Απενεργοποιημένη Λειτουργία

MainTabMenu

22 Δεκ 2009

Ξημερώνοντας Χριστούγεννα στο προσκυνητάρι του Άη Γιώργη …

Το φώς των Χριστουγέννων

Τούτη την παραμονή των Χριστουγέννων τη συλλογιότανε καιρό ο Φάνης. Πρώτη φορά θα πέρναγε τις άγιες μέρες μόνος, δίχως τη γιαγιά του τη Μηλιά. Βιαστική και σβέλτη, καθώς ήτανε σε όλα της, έτσι βιαστικά έφυγε πριν απ' τη μεγάλη τη γιορτή για τις ουράνιες πολιτείες κι άφησε πίσω, μονάχο του, το Φάνη να καρτεράει μυρωδιές και ήχους, χρώματα και εικόνες γιορτινές.

- Καλύτερα να μην έρθουνε ποτέ τους τα Χριστούγεννα, μουρμούραγε λυπημένος ο Φάνης και γύρευε να σταματήσει τις ώρες, χαλώντας τους δείχτες εκείνου του μικρού του ρολογιού που είχανε πάνω στο τραπέζι. Κάρφωνε τα μάτια του στον ουρανό ελπίζοντας να δει τον ήλιο να τριγυρνά χαμένος μέσα στις γκρίζες παχιές συννεφιές που κρύβουνε το δρόμο για τη δύση. Προσπαθούσε να κάνει ατέλειωτες τις νύχτες μετρώντας αργά-αργά τ' άστρα.

Ό,τι όμως κι αν έκανε, το χρόνο να κρατήσει δεν μπόρεσε. Κύλησε σαν το νερό, πέρασε σαν τον αγέρα, αφήνοντας να φανερωθεί άξαφνα μπρος στα μάτια του παιδιού η αυγή μιας κρύας, μα γεμάτης φως ημέρας, που ήτανε η παραμονή της γιορτής.

Μόλις ξύπνησε ο Φάνης στάθηκε για λίγο ακίνητος κρατώντας ακόμη και την ανάσα του κάτω από τα σκεπάσματα για ν' αφουγκραστεί τους ήχους του σπιτιού. Ύστερα έβγαλε δειλά τη μύτη του έξω απ' τη βαριά κουβέρτα για να μυρίσει τον αέρα.

Απόλυτη ησυχία απλωνόταν παντού και η μόνη μυρουδιά που αναγνώρισε ήτανε εκείνη του καμένου ξύλου από το τζάκι.

- Ας είναι, ψιθύρισε. Να δεις που θα περάσουν και τούτες οι δυο μέρες της γιορτής γρήγορα και θα γίνουν όλα όπως και χθες.

Με μια αργή κίνηση παραμέρισε τα σκεπάσματα και σηκώθηκε τεμπέλικα απ' το κρεβάτι, ενώ σκεφτόταν....

- Πού να προλάβει η μάνα από τις δουλειές που την πνίγουν για γιορτές κι ετοιμασίες, για μελομακάρονα και Χριστοκούλουρα, για Χριστόψωμα, δίπλες και τηγανίτες! Μη βλέπεις! Η γιαγιά ήτανε αλλιώς. Δεν έτρεχε στα γίδια, στη στάνη, στο τυροκομείο. Εκείνη είχε χρόνο για όλα τα άλλα.

Ντύθηκε δίχως βιάση, φόρεσε όπως-όπως τα παπούτσια του στραβοπατώντας τα και με τα μεγάλα κορδόνια να πετιόνται και να τινάζονται μπροστά σε κάθε του βήμα σαν φιδίσιες γλώσσες. Έριξε μια καθαρή πετσέτα στον ώμο και βγήκε από το σπίτι για να πλυθεί έξω στις δυο βρυσούλες, τις δίδυμες, καθώς τις έλεγε ο πατέρας του, όπου το γάργαρο νερό τους ερχότανε από ψηλά, από τις κορυφές της Χιόνας, κι έτρεχε ολημερίς ασταμάτητα.

Δεν πρόλαβε να ανοίξει την εξώπορτα και πήδησε μπρος στα πόδια του ο σκύλος του ο Πιστός κουνώντας πέρα δώθε, την ουρά του. Μεγάλη αγάπη είχε ο Φάνης σε τούτο το μαλλιαρό τσοπανόσκυλο που του έφτανε σχεδόν ως τη μέση. Ήτανε η μόνη του παρέα, όταν ερχότανε εδώ στη στάνη. Το χωριό, για ν' ανταμώσει με τ' άλλα παιδιά, ήτανε δυο ώρες μακριά και δεν υπήρχε άλλη στάνη εκεί κοντά για να έχει κάποια παρέα.

- Σιγά, σιγά παλιόφιλε, είπε γελώντας στον Πιστό και τον χάιδεψε γερά στο κεφάλι. Σιγά, θα με ρίξεις κάτω!

Περπάτησαν οι δυο τους ως τις βρύσες. Στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον, στην ίδια ευθεία, ακίνητοι, έχοντας απέναντι τους ο καθένας κι από μια βρύση. Έμειναν έτσι μερικά λεπτά, για να πάρουν το κουράγιο που τους έλειπε, πριν βάλουν το κεφάλι τους κάτω από το παγωμένο νερό. Μια λοξή, γρήγορη, ματιά που έριξαν συναμετάξυ τους ήτανε, θαρρείς, το σύνθημα. Σκύψανε και οι δυο ταυτόχρονα το κεφάλι χαμηλά κι αμέσως το έσπρωξαν κάτω από το νερό. Χύθηκε πάνω τους δροσιά διάφανη και κρυστάλλινη, ζωντανεύοντας τα τρυφερά μάγουλα του Φάνη, μουσκεύοντας τα πυκνά μαλλιά και τα μουστάκια του σκύλου. Ύστερα τίναξαν και οι δυο δυνατά το κεφάλι, κάνοντας χιλιάδες σταγόνες να πεταχτούν δεξιά κι αριστερά.

