλία η΄, περί μετανοίας ) . Έτσι με την εν μετανοία συμμετοχή μας στο ιερό μυστήριο της εξομολογήσεως επανερχόμαστε στο αφετηριακό σημείο του βαπτίσματός μας. Όπως δηλ. τότε που βαπτισθήκαμε, κάθε αμάρτημά μας, ιδίως δε το προπατορικό λεγόμενο με τις κληρονομικές του συνέπειες της φθοράς και του θανάτου, εξαλείφθηκε, έτσι και τώρα, στο δεύτερο αυτό και επαναλαμβανόμενο βάπτισμα της μετανοίας, κάθε αμάρτημα που εκάναμε, μετά το πρώτο, εν λόγω ή έργω ή διανοία, εξαλείφεται και μας φέρει καθαρούς και πάλι στο σημείο εκκινήσεως της πνευματικής ζωής. Η ζωή μας στη φάση αυτή επανασυντονίζεται με τους χτύπους της παράδοσης της Εκκλησίας∙ «πιάνουμε» ξανά το σταθμό του Θεού∙ αρχίζουμε και (επι)κοινωνούμε με όλους τους αγίους. «Γιατί έτσι, όπως θα είναι ο νους σου συγχυσμένος ,ούτε θα καταλάβεις τι θα σου πω ούτε και θα θυμάσαι σε λίγο τίποτα. Άμα όμως εξομολογηθείς και μπεις και συ στην ίδια πνευματική συχνότητα με μας, τότε θα μπορέσουμε άνετα να συνεννοηθούμε» ( π. Παϊσιος ) .

Αχ παιδί μου ...ο Χριστός δεν μας εγκατέλειψε ποτέ !

Αχ παιδί μου ...ο Χριστός δεν μας εγκατέλειψε ποτέ !
Ένα πρωινό συζητά ο Γέροντας με δυο-τρεις επισκέπτες στο σπίτι του. Ο ένας είναι ιδεολόγος άθεος και κομμουνιστής. Σε μια στιγμή έρχεται κάποιος απ’ έξω και τους πληροφορεί ότι η Αθήνα έχει γεμίσει από φωτογραφίες του Μάου Τσε Τούγκ με την επιγραφή: «Δόξα στον μεγάλο Μάο». Ήταν η ημέρα κατά την οποία είχε πεθάνει ο Κινέζος δικτάτορας. Γέροντας: Έτσι είναι, παιδάκι μου. Δεν υπάρχουν άθεοι. Ειδωλολάτρες υπάρχουν, οι οποίοι βγάζουν τον Χριστό από τον θρόνο Του και στη θέση Του τοποθετούν τα είδωλά τους. Εμείς λέμε: «Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι». Αυτοί λένε: «Δόξα στον μεγάλο Μάο». Διαλέγεις και παίρνεις. Άθεος: Και σεις παππούλη, το παίρνετε το ναρκωτικό σας. Μόνο που εσείς το λέτε Χριστό, ο άλλος το λέει Αλλάχ, ο τρίτος Βούδα κ.ο.κ.  Ο Χριστός παιδί μου, δεν είναι ναρκωτικό. Ο Χριστός είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου. Αυτός που με σοφία κυβερνά τα πάντα: από το πλήθος των απέραντων γαλαξιών μέχρι τα απειροελάχιστα σωματίδια του μικρόκοσμου. Αυτός που δίνει τη ζωή σε όλους μας. Αυτός που σε έφερε στον κόσμο και σου έχει δώσει τόση ελευθερία, ώστε να μπορείς να Τον αμφισβητείς, αλλά και να Τον αρνείσαι ακόμη.  Παππούλη, δικαίωμά σας είναι να τα πιστεύετε όλα αυτά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και αληθινά. Αποδείξεις έχετε;  Εσύ όλα αυτά τα θεωρείς παραμύθια, έτσι δεν είναι;  Βεβαίως.  Αποδείξεις έχεις; Μπορείς να μου αποδείξεις ότι όσα πιστεύω εγώ είναι ψεύτικα;  …….  Δεν απαντάς, διότι και συ δεν έχεις αποδείξεις. Άρα και συ πιστεύεις ότι είναι παραμύθια. Κι εγώ μεν ομιλώ περί πίστεως, όταν αναφέρομαι στον Θεό. Εσύ όμως, ενώ απορρίπτεις τη δική μου πίστη, στην ουσία πιστεύεις στην απιστία σου, αφού δεν μπορείς να την τεκμηριώσεις με αποδείξεις. Πρέπει όμως να σου πω ότι η πίστη η δική μου δεν είναι ξεκάρφωτη. Υπάρχουν κάποια υπερφυσικά γεγονότα, πάνω στα οποία θεμελιώνεται.  Μια στιγμή! Μια και μιλάτε για πίστη, τι θα πείτε στους Μωαμεθανούς π.