- Πού είναι η πετσέτα σου σήμερα φιλαράκο; Φώναξε γελώντας ο Φάνης στο σκύλο του τον Πιστό, ενώ έτριβε με δύναμη τα μαλλιά του. Ξέχασες, μού φαίνεται, τι μέρα είναι. Έλα εδώ να σε στεγνώσω εγώ, του είπε, κι άπλωσε το χέρι με την πετσέτα για να σκουπίσει τη μούρη του.

- Γαβ-γάβ, διαμαρτυρήθηκε ο Πιστός κι έκαμε δυο-τρία βήματα πίσω για να τον αποφύγει.

- Το ξέρω πως δεν σ' αρέσει να είσαι περιποιημένος, μα σήμερα είναι παραμονή των Χριστουγέννων, του είπε ο Φάνης. Θα μου πεις βέβαια, και με το δίκιο σου, συνέχισε μονολογώντας, πώς θέλεις να το καταλάβω εγώ αυτό; Μήπως και άλλαξε τίποτε εδώ γύρω που να το μαρτυράει;

- Γαβ.... γαβ-γαβ, γάβγισε δυνατά ο Πιστός, σαν να 'χε άλλη γνώμη.

- Μη μού διαμαρτύρεσαι καθόλου. Τα καλά τσοπανόσκυλα, αν θέλεις να ξέρεις, έχουν μύτη και τα μυρίζονται όλα, είπε γελώντας το παιδί, μα την απάντηση δεν πρόλαβε να την ακούσει γιατί παιχνιδιάρικα σφυρίζοντας του έφερε ο αγέρας ώς τ' αφτιά του ψιθυριστά το όνομα του.

- Φάνη... - Φάνη...

Ξαφνιασμένος στάθηκε στον τόπο για ν' ακούσει καλύτερα, κάνοντας νόημα και στον Πιστό να μη γαβγίσει.

- Φάνη, Φάνη, πού είσαι; άκουσε ξανά, καθαρά όμως ετούτη τη φορά τη φωνή της μάνας του που ερχότανε από το μονοπάτι.

- Ξύπνησα, φώναξε το παιδί κι ένιωσε λαχτάρα να την ανταμώσει κι αφήνοντας το σκύλο να τον κοιτάζει, περπάτησε γρήγορα ως το δρομάκι και την περίμενε εκεί.

Σε λίγο εκείνη φάνηκε πίσω από τα δέντρα της στροφής να έρχεται χαμογελαστή με βήμα γρήγορο.

- Τι χάλια είναι αυτά; Πώς είσαι έτσι, του είπε η μάνα, όταν έφτασε κοντά. Δέσε τα κορδόνια σου, χτένισε λιγάκι τα μαλλιά σου, τον γλυκομάλωσε, βάζοντας ταυτόχρονα τα δάχτυλά της μέσα στ' ανακατεμένα σγουρά μαλλιά για να τα φτιάξει. Αν ήσουνα τώρα στο χωριό, από τα εφτά χαράματα θα ξεκινούσες να πεις τα κάλαντα κι όχι που μου κοιμήθηκες κι ανέβηκε μιαν οργιά ο ήλιος.

- Δηλαδή...., είπε ο Φάνης σαστισμένος. Δηλαδή σε ποιον.... θα τα πω;

- Τι σε ποιον θα τα πεις. Σε μένα, του είπε γελώντας η μάνα.

- Σ' εσένα; Μα εγώ τα έλεγα πάντα στη γιαγιά, γιατί εσύ....

- Εμπρός-εμπρός ξεκίνα κι άφηκα μισοαρμεγμένα τα γίδια στον πατέρα σου, τού είπε, και τραβώντας τον από το χέρι φτάσανε οι δυο τους μπροστά στην πόρτα του σπιτιού.

- Τώρα, μάνα, μεγάλωσα. Δεν είμαι πια για κάλαντα, είπε με ντροπή το παιδί σκύβοντας το κεφάλι.

- Μεγάλωσες; Μωρέ τι μάς λες! Εδώ ο Γιωργής ο Φωτεινός τα λέει ακόμη στο χωριό κι ας είναι είκοσι χρονών και μεγάλωσες εσύ εννιά χρονών παιδί;

- Τότε, στάσου να φτιαχτώ λιγάκι, είπε τρελός από χαρά ο Φάνης και γυρνώντας στο πλάι πέταξε την πετσέτα που κρατούσε πάνω στο πεζούλι. Ύστερα έσκυψε να δέσει βιαστικά τα κορδόνια του, έσιαξε και τα πουκάμισα του που ήτανε μισοβγαλμένα, χτένισε με τα δάχτυλα και τα μαλλιά του και τέλος, χτυπώντας τα δυο του χέρια, κάλεσε τον Πιστό να 'ρθει κοντά του.

- Πιστέ, έλα... έλα, του φώναξε γελώντας Θα τα πούμε και φέτος παλιόφιλε.

- Στάσου εδώ, του είπε η μάνα, όταν είδε πως ήταν έτοιμος. Θα το κάνουμε, όπως το έκανες και με τη γιαγιά. Θα μπω εγώ στο σπίτι κι εσύ θα μου χτυπήσεις την πόρτα. Στάσου σου λέω, να το κάνουμε όπως πρέπει...

Η μάνα χάθηκε, πριν αποσώσει καλά το λόγο της, μέσα στο σπίτι κλείνοντας πίσω της την πόρτα.