χ. ή στους Βουδιστές; Διότι κι εκείνοι ομιλούν περί πίστεως. Κι εκείνοι διδάσκουν υψηλές ηθικές διδασκαλίες. Γιατί η δική σας πίστη είναι καλύτερη από εκείνων;  Με αυτήν την ερώτησή σου τίθεται το κριτήριο της αλήθειας. Διότι βεβαίως η αλήθεια είναι μία και μόνη. Δεν υπάρχουν πολλές αλήθειες. Ποιος όμως κατέχει την αλήθεια; Ιδού το μεγάλο ερώτημα. Έτσι δεν πρόκειται για καλύτερη ή χειρότερη πίστη! Πρόκειται για την μόνη αληθινή πίστη! Δέχομαι ότι ηθικές διδασκαλίες έχουν και τα άλλα πιστεύω. Βεβαίως οι ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού υπερέχουν ασυγκρίτως. Εμείς όμως δεν πιστεύουμε στον Χριστό για τις ηθικές Του διδασκαλίες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους», ούτε για τα κηρύγματά Του περί ειρήνης και δικαιοσύνης, ελευθερίας και ισότητας. Εμείς πιστεύουμε στον Χριστό, διότι η επί γης παρουσία Του συνοδεύθηκε από υπερφυσικά γεγονότα, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Θεός.  Κοιτάξτε. Κι εγώ παραδέχομαι ότι ο Χριστός ήταν σπουδαίος φιλόσοφος και μεγάλος επαναστάτης αλλά μην τον κάνουμε και Θεό τώρα…  Αχ παιδί μου! Όλοι οι μεγάλοι άπιστοι της ιστορίας εκεί σκάλωσαν. Το ψαροκόκαλο που τους κάθισε στο λαιμό και δεν μπορούσαν να το καταπιούν, αυτό ακριβώς ήταν. Το ότι ο Χριστός είναι και Θεός. Πολλοί από αυτούς ήσαν διατεθειμένοι να πουν στον Κύριο: Μη λες πως είσαι Θεός ενανθρωπήσας. Πες ότι είσαι απλός άνθρωπος και μεις είμαστε έτοιμοι να σε θεοποιήσουμε. Γιατί θέλεις να είσαι Θεός ενανθρωπήσας και όχι άνθρωπος αποθεωθείς; Εμείς δεχόμαστε να σε αποθεώσουμε, να σε ανακηρύξουμε στο μέγιστο των ανθρώπων, τον αγιότατο, τον ηθικότατο, τον ανεπανάληπτο. Δεν σου αρκούν αυτά; Ο κορυφαίος του χορού των αρνητών, ο Ερνέστος Ρενάν, βροντοφωνεί περί του Χριστού: «Για δεκάδες χιλιάδες χρόνια ο κόσμος θα ανυψώνεται δια σου», είσαι «ο ακρογωνιαίος λίθος της ανθρωπότητας ώστε το να αποσπάσει κάποιος το όνομά σου από τον κόσμο τούτο θα ήταν ίσο με τον εκ θεμελίων κλονισμό του», «οι αιώνες θα διακηρύσσουν ότι μεταξύ των υιών των ανθρώπων δεν γεννήθηκε κανένας υπέρτερός σου». Η επόμενη φράση τους; «Θεός όμως δεν είσαι!». Και δεν αντιλαμβάνονται οι ταλαίπωροι ότι όλα αυτά συνιστούν για την ψυχή τους μια ανέκφραστη τραγωδία! Το δίλημμα αναπόφευκτα είναι αμείλικτο: Ή είναι Θεός ενανθρωπήσας ο Χριστός, οπότε πράγματι, και μόνον τότε, αποτελεί την ηθικοτέρα, την αγιοτέρα και την ευγενεστέρα μορφή της ανθρωπότητας, ή δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, οπότε όμως δεν είναι δυνατόν να είναι τίποτε από όλα αυτά. Αντιθέτως αν ο Χριστός δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, τότε πρόκειται για την απαισιοτέρα, τη φρικτοτέρα και την απεχθεστέρα ύπαρξη της ανθρώπινης ιστορίας.  Τι είπατε;  Αυτό που άκουσες! Βαρύς ο λόγος, απολύτως όμως αληθής. Και ιδού γιατί: Τι είπαν για τον εαυτό τους, ή ποια ιδέα είχαν για τον εαυτό τους όλοι οι πραγματικοί μεγάλοι άνδρες της ανθρωπότητας; Ο «ανδρών απάντων σοφώτατος» Σωκράτης διακήρυσσε το: «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Όλοι οι σπουδαίοι άνδρες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αβραάμ και το Μωυσή μέχρι τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Παύλο, αυτοχαρακτηρίζονται «γη και σποδός (=στάχτη)», «ταλαίπωροι», «εκτρώματα»,κ.τ.λ. Η συμπεριφορά αντιθέτως του Ιησού είναι παραδόξως διαφορετική! Και λέω παραδόξως διαφορετική διότι το φυσικό και το λογικό θα ήταν να είναι παρόμοια η συμπεριφορά Του. Αυτός μάλιστα, ως ανώτερος και υπέρτερος από όλους τους άλλους, θα έπρεπε να έχει ακόμη κατώτερη και ταπεινότερη ιδέα για τον εαυτό Του. Ηθικώς τελειότερος από κάθε άλλον έπρεπε να υπερακοντίζει σε αυτομεμψία και ταπεινό φρόνημα όλους τους παραπάνω και οποιονδήποτε άλλον, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι τη συντέλεια των αιώνων. Συμβαίνει όμως το αντίθετο! Πρώτα πρώτα διακηρύσσει ότι είναι αναμάρτητος: «Τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;» (Ιωαν. η΄46). «Έρχεται ο του κόσμου τούτου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιωαν. Ιδ΄30). Εκφράζει επίσης πολύ υψηλές ιδέες περί Εαυτού:«Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ιωαν. η΄12),«Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωαν. Ιδ΄6). Εκτός όμως αυτών, προβάλλει και αξιώσεις απολύτου αφιερώσεως στο Πρόσωπό Του. Εισχωρεί ακόμη και στις ιερότερες σχέσεις των ανθρώπων και λέει: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ούκ εστί μου άξιος και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ούκ εστί μου άξιος» (Ματθ. ι΄37). «Ήλθον διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά τις μητρός αυτής και νύμφη κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι΄35). Απαιτεί ακόμη και μαρτυρική ζωή και θάνατο από τους μαθητές Του: «Παραδώσουσιν υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού… Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου ο δε υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται… Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα… Όστις αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ… Ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν» (Ματθ. ι΄17 κ.έ.). Και τώρα σε ρωτώ: Τόλμησε ποτέ κανείς να διεκδικήσει υπέρ αυτού την αγάπη των ανθρώπων πάνω κι από την ίδια τους τη ζωή; Τόλμησε ποτέ κανείς να διακηρύξει την απόλυτη αναμαρτησία του; Τόλμησε ποτέ κανείς να εκστομίσει το: «Εγώ ειμί η αλήθεια»;(Ιωάν. Ιδ΄6). Κανείς και πουθενά! Μόνο ένας Θεός θα μπορούσε να τα κάνει αυτά. Φαντάζεσαι τον δικό σας τον Μαρξ να’ λεγε κάτι τέτοια; Θα τον περνούσαν για τρελό και δεν θα βρισκόταν κανείς να τον ακολουθήσει. Για σκέψου τώρα, πόσα εκατομμύρια άνθρωποι θυσίασαν τα πάντα για χάρη του Χριστού, ακόμα και αυτή τη ζωή τους, πιστεύοντας στην περί εαυτού αλήθεια των λόγων Του! Εάν οι περί εαυτού διακηρύξεις Του ήσαν ψευδείς, ο Ιησούς θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας οδηγώντας τόσους πολλούς σε τόσο βαριά θυσία. Ποιος άνθρωπος, όσο μεγάλος, όσο σπουδαίος, όσο σοφός κι αν είναι, θα άξιζε αυτή τη μεγάλη προσφορά και θυσία; Ποιος; Κανένας! Μόνο εάν ήταν Θεός! Μ’ άλλα λόγια: Όποιος άνθρωπος απαιτούσε αυτή τη θυσία από τους οπαδούς του, θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας. Ο Χριστός όμως και την απαίτησε και την πέτυχε. Παρά ταύτα από τους αρνητές της θεότητάς Του αναγορεύτηκε η ευγενεστέρα και αγιότερα μορφή της ιστορίας. Οπότε: Η παραλογίζονται οι αρνητές ονομάζοντας αγιότερο τον απαισιώτερο, ή για να μην υπάρχει παραλογισμός, αλλά να έχει λογική η συνύπαρξη απαιτήσεων του Χριστού και αγιότητός Του, θα πρέπει αναγκαστικά να δεχθούν ότι ο Χριστός εξακολουθεί να παραμένει η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ανθρωπότητας μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι είναι και Θεός! Αλλιώς είναι, όπως είπαμε, όχι η αγιοτέρα, αλλά η φρικτοτέρα μορφή της ιστορίας, ως αιτία της μεγαλυτέρας θυσίας των αιώνων, εν ονόματι ενός ψεύδους! Έτσι η θεότητα του Χριστού αποδεικνύεται βάση αυτούς τους ίδιους τους περί αυτού χαρακτηρισμούς των αρνητών Του!...  Όσα είπατε είναι πράγματι εντυπωσιακά, δεν αποτελούν όμως παρά συλλογισμούς. Ιστορικά στοιχεία, που να θεμελιώνουν τη Θεότητά του, έχετε;  Σου είπα και προηγουμένως ότι τα πειστήρια της Θεότητός Του είναι τα υπερφυσικά γεγονότα που συνέβησαν όσο καιρό ήταν εδώ στη γη. Ο Χριστός δεν αρκέστηκε μόνο να διακηρύσσει τις παραπάνω αλήθειες, αλλά επικύρωνε τους λόγους Του και με πλήθος θαυμάτων. Έκανε τυφλούς να βλέπουν, παράλυτους να περπατούν, έθρεψε με δύο ψάρια και πέντε ψωμιά πέντε χιλιάδες άνδρες και πολλαπλάσιες γυναίκες και παιδιά, διαιτάσαι τα στοιχεία της φύσεως και αυτά υπάκουαν, ανέστησε νεκρούς μεταξύ των οποίων και τον Λάζαρο τέσσερις μέρες μετά τον θάνατό του. Μεγαλύτερο όμως από όλα τα θαύματά είναι η Ανάστασή Του. Όλο το οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως. Αυτό δεν το λέω εγώ. Το λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών»(Κορ. Ιε΄ 17). Αν ο Χριστός δεν ανέστη, τότε όλα καταρρέουν. Ο Χριστός όμως ανέστη πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου, άρα Θεός.  Εσείς τα είδατε όλα αυτά; Πώς τα πιστεύετε;  Όχι, εγώ δεν τα είδα. Τα είδαν όμως άλλοι, οι Απόστολοι. Αυτοί στη συνέχεια τα γνωστοποίησαν και μάλιστα προσυπέγραψαν τη μαρτυρία τους με το αίμα τους. Κι όπως όλοι δέχονται, η μαρτυρία της ζωής είναι η υψίστη μαρτυρία. Φέρε μου και συ κάποιον να μου πει πώς ο Μαρξ απέθανε και ανέστη και να θυσιάσει τη ζωή του για τη μαρτυρία αυτή κι εγώ θα τον πιστέψω ως τίμιος άνθρωπος.  Να σας πω. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν για την ιδεολογία τους. Γιατί δεν ασπάζεσθε και τον κομμουνισμό;  Το είπες και μόνος σου. Οι κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Δεν πέθαναν για γεγονότα. Σε μια ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο να υπεισέλθει πλάνη. Επειδή δε είναι ίδιον της ανθρώπινης ψυχής θυσιάζεται για κάτι στο οποίο πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να την δεχθούμε και ως σωστή. Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνεις για ιδέες και άλλο για γεγονότα. Οι Απόστολοι όμως δεν πέθαναν για ιδέες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους» ούτε για τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα. Και όταν λέμε γεγονός εννοούμε, ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό από αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν δι «ο ακηκόασι, ο εωράκασι τοις οφθαλμοίς αυτών, ο εθεάσαντο και αι χείρες αυτών εψηλάφησαν» (Α΄ Ιωάν. Α΄1)» Με βάση ένα πολύ ωραίο συλλογισμό του Πασχάλ λέμε ότι με τους Αποστόλους συνέβη ένα από τα τρία: Ή απατήθηκαν ή μας εξαπάτησαν ή μας είπαν την αλήθεια. Ας πάρουμε την πρώτη εκδοχή. Δεν είναι δυνατόν να απατήθηκαν οι Απόστολοι, διότι όσα αναφέρουν δεν τα έμαθαν από άλλους. Αυτοί οι ίδιοι ήσαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες όλων αυτών. Εξ άλλου δεν ήσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι ούτε είχαν καμιά ψυχολογική προδιάθεση για την αποδοχή του γεγονότος της Αναστάσεως. Αντιθέτως ήσαν τρομερά δύσπιστοι. Τα Ευαγγέλια είναι πλήρως αποκαλυπτικά αυτών των ψυχικών τους διαθέσεων: δυσπιστούν στις διαβεβαιώσεις ότι κάποιοι Τον είχαν δει αναστάντα. Και κάτι άλλο. Τι ήσαν οι Απόστολοι πριν τους καλέσει ο Χριστός; Μήπως ήσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ή οραματιστές φιλοσοφικών και κοινωνικών συστημάτων, που περίμεναν να κατακτήσουν την ανθρωπότητα και να ικανοποιήσουν έτσι τις φαντασιώσεις τους; Κάθε άλλο. Αγράμματοι ψαράδες ήσαν. Και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να πιάσουν κανένα ψάρι να θρέψουν τις οικογένειές τους. Γι’ αυτό και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, παρά τα όσα είχαν ακούσει και δει, επέστρεψαν στα πλοιάρια και στα δίχτυα τους. Δεν υπήρχε δηλαδή σ’ αυτούς, όπως αναφέραμε, ούτε ίχνος προδιαθέσεως για όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν. Και μόνο μετά την Πεντηκοστή, «ότε έλαβον δύναμιν εξ ύψους», έγιναν οι διδάσκαλοι της οικουμένης. Η δεύτερη εκδοχή: Μήπως μας εξαπάτησαν; Μήπως μας είπαν ψέματα; Αλλά γιατί να μας εξαπατήσουν; Τι θα κέρδιζαν με τα ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως αξιώματα, μήπως δόξα; Για να πει κάποιος ένα ψέμα, περιμένει κάποιο όφελος. Οι Απόστολοι όμως, κηρύσσοντες Χριστόν και Τούτον εσταυρωμένον και Αναστάντα εκ νεκρών, τα μόνα τα οποία εξασφάλιζαν ήσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι από ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις, και τέλος ο θάνατος. Και όλα αυτά για ένα ψέμα; Είναι εντελώς ανόητο και να το σκεφτεί κάποιος. Συνεπώς ούτε εξαπατήθηκαν ούτε μας εξαπάτησαν οι Απόστολοι. Μένει επομένως η Τρίτη εκδοχή ότι μας είπαν την αλήθεια. Θα πρέπει μάλιστα να σου τονίσω και το εξής: Οι Ευαγγελιστές είναι οι μόνοι οι οποίοι έγραψαν πραγματική ιστορία. Διηγούνται τα γεγονότα και μόνον αυτά. Δεν προβαίνουν σε καμία προσωπική κρίση. Κανένα δεν επαινούν, κανένα δεν κατακρίνουν. Δεν κάνουν καμία προσπάθεια να διογκώσουν κάποιο γεγονός ή να εξαφανίσουν ή να υποτιμήσουν κάποιο άλλο. Αφήνουν τα γεγονότα να μιλούν μόνα τους.  Αποκλείεται να έγινε στην περίπτωση του Χριστού νεκροφάνεια; Τις προάλλες έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιον Ινδό, τον οποίον έθαψαν και μετά από τρεις μέρες τον ξέθαψαν και ήταν ζωντανός.  Αχ, παιδάκι μου. Θα θυμηθώ και πάλι το λόγο του ιερού Αυγουστίνου: «Άπιστοι, δεν είσθε δύσπιστοι. Είσθε οι πλέον εύπιστοι. Δέχεσθε τα πιο απίθανα, τα πιο παράλογα, τα πιο αντιφατικά, για να αρνηθείτε το θαύμα!». Όχι, παιδί μου. Δεν έχουμε νεκροφάνεια στον Χριστό. Πρώτα- πρώτα έχουμε την μαρτυρία του Ρωμαίου κεντυρίωνος, ο οποίος βεβαίωσε τον Πιλάτο ότι ο θάνατος είχε επέλθει. Έπειτα το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί ότι ο Κύριος κατά την ίδια την ημέρα της Αναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας με δύο μαθητές Του προς Εμμαούς, που απείχε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από τα Ιεροσόλυμα. Φαντάζεσαι κάποιον να έχει υποστεί όσα υπέστη ο Χριστός και τρεις μέρες μετά το «θάνατό» του να του συνέβαινε νεκροφάνεια; Αν μη τι άλλο θα έπρεπε για σαράντα μέρες να τον ποτίζουν κοτόζουμο για να μπορεί να ανοίγει τα μάτια του, κι όχι να περπατά και να συζητά σαν να μη συνέβη τίποτα. Όσο για τον Ινδό, φέρε τον εδώ να τον μαστιγώσουμε με φραγγέλιο - και ξέρεις τι εστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στα άκρα του οποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ή σπασμένα κόκαλα ή μυτερά καρφιά -, φέρε τον, λοιπόν, να τον φραγγελώσουμε, να του φορέσουμε ακάνθινο στεφάνι, να τον σταυρώσουμε, να του δώσουμε χολή και ξύδι, να τον λογχίσουμε, να τον βάλουμε στον τάφο, κι αν αναστηθεί, τότε τα λέμε.  Παρά ταύτα όλες οι μαρτυρίες, τις οποίες επικαλεσθήκατε, προέρχονται από Μαθητές του Χριστού. Υπάρχει κάποια μαρτυρία περί αυτού, που να μην προέρχεται από τον κύκλο των Μαθητών του; Υπάρχουν δηλαδή ιστορικοί που να πιστοποιούν την Ανάσταση του Χριστού; Αν ναι, τότε θα πιστέψω κι εγώ.  Ταλαίπωρο παιδί! Δεν ξέρεις τι ζητάς! Αν υπήρχαν τέτοιοι ιστορικοί που να είχαν δει τον Χριστό αναστημένο, τότε αναγκαστικά θα πίστευαν στην Ανάστασή Του και θα την ανέφεραν πλέον ως πιστοί, οπότε και πάλι θα αρνιόσουν τη μαρτυρία τους, όπως ακριβώς απορρίπτεις τη μαρτυρία του Πέτρου, του Ιωάννου κ.λπ. Πώς είναι δυνατόν να βεβαιώνει κάποιος την Ανάσταση και ταυτόχρονα να μη γίνεται Χριστιανός; Μας ζητάς «πέρδικα ψητή σε κέρινο σουβλί και να λαλεί»! Αί δεν γίνεται! Σου θυμίζω πάντως, εφ’ όσον ζητάς ιστορικούς, αυτό το οποίο σου ανέφερα και προηγουμένως: ότι δηλαδή οι μόνοι πραγματικοί ιστορικοί είναι οι Απόστολοι. Παρ’ όλα αυτά όμως έχουμε και μαρτυρία τέτοια όπως την θέλεις: από κάποιον δηλαδή που δεν ανήκε στον κύκλο των Μαθητών Του. Του Παύλου. Ο Παύλος όχι μόνο δεν ήταν Μαθητής του Χριστού, αλλά και εδίωκε μετά μανίας την Εκκλησία Του.  Γι’ αυτόν όμως λένε ότι έπαθε ηλίαση και εξ αιτίας της είχε παραίσθηση.  Βρε παιδάκι μου, αν είχε παραίσθηση ο Παύλος, αυτό που θα ανεδύετο θα ήταν το υποσυνείδητό του. Και στο υποσυνείδητο του Παύλου θέση υψηλή κατείχαν οι Πατριάρχες και οι Προφήτες. Τον Αβραάμ και τον Ιακώβ και τον Μωυσή έπρεπε να δει κι όχι τον Ιησού, τον οποίο θεωρούσε λαοπλάνο και απατεώνα! Φαντάζεσαι καμιά πιστή γριούλα στο όνειρό της ή στο παραλήρημά της να βλέπει τον Βούδα ή τον Δία; Τον Άι Νικόλα θα δει και την Αγία Βαρβάρα. Διότι αυτούς πιστεύει. Και κάτι ακόμα. Στον Παύλο, όπως σημειώνει ο Παπίνι, υπάρχουν και τα εξής θαυμαστά: Πρώτον, τον αιφνίδιο της μεταστροφής. Κατ’ ευθείαν από την απιστία στην πίστη. Δεν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, το ισχυρών της πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις και αμφιβολίες. Και τρίτον, πίστη δια βίου. Πιστεύεις ότι αυτά μπορεί να λάβουν χώρα μετά από μια ηλίαση; Δεν εξηγούνται αυτά με τέτοιους τρόπους. Αν μπορείς εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς, παραδέξου το θαύμα. Και πρέπει να ξέρεις ότι ο Παύλος με τα δεδομένα τη εποχής του ήταν άνδρας εξόχως πεπαιδευμένος. Δεν ήταν κανένα ανθρωπάκι να μην ξέρει τι του γίνεται. Θα προσθέσω όμως και κάτι επί πλέον. Εμείς, παιδί μου, ζούμε σήμερα σε εξαιρετική εποχή. Ζούμε το θαύμα της Εκκλησίας του Χριστού. Όταν ο Χριστός είπε για την Εκκλησία Του ότι «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ις΄18), οι οπαδοί Του αριθμούσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα. Έκτοτε πέρασαν δύο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αυτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, η Εκκλησία όμως του Χριστού παραμένει ακλόνητη παρά τους συνεχείς και φοβερούς διωγμούς εναντίον της. Αυτό δεν είναι ένα θαύμα; Και κάτι τελευταίο. Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο αναφέρεται πως όταν η Παναγία μετά τον Ευαγγελισμό επισκέφτηκε την Ελισάβετ, τη μητέρα του Προδρόμου, εκείνη την εμακάρισε με τα λόγια: «Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Και η Παναγία απάντησε ως εξής: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο.. ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» (α΄48). Τι ήταν τότε η Παναγία; Μια άσημη κόρη της Ναζαρέτ ήταν. Ποίος την ήξερε; Παρά ταύτα από τότε ξεχάσθηκαν αυτοκρατορίες, έσβησαν λαμπρά ονόματα γυναικών, λησμονήθηκαν σύζυγοι και μητέρες στρατηλατών. Ποιός ξέρει ή ποιος θυμάται τη μητέρα του Μεγ. Ναπολέοντος ή τη μητέρα του Μεγ. Αλεξάνδρου; Σχεδόν κανείς. Όμως εκατομμύρια χείλη σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και σ’ όλους τους αιώνες υμνούν την ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ, «την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Ζούμε ή δεν ζούμε εμείς σήμερα, οι άνθρωποι του εικοστού αιώνα, την επαλήθευση του προφητικού αυτού λόγου της Παναγίας; Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν όσον αφορά και σε μια «δευτερεύουσα» προφητεία του Χριστού: Όταν στην οικία του Σύμωνος του λεπρού μια γυναίκα περιέχυσε στο κεφάλι του το πολύτιμο μύρο, είπε ο Κύριος: «Αμήν λέγω υμίν, όπου εάν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εν όλω τω κόσμω, λαληθήσεται και ο εποίησεν αυτή εις μνημόσυνον αυτής» (Ματθ. κς΄13). Πόσος ήταν ο κύκλος των οπαδών Του τότε, για να πει κανείς ότι αυτοί θα έκαναν τα αδύνατα δυνατά ώστε να εκπληρωθεί η προφητεία αυτή του Διδασκάλου τους; Και μάλιστα μια τέτοια προφητεία, η οποία με τα κριτήρια του κόσμου δεν έχει και καμία σημασία για τους πολλούς; Είναι ή δεν είναι θαύματα αυτά; Αν μπορείς, εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς όμως, παραδέξου τα ως τέτοια.  Ομολογώ ότι τα επιχειρήματά σας είναι ισχυρά. Έχω όμως να σας ρωτήσω κάτι ακόμη: Δεν νομίζετε ότι ο Χριστός άφησε το έργο του ημιτελές; Εκτός κι αν μας εγκατέλειψε. Δεν μπορώ να φαντασθώ έναν Θεό να παραμένει αδιάφορος στο δράμα του ανθρώπου. Εμείς να βολοδέρνουμε εδώ κι εκείνος από ψηλά να στέκεται απαθής.  Όχι παιδί μου. Δεν έχεις δίκιο. Ο Χριστός δεν άφησε το έργο Του ημιτελές. Αντιθέτως είναι η μοναδική περίπτωση ανθρώπου στην ιστορία, ο οποίος είχε τη βεβαιότητα ότι ολοκλήρωσε την αποστολή Του και δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει και να πει. Ακόμη κι ο μέγιστος των σοφών, ο Σωκράτης, ο οποίος μια ολόκληρη ζωή μιλούσε και δίδασκε, στο τέλος συνέθεσε και μια περίτεχνη απολογία και, αν ζούσε, θα είχε κι άλλα να πει. Μόνο ο Χριστός σε τρία χρόνια δίδαξε ότι είχε να διδάξει, έπραξε ότι ήθελε να πράξει και είπε το «τετέλεσται». Δείγμα κι αυτό της θεϊκής Του τελειότητας και αυθεντίας. Όσο για την εγκατάλειψη την οποία ανέφερες, σε καταλαβαίνω. Χωρίς Χριστό ο κόσμος είναι θέατρο του παραλόγου. Χωρίς Χριστό δεν μπορείς να εξηγήσεις τίποτε. Γιατί οι θλίψεις, γιατί οι αδικίες, γιατί οι αποτυχίες, γιατί οι ασθένειες, γιατί, γιατί, γιατί; Χιλιάδες πελώρια «γιατί». Κατάλαβέ το! Δεν μπορεί ο άνθρωπος να προσεγγίσει με την πεπερασμένη λογική του τα «γιατί» αυτά. Μόνο με τον Χριστό εξηγούνται όλα: Μας προετοιμάζουν για την αιωνιότητα. Ίσως εκεί μας αξιώσει ο Κύριος να πάρουμε απάντηση σε μερικά από τα «γιατί» αυτά. Αξίζει τον κόπο να σου διαβάσω ένα ωραίο ποίημα από τη συλλογή του Κωνσταντίνου Καλλινίκου «Δάφναι και Μυρσίναι» με τον τίτλο «Ερωτηματικά». Είπα στο γέροντα ασκητή τον εβδομηκοντάρη, που κυματούσε η κόμη του σαν πασχαλιάς κλωνάρι: Πες μου, πατέρα μου γιατί σε τούτη’ δω τη σφαίρα αχώριστα περιπατούν η νύχτα και η μέρα; Γιατί σαν να’σαν δίδυμα, φυτρώνουνε αντάμα τ’αγκάθι και το λούλουδο, το γέλιο και το κλάμα; Γιατί στην πιο ελκυστική του δάσους πρασινάδα σκορπιοί φωλιάζουν κι όχεντρες και κρύα φαρμακάδα; Γιατί προτού το τρυφερό μπουμπούκι ξεπροβάλει και ξεδιπλώσει μπρος στο φως τ’αμύριστά του κάλλη, μαύρο σκουλήκι έρχεται, μια μαχαιριά του δίνει κι ένα κουρέλι άψυχο στην κούνια του τ’αφήνει; Γιατί αλέτρι και σπορά και δουλευτάδες θέλει το στάχυ, ώσπου να γενεί ψωμάκι και καρβέλι και κάθε τι ωφέλιμο κι ευγενικό και θείο πληρώνεται με δάκρυα και αίματα στο βίο, ενώ ο παρασιτισμός αυτόματα θεριεύει κι η προστυχιά όλη τη γη να καταπιή γυρεύει; Τέλος, γιατί εις του παντός την τόση αρμονία να χώνεται η σύγχυσι κι η ακαταστασία; Απήντησε ο ασκητής με τη βαρειά φωνή του προς ουρανούς υψώνοντας το χέρι το δεξί του: Οπίσω από τα χρυσά εκεί επάνω νέφη κεντά ο Μεγαλόχαρος ατίμητο γκεργκέφι(=κέντημα). Κι εφόσον εις τα χαμηλά εμείς περιπατούμεν την όψι την ξανάστροφη, παιδί μου, θεωρούμε. Και είναι άρα φυσικό λάθη ο νους να βλέπη εκεί που να ευχαριστή και να δοξάζει πρέπει. Περίμενε σαν Χριστιανός να έλθη η ημέρα που η ψυχή σου φτερωτή θα σχίση τον αιθέρα και του Θεού το κέντημα απ’την καλή κοιτάξης και τότε…όλα σύστημα θα σου φανούν και τάξις! Ο Χριστός παιδί μου, δεν μας εγκατέλειψε ποτέ. Παραμένει κοντά μας, βοηθός και συμπαραστάτης, μέχρι συντελείας των αιώνων. Αυτό όμως θα το καταλάβεις μόνο αν γίνεις συνειδητό μέλος της Εκκλησίας Του και συνδεθείς με τα Μυστήριά της.

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...
Σε ευχαριστώ, Κύριε πολυέλεε, σε υμνώ, σε δοξάζω, γιατί μ' έπλασες από το τίποτα. Αλλά δεν μ' έπλασες μοναχά μια φορά, αλλά και κάθε μέρα με πλάθεις από το τίποτα, επειδή και κάθε μέρα με βγάζεις από τον ίσκιο του θανάτου που ξαναπέφτω. Μέσα στον ακαταμέτρητο τον κόσμο, μέσα στη μερ­μηγκιά των ανθρώπων, είμαι ένα τίποτα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Και μολαταύτα τον κάθε άνθρωπο τον θυμάσαι και τον βρίσκεις και τον τραβάς προς εσένα, και τον ζωοποιείς από πεθαμένον, και τον ξαναπλάθει το πατρικό χέρι σου, σαν να είναι ο καθένας μας μοναχά αυτός στον κόσμο. Η κραταιά δύναμή σου βαστά όλη την κτίση κι' όλες τις ψυχές σαν νάναι μια και μοναχή. Και τις κάνεις να νοιώσουνε την αθανασία σαν νάναι μια και μονάχη η καθεμιά και σε νοιώθουνε πατέρα τους σπλαχνικόν, που δεν κουράζεται να συχωρά και να ξαναπλάθει τον εαυτό μας, που πεθαίνει κάθε ώρα από την αμαρτία. ~Φώτης Κόντογλου~