Ο Φάνης έμεινε ολομόναχος εκεί, σαστισμένος, δίχως να μπορεί να σαλέψει, δίχως να μπορεί ν' ανασάνει από εκείνον τον κόμπο που ήρθε και στάθηκε στο λαιμό του. Τα μάτια του γεμίσανε πλημμύρα κι άφαντη γίνηκε μπροστά του η πόρτα και το σπίτι ολάκερο χάθηκε μέσα στα θολά τα δάκρυα. Η καρδιά του χτυπούσε στο στήθος του δυνατά μ' ένα ρυθμό παράξενο που το παιδί δεν είχε ξανανιώσει.

- Ούτε μια πρόβα δεν κάναμε, γύρισε και είπε στον Πιστό ο Φάνης σκουπίζοντας ταυτόχρονα τα μάτια με το μανίκι του. Εμπρός, τι περιμένεις, τού ψιθύρισε σπρώχνοντάς του το κεφάλι, λες κι ο Πιστός έπρεπε να χτυπήσει την πόρτα.

- Α! Κατάλαβα! Μουρμούρισε. Όλες τις ντροπές θα τις πάρω εγώ! Σήκωσε δειλά ο Φάνης το χέρι και τύπησε το μικρό, σιδερένιο μάνταλο τρεις φορές.

- Να τα πούμε;φώναξε με τρεμάμενη φωνή.

- Να τα πείτε, να τα πείτε, ακούστηκε από μέσα η φωνή της μάνας, ενώ την ίδια στιγμή άνοιξε διάπλατα και η πόρτα.

Ο Φάνης πήρε κουράγιο από το χαμόγελο της μάνας του κι άρχισε να λέει τραγουδιστά τα κάλαντα, υμνώντας του Χριστού τη γέννηση, της μικρής φάτνης τη δόξα, των μάγων τ' άγια δώρα! Στο τέλος, εκεί που αρχίζουν τα παινεματα του νοικοκύρη, ο Φάνης έλεγε ετούτα εδώ τα λόγια που του είχε μάθει η γιαγιά του η Μηλιά και που ήτανε εκείνα που ταίριαζαν στους τσοπάνηδες.

«Εδώ σε τούτες τις αυλές, τις μαρμαροστρωμένες

Εδώ 'χουν χίλια πρόβατα και τρεις χιλιάδες γίδια.

Σαν κάνουν τον ανήφορο, γιομίζ' ο λόγγος όλος.

Σαν πιάσουν τον κατήφορο, γιομίζ' ο κάμπος όλος.

Σαν το μυρμήγκι περπατούν, σαν το μελίσσι βάζουν.

Σαν τον αφρό της θάλασσας, αφρίζουν τα καρδάρια.

Εμείς ολίγα τα πάμε κι ο Θεός να τ' αβγαταίνει.»

- Και του χρόνου, φώναξε στο τέλος λάμποντας από χαρά ο Φάνης.

- Και του χρόνου, Φάνη μου, του είπε συγκινημένη η μάνα κι άπλωσε τη χούφτα της και πιάνοντας το μικρό του χεράκι, τού έβαλε μέσα ένα χιλιοδιπλωμένο χαρτονόμισμα.

- Έλα κοντά να σε φιλήσω, τού είπε και τον τράβηξε κοντά της και γέμισε φιλιά τα δροσερά του μάγουλα.

- Σιγά, σιγά, θα με φας, της είπε γελώντας ο Φάνης για να δώσει ένα τέλος στης μάνας του τις τρυφεράδες. Δώσε και κανένα φιλάκι στον Πιστό που μάς κοιτάζει αμίλητος τόση ώρα! Κοίτα τον πως ζηλεύει!

- Γαβ-γαβ, γάβγισε δυνατά το σκυλί στυλώνοντας τα δυο πισινά του πόδια στο χώμα.

- Ο Πιστός καλά θα κάνει να μάς αδειάσει τη γωνιά, γιατί έχουμε του κόσμου τις δουλειές, είπε η μάνα και του γύρισε απότομα την πλάτη της μπαίνοντας στο σπίτι. Εξάλλου, η θέση του είναι με το κοπάδι κι όχι να μπερδεύεται μέσα στα δικά μας τα πόδια, συμπλήρωσε.

Ο Φάνης κοίταξε τον Πιστό στα μάτια και του έκανε κρυφά νόημα να καθίσει καταγής. Ο Πιστός δίχως δεύτερη κουβέντα στρώθηκε φαρδύς-πλατύς μπροστά στην πόρτα, αναγκάζοντας το παιδί να πηδήσει από πάνω του για να μπορέσει να μπει μέσα στο σπίτι.

Πήγε και κάθισε με τα γόνατα πάνω σε μια καρέκλα ακουμπώντας με τους αγκώνες στο τραπέζι. Ανοιξε τη σφιγμένη παλάμη κι άφησε να πέσει πάνω στο υφαντό τραπεζομάντιλο το διπλωμένο χαρτονόμισμα.

- Ένα πενηντάρικο, είπε κι άνοιξαν τα μάτια του διάπλατα από την έκπληξη και τη χαρά.

- Να το κρατήσεις μαζί με τα άλλα που έχεις, του είπε η μάνα που εκείνη τη στιγμή έριχνε ξύλα στο τζάκι για να δυναμώσει τη φωτιά. Να το κρατήσεις και σαν πας στην πόλη, να πάρεις ό,τι θέλεις.

- Πότε θα πάμε στην πόλη; ρώτησε με λαχτάρα το παιδί.

- Θα πάμε, μα όχι τώρα. Να περάσουν και οι γιορτές.

- Μα εγώ τώρα θέλω να πάμε, μουρμούρισε με παράπονο ο Φάνης. Θέλω να δω την πόλη πώς είναι στολισμένη για τις γιορτές.

- Φάνη μου, αυτό που ζητάς δε γίνεται, του είπε γλυκά η μάνα νιώθοντας τον πόθο του παιδιού.

- Τέτοιες μέρες που όλος ο κόσμος γυρίζει στις πλατείες και στα μαγαζιά, που κάνουν τραπέζια με χίλια δυο γλυκά και φαγητά, που αγοράζουν δώρα και φορούνε τα καλύτερα τους ρούχα, τέτοιες μέρες εμείς φεύγουμε από το χωριό, φεύγουμε από τον κόσμο κι ερχόμαστε στην άκρη της γης για να κάνουμε γιορτές.

- Δεν ερχόμαστε στην άκρη της γης, όπως είπες, για να κάνουμε γιορτές, μα για να βοηθήσουμε λιγάκι τον πατέρα σου. Νομίζω ξέρεις πόσες γίδες είναι στην ώρα τους για να γεννήσουν κι ετούτα τα γίδια είναι όλη η περιουσία μας. Ξέρεις ακόμη πως ο κυρ-Στέφανος με το φορτηγό τέτοιες γιορτινές μέρες δεν έρχεται να μάς πάρει το γάλα, γιατί κλείνουνε τα τυροκομεία και αναγκαζόμαστε να το κάνουμε μόνοι μας τυρί, ειδάλλως θα το χύναμε και είναι μεγάλη αμαρτία. Ξέρεις πάλι πως....

- Εντάξει, ξέρω, είπε στεναχωρημένος ο Φάνης. Όμως κι εγώ θέλω να δω την πολιτεία.

- Θα τη δεις κάποτε και την πολιτεία που τόσο τη ζηλεύεις και πού ξέρεις, είπε η μάνα, μπορεί να συναντήσεις εκεί ανθρώπους που θα ζηλεύουνε εσένα.

- Θα ζηλεύουν εμένα; Φώναξε έκπληκτος ο Φάνης. Και τι έχουν να ζηλέψουν από μένα, το στάβλο ή τα ζώα, τη φτωχή μας πολυτέλεια ή τα ανύπαρκτα στολίδια;

- Ακριβώς αυτά έχουν να ζηλέψουν, του είπε γελώντας με τις φωνές που έβαλε.

- Καιρός είναι να μού πεις πως όλοι αυτοί θα ψάχνουν τέτοιες μέρες μια στάνη για να κάνουνε Χριστούγεννα;

- Αν πράγματι ψάχνουνε να βρούνε το μικρό Χριστό, μια στάνη σαν την δική μας θα πρέπει να ψάχνουνε, κι όχι,... μα το λόγο της δεν πρόλαβε να τον τελειώσει, γιατί πετάχτηκε ο Φάνης και τη ρώτησε με λαχτάρα...

- Πες μου, μάνα, έχεις κατεβεί εσύ στην πολιτεία τέτοιες γιορτινές μέρες.

- Είχα κατέβει μια φορά με τον πατέρα σου, όταν ήμασταν νιόπαντροι, στην πόλη. Μιλιούνια ο κόσμος στους δρόμους, στα μαγαζί στα καφενεία, στις ταβέρνες Κρατούσα νερά το χέρι του πατέρα σου, γιατί φοβόμουνα μη πα, χαθώ μέσα σ αυτό τον κόσμο.

-Είναι αλήθεια πως τέτοιες μέρες στολίζουν τα σπίτια, τους δρόμους, τα μαγαζιά με χιλιάδες μικρά φωτάκια; Πως στολίζουν μεγάλα και μικρά έλατα που τα πουλούν στους δρόμους με πολύχρωμα αγγελάκια και πως τα τυλίγουνε γύρω-γύρω με φωτάκια που αναβοσβήνουν ρυθμικά; ρώτησε ο Φάνης και σπίθισαν λάμψεις στα μάτια του.

- Αλήθεια είναι, του απάντησε η μάνα, και γεμίζοντας το μεγάλο το τσουκάλι με νερά το έβαλε πάνω στη φωτιά για να πάρει βράση. Μα που τα ξέρεις εσύ όλα αυτά; τού είπε γελώντας.

- Μάς τα διάβασε σ' ένα παραμύθι η δασκάλα μας μια μέρα, πριν κλείσουν τα σχολεία. Η δασκάλα μας γεννήθηκε στην πόλη και κάθε χρόνο μάς είπε πως στολίζει Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το γεμίζει μικρά-μικρά φωτάκια και το βάζει να στέκει δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Αν είχαμε ρεύμα κι εμείς στη στάνη, να, εδώ θα το 'βαζα το φωτισμένο έλατο, είπε ο Φάνης και με ένα πήδημα βρέθηκε δίπλα στο μικρό παράθυρο και τράβηξε στο πλάι το λευκό κουρτινάκι. Και με τα λεφτά που έχω μαζέψει θ' αγόραζα χιλιάδες φωτάκια και θα στόλιζα ολόκληρο το σπίτι. Ως και τη στάνη θα στόλιζα.

- Ας μάς βάλουνε πρώτα το ρεύμα και μετά βλέπουμε, είπε αφηρημένα η μάνα.

- Όχι, όχι, τι θα πει «μετά βλέπουμε»; Εγώ θα τη στολίσω όλη τη στάνη, όταν έρθει το ρεύμα. Έτσι θα μπορέσει να μάς δει και η γιαγιά από εκεί πάνω και να χαρεί. Τι λες, μάνα, δε θ' αρέσουν στη γιαγιά τα φωτάκια;

- Σίγουρα θα της αρέσουν, είπε η μάνα του και χάθηκε στο δίπλα δωμάτιο.

Όταν ξαναφάνηκε στην πόρτα, κρατούσε στα χέρια της ένα μεγάλο ξύλινο δίσκο. Ήλθε και τον ακούμπησε πάνω στο τραπέζι λέγοντας...

- Και του χρόνου, και του χρόνου.

- Πότε ζύμωσες Χριστόψωμο; είπε με λαχτάρα ο Φάνης και σβήνοντας με μιας τα λαμπιόνια των ονείρων του έτρεξε στο τραπέζι.

- Κοίταξε το τώρα καλά και πες μου τι τού λείπει, τον ρώτησε με καμάρι η μάνα.

- Τι να του λείπει; ψιθύρισε μαγεμένος ο Φάνης. Εδώ πάνω είναι κεντημένα όλα τα καλά της γης και τ' ουρανού. Και δέντρα έχει και πουλιά, λουλούδια κι άστρα, ανθρώπους και ζώα, τον ήλιο και το φεγγάρι. Όλα τα έχει πάνω του· τίποτε δεν του λείπει. Ίδιο, όπως το κάνε και η γιαγιά, για να μη σου πω πως είναι και καλύτερο.

- Έχω όμως κάνει και κάτι ακόμη για σένα, είπε η μάνα κι αφήνοντας το Χριστόψωμο στο τραπέζι έφερε από το διπλανό δωμάτιο ένα ταψάκι σκεπασμένο με μια λευκή πετσέτα.

Το κράτησε μπροστά στο Φάνη κι εκείνος τράβηξε με μιας το κάλυμμα. Τότε είδε στο ταψί δυο αφράτα ζυμαρένια προβατάκια, ένα στρουμπουλό φασκιωμένο μωρό ίδιο με το μικρό Χριστό κι έναν ολόλευκο Άγγελο με δυο μεγάλα φτερά.

- Πώς τα έφτιαξες όλα αυτά, είπε θαμπωμένο το παιδί.

- Όταν ψηθούν, θα τα βάλουμε πάνω στο τζάκι για στολίδια, είπε η μάνα. Εμπρός όμως, πάμε τώρα έξω να με βοηθήσεις να τα ρίξουμε στον φούρνο.

Βγήκανε οι δυο τους από το σπίτι. Πρώτος ο Φάνης πηδώντας πάνω από τον Πιστό κι έπειτα η μάνα μουρμουρίζοντας...

- Βρε, μπελά που βρήκαμε μ' αυτό το σκυλί.

Εμείς το πήραμε για τσοπανόσκυλο κι αυτό, με τα χάδια που του κάνεις, κατάντησε σκυλάκι του καναπέ.

Ο Πιστός, χωρίς να δώσει καμιά σημασία ατις γκρίνιες της, τούς ακολούθησε κουνώντας χαρούμενος την ουρά του και πήγε και στάθηκε δίπλα στο Φάνη που κρατούσε το Χριστόψωμο μέχρι η μάνα του να καθαρίσει από τα ξύλα τον πυρωμένο φούρνο.

- Ξέρεις μάνα, είπε με σκυμμένο το κεφάλι ο Φάνης, όταν έμπαιναν ξανά στο σπίτι. Φοβόμουνα πως φέτος θα είναι αλλιώτικα τα Χριστούγεννα, χωρίς τη γιαγιά να κάνει όλες αυτές τις ετοιμασίες της γιορτής.

- Μα και μόνο που δεν είναι εδώ η γιαγιά, τα Χριστούγεννα τούτη τη χρονιά θα είναι αλλιώτικα. Όσο για τις ετοιμασίες, αυτές δεν ξέρουν από αναβολές. Τι κι αν λείπει φέτος η γιαγιά σου η Μηλιά; Τι κι αν λείψω κι εγώ σε λίγα χρόνια; Αυτά θα πει πως το σπίτι θα μείνει χωρίς Χριστόψωμο και δίπλες; Είπε, κοιτάζοντας πονηρά το Φάνη, και ξεστρώνοντας το τραπεζομάντηλο από το τραπέζι έφερε από το ντουλάπι μια μικρή πάνινη σακούλα αλεύρι.

- θα κάνουμε και δίπλες; φώναξε με ενθουσιασμό το παιδί.

- Δίπλες τραγανές μελάτες με κανέλλα μυρωδάτες και καρύδι πασπαλάτες, είπε εκείνη γελώντας. Ό,τι όμως κι αν κάνουμε, το κάνουμε για το Χριστό κι όχι για μάς. Πώς θα τιμήσουμε αλλιώς την αυριανή γιορτή; Κι ο Χριστός, να ξέρεις, καρτεράει απ' όλους μας να κάνουμε κάτι γι' αυτή την Άγια μέρα που θα ξημερώσει.

- Τότε έχουμε ένα σωρό δουλειές, είπε ο Φάνης με ενθουσιασμό και πρέπει να κάνουμε γρήγορα για να τα προλάβουμε όλα.

Έτσι κι έγινε. Δίχως να το καταλάβουν, ζυμώθηκαν και χρυσοψήθηκαν οι δίπλες στο τηγάνι. Μελώθηκαν και πασπαλίστηκαν με κανέλλα και ψιλοκοπανισμένο καρύδι. Άνοιξαν τα μπαούλα και βγήκαν οι φλοκάτες οι γιορτινές, στρώθηκαν τα υφαντά πλουμιστά στρωσίδια στο πάτωμα. Βγάλανε το Χριστόψωμο από το φούρνο και μοσχοβόλησε το σπίτι. Κουβάλησαν δίπλα στο τζάκι το Χριστόξυλο, ένα μεγάλο κούτσουρο που από το καλοκαίρι ακόμη το είχανε ετοιμάσει γι' αυτή τη νύχτα. Θα το έριχναν αργά το βράδυ στο τζάκι και θα σιγόκαιγε ως το πρωί για να ζεσταίνει, καθώς πίστευαν οι τσομπάνηδες, τούτη την κρύα νύχτα την Παναγιά με το μωρό. Πήγανε και στο κοτέτσι και πιάσανε μιαν αφράτη παρδαλή πουλάδα και τη βάλανε στο τσουκάλι να σιγοβράσει για να γίνει μια νόστιμη σούπα για την αυριανή γιορτή.

- Φάρμακο η κοτόσουπα μετά τη νηστεία, έλεγε πάντα η γιαγιά σου η Μηλιά, είπε γελώντας η μάνα την ώρα που ξεπουπούλιαζαν την κότα.

- Και που να το ήξερε η καημένη η κυρά κοκό πως θα γίνει φάρμακο, είπε ο Φάνης και βάλανε οι δυο τους τα γέλια.

Είπανε κι άλλα πολλά τις ώρες ετούτες που έκαναν τις ετοιμασίες. Μα εκείνο που τους έκανε να γελάσουν με την ψυχή τους ήτανε εκείνες οι αστείες ιστορίες που λέγανε στο χωριό τέτοιες μέρες για τους καλικάντζαρους και τις ζαβολιές τους, για τα παθήματα και τις σκανταλιές τους.

Έτσι πέρασε η ώρα με διηγήσεις και με γέλια κι έφτασε απόγευμα, δίχως να το καταλάβουν.

- Τέσσερις η ώρα, είπε κάποια στιγμή η μάνα. Για να μη φανεί καθόλου ο πατέρας σου κατά δω, φοβάμαι πως θα 'χει γεννητούρια. Καλό θα ήτανε να πάω να τον βοηθήσω λιγάκι.

- Θα έρθω κι εγώ, μάνα, είπε πρόθυμα το παιδί.

- Ξέρεις Φάνη τι δεν προλάβαμε σήμερα να κάνουμε, τού είπε τότε εκείνη. Δεν ασπρίσαμε λίγο το προσκυνητάρι του Άϊ-Γιώργη πάνω στο βράχο της Αγνανταριάς και ξέρεις πόσο η γιαγιά σου φρόντιζε εκείνο το προσκυνητάρι.

- Αλήθεια, ψιθύρισε σκεπτικός ο Φάνης. Το προσκυνητάρι το ξεχάσαμε. Η γιαγιά το άσπριζε μέρες πριν από τη γιορτή.

- Αυτή ήτανε η πρώτη ετοιμασία της γιαγιάς για τα Χριστούγεννα, είπε η μάνα. Το άσπρισμα του Αϊ-Γιώργη. Βλέπεις, εκκλησιά εδώ στην ερημιά δεν έχουμε. Το χωριά είναι δυο ώρες δρόμος, με τα μουλάρια, το μοναστήρι του Αϊ-Γιάννη άλλο τόσο από την άλλη μεριά του βουνού κι έτσι μονάχα τούτο είχε για παρηγοριά.

- Κι εγώ το ξέχασα ολότελα, είπε παρμένο το παιδί από τις θύμησες που είχε λησμονήσει και που άρχισαν να ζωντανεύουν σιγά-σιγά μπρος στα μάτια του.

-Σηκωνόμασταν με τη γιαγιά, πριν ξημερώσει, συνέχισε να λέει. Μ' έντυνε με του τζακιού το φως. Ύστερα έπαιρνε ένα μπουκάλι λάδι, γέμιζε καρβουνάκια το θυμιατό, έπαιρνε σπίρτα και λιβάνι κι αθόρυβα βγαίναμε από το σπίτι για να μη σας ξυπνήσουμε. Όταν φτάναμε στο προσκυνητάρι του Αϊ-Γιώργη στο βράχο της Αγνανταριάς, ήτανε η ώρα που χτυπούσαν στ' απέναντι χωριά οι καμπάνες. Κι ο αγέρας έφερνε τον ήχο ως τ' αυτιά μας. Καμπάνες χαρμόσυνες απ' το Μεγαλοχώρι. την Κερασιά, το Φωτεινό, τη Βίγλα, την Κρυοπηγή. Κάναμε τον σταυρό μας άναβε η γιαγιά το καντηλάκι, θύμιαζε την εικόνα, σιγόψελνε λιγάκι και ύστερα γυρίζαμε πάλι στο σπίτι.

- Από μικρό κορίτσι πήγαινε η γιαγιά σου τη νύχτα των Χριστουγέννων κι άναβε το καντήλι του Αϊ-Γιώργη, είπε η μάνα.

- Εσύ μάνα δεν ήλθες ποτέ μαζί μαζί της είπε το παιδί.

- Ετούτο ήτανε κάτι που το έκανε πάντα η γιαγιά σου. Αν μπορούσαμε να πάμε σ' εκκλησιά για να λειτουργηθούμε, αυτό το βράδυ όλοι μας θα πηγαίναμε. Το προσκυνητάρι όμως δεν είναι κι εκκλησιά.

- Να πάω εγώ, μάνα, απόψε ν' ανάψω το καντήλι του Αϊ-Γιώργη; είπε με λαχτάρα το παιδί.

- Πάρε τώρα τη λεκάνη με τον ασβέστη και τη βούρτσα και πήγαινε ν ασπρίσεις το προσκυνητάρι. Άναψε, αν θέλεις, και το καντήλι. Εγώ πρέπει να πάω στον πατέρα σου. Τον έχω αφήσει μόνο του σήμερα.

- Εντάξει, τώρα θα πάω να το ασπρίσω, να πάω όμως και το βράδυ, την ώρα που χτυπούνε οι καμπάνες, ν' ανάψω το καντηλάκι; Ρώτησε πάλι το παιδί.

- Άσπρισε το τώρα κι άμα ξυπνήσεις το βράδυ πας και για το καντήλι, είπε βιαστικά η μάνα και ρίχνοντας στους ώμους το σάλι της χάθηκε στους ίσκιους του μονοπατιού.

Ο Φάνης δεν μπήκε καθόλου στο σπίτι, παρά πήγε στη μικρή τους αποθήκη, πήρε τη λεκάνη με τον ασβέστη και τη χοντρή τη βούρτσα και παρέα με τον Πιστό κίνησε για την Αγνανταριά που ήτανε το προσκυνητάρι του Αϊ-Γιώργη.

Ο δρόμος δεν ήτανε πολύς ως το προσκυνητάρι. Πετώντας ανέβηκε ο Φάνης τον ανήφορο ως εκεί κι ας είχε στα χέρια του τόσο βάρο. Σαν έφτασε, έκαμε το σταυρό του, έβγαλε από μέσα την εικόνα το Άϊ-Γιώργη, τη φίλησε και ύστερα την ακούμπησε πάνω στα κλαδιά ενός θάμνου. Πήρε τη βούρτσα, τη βούτηξε στον ασβέστη, κι άσπρισε όλο το προσκυνητάρι, μέσα κι ξω. Άσπρισε ακόμη κι να βράχο που έστεκε πλάι του. Ύστερα στάθηκε να το καμαρώσει και του φάνηκε πως έλαμπε, χιονάτο περιστέρι, έτσι που λούφαζε μέσα στις κουμαριές και το έλουζε το στερνά του ήλιου το φως.

Σαν γύρισε στο σπίτι ο Φάνης, έριξε μερικά ξύλα στο τζάκι, πήρε τα ζυμαρένια προβατάκια στα χέρια του, ξάπλωσε μπροστά στη φωτιά πάνω στη φλοκάτη και παίζοντας μονάχος περίμενε τη μάνα και τον πατέρα του να γυρίσουν.

Η κούραση όμως μα κι εκείνη η γλυκιά ζεστή αγκάλη του τζακιού νανούρισαν το Φάνη και το παιδί γλυκοκοιμήθηκε για ώρες.

Όταν ξύπνησε, ήτανε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Φορούσε ακόμη τα ρούχα της ημέρας. Καθώς φαίνεται, τα παπούτσια μόνο τού είχανε βγάλει και τον ακούμπησαν στο κρεβάτι η μάνα του και ο πατέρας.

Ο Φάνης, σαν άνοιξε τα μάτια, έψαξε να δει πού βρίσκονταν του ρολογιού οι δείχτες. Δεν μπόρεσε όμως από τόσο μακριά να δει· γι' αυτό σηκώθηκε, πήρε στα χέρια του το ρολόι, πλησίασε στη φλόγα του τζακιού που έκαιγε το Χριστόξυλο και διάβασε ψιθυριστά την ώρα.

- Τέσσερις και τέταρτο, είπε. Πρέπει να βιαστώ. Ν' ανάψω το καντήλι του Αϊ-Γιώργη. Σε λίγο θα σημάνουν και οι καμπάνες. Πατώντας στις μύτες των ποδιών, πλησίασε έξω από το δωμάτιο των γονιών του και κρυφοκοίταξε μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα. Μονάχα τις ανάσες τους άκουσε να μπερδεύονται ρυθμικά μεταξύ τους.

Ο Φάνης γύρισε πάλι κοντά στο κρεβάτι του. Φόρεσε βιαστικά τις γαλότσες και το παλτό του. Ύστερα πήρε το μπουκάλι με το λάδι που φύλαγαν πάντα στο εικονοστάσι και το στρίμωξε μέσα στην τσέπη του παλτού του, γέμισε, το θυμιατήρι καρβουνάκια από το τζάκι, πήρε στην άλλη του τσέπη το λιβάνι και τα σπίρτα. Όταν σιγουρεύτηκε για όλα, άνοιξε σιγά-σιγά την πόρτα.

Δεν πρόλαβε να πατήσει το πόδι του έξω από το σπίτι κι ένιωσε τον Πιστό να τρίβεται στο παντελόνι του.

- Σσσσσσς. τσιμουδιά, είπε στον Πιστό, κολλώντας το δάχτυλό του στη μύτη. Πάμε να φύγουμε ήσυχα. Κρίμα να τους ξυπνήσουμε. Σαν κλέφτες, το 'σκασαν οι δυο τους και γρήγορα βρέθηκαν μακριά από το σπίτι, πάνω στο ανηφορικό το μονοπάτι που πήγαινε στης Αγνανταριάς το βράχο.

Η νύχτα ήτανε ξάστερη κι ένα ολόγιομο φεγγάρι φώτιζε τον τόπο γύρω, λες και ήτανε μέρα. Ο αέρας κατέβαινε θυμωμένος από το λόφο και, σαν τους αντάμωνε, πάγωνε τις μύτες και τα χνώτα τους. Το δάσος σκοτεινό, γεμάτο ίσκιους και παράξενες βοές έσκυβε χαμηλά, παλεύοντας ν' αγγίξει με τα κλαδιά του τα κεφάλια τους.

Ο Πιστός κάποια στιγμή γρύλισε δείχνοντας τα δόντια του και στάθηκε για λίγο στον τόπο.

- Τι έγινε, φίλε, του είπε γελώντας ο Φάνης. Δεν πιστεύω να φοβάσαι τους καλικάντζαρους και πιάνοντας τον από το λαιμό τον τράβηξε μαζί του.

Κόντευαν όμως να φτάσουν στην κορυφή της Αγνανταριάς, όταν ο Πιστός κάθισε κάτω στο χώμα ήσυχα και με τα μπροστινά του πόδια αγκάλιασε τη μουσούδα του.

- Τι είναι, τι έπαθες πάλι φοβητσιάρη μου; Του είπε το παιδί κι έσκυψε δίπλα του να το παρηγορήσει. Έλα, σήκω και φτάσαμε. Δυο βήματα είναι ακόμη ως το προσκυνητάρι. Τί έπαθες; Κουράστηκες;

Το σκυλί όμως δεν κουνήθηκε καθόλου από τη θέση του.

- Καλά, όπως θέλεις, του είπε τότε ο Φάνης. Μείνε εσύ εδώ. Εγώ θ' ανάψω το καντήλι κι έρχομαι.

Το παιδί προχώρησε για λίγο μόνο του και δεν άργησε να δει το προσκυνητάρι.. Εκεί μως που το αγνάντεψε από μακριά, του φάνηκε πως κάποιος ήτανε εκεί. Παραξενεύτηκε, και σταμάτησε για να δει καλύτερα. Οι σκιές του δάσους που κρύβονταν και φανερώνονταν συνεχώς μπροστά του τον έκαναν για να πιστέψει πως κάποιο καινούριο παιχνίδι τού παίξανε, γι' αυτό και προχώρησε ξανά άφοβα. Η απόσταση όμως συνεχώς μίκραινε κι όλο και ξεχώριζαν καλύτερα τα μάτια του το μικρό προσκυνητάρι· ξεκαθάριζαν των δέντρων οι ίσκιοι που πέφτανε πάνω του, μα κι εκείνη η φιγούρα που έστεκε ανάμεσα τους καθάρια πια φανερώθηκε.

Ο Φάνης, αλαφροπατώντας, πλησίασε όσο πιο κοντά μπορούσε. Σε λίγο σιγουρεύτηκε πως δε γελάστηκε και πως πράγματι κάποιος ήτανε στο προσκυνητάρι του Αϊ-Γιώργη.

Αθόρυβα κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο και προσπαθούσε να διακρίνει ποιος ήτανε αυτός που προσεκτικά τακτοποιούσε το εικονοστάσι. Τον είδε να παίρνει το σβησμένο καντηλάκι στα χέρια του κι ευθύς μια φλόγα να ξεπετιέται κι ένα γλυκό φως να χύνεται τριγύρω. Άστραψε ο τόπος όλος κι ο Φάνης έμεινε βουβός να κοιτάζει εκείνη τη σκιά που, σαν έπεσε πάνω της το φως του καντηλιού, φανερώθηκε. Και είδε τότε, εκεί, μπροστά του, έναν Άγγελο ολόλαμπρο, με δυο λευκά φτερά, που θρόιζαν γλυκά σε κάθε του κίνηση, ν' αφήνει το αναμμένο καντήλι στη θέση του και ύστερα αργά να κλείνει το διάφανο πορτάκι.

- Σκέφτηκα, πως δε θα ερχότανε κανείς ν' ανάψει απόψε το καντήλι, τώρα που έφυγε η Θεια-Μηλιά, είπε ο Αγγελος, δίχως να γυρίσει την πλάτη του.

Ο Φάνης άκουσε καθαρά την φωνή. Τόσο καθαρά σαν να ήτανε δίπλα του, μα δεν κινήθηκε από τη θέση που ήταν κρυμμένος.

- Χαίρομαι όμως, που ήρθες εσύ, Φάνη, να το ανάψεις, είπε ο Αγγελος και φανερώνοντας αργά το πρόσωπο του, χαμογέλασε.

Ο Φάνης, καταλαβαίνοντας πως άσκοπα κρυβόταν, έκαμε δυο μικρά βήματα στο πλάι και βγήκε απ' την κρυψώνα του.

- Ποιος είσαι; τον ρώτησε ξέπνοα, σχεδόν ψιθυριστά με τρεμάμενη φωνή.

- Οι άνθρωποι τη Νύχτα των Χριστουγέννων στολίζουνε τη γη με χιλιάδες μικρά πολύχρωμα λαμπάκια, του απάντησε μιλώντας αργά και καθαρά. Μα αυτό το φως, το δικό σας φως, δεν φτάνει εκεί ψηλά στον ουρανό. Κανείς από μάς δεν το βλέπει. Κανείς μας δεν το χαίρεται. Κι έτσι για τα δικά μας μάτια αστόλιστος φαίνεται ο κόσμος μια τέτοια νύχτα.

- Αστόλιστος! Όπως και η στάνη μας, σκέφτηκε ο Φάνης, μα φοβισμένα τούτες τις λέξεις δε φανέρωσε.

Ο Αγγελος τον κοίταξε γλυκά βυθίζοντας το βλέμμα του στα μάτια του παιδιού.

- Και πώς πρέπει να στολίσουμε τον κόσμο, ρώτησε εκείνο ντροπαλά έχοντας στο νου του τ' αστόλιστο δικό του σπίτι.

- Με το Άγιο φως των καντηλιών, του απάντησε ο Άγγελος γελώντας. Αυτό το φως φτάνει σε μάς εκεί ψηλά. Διάφανο, λαμπερό στολίδι. Κι απόψε που είναι Χριστούγεννα κανένα καντηλάκι σε κανένα εικονοστάσι δε θα πρέπει να μένει σβηστό. Γι' αυτό κι εγώ, περνώ κι ανάβω τα καντήλια σε όσα εξωκλήσια ή προσκυνητάρια μένουν αυτή τη νύχτα σβηστά. Μα τώρα εδώ, δε θα ξανάρθω, αφού εσύ πια θα ανάβεις του Αϊ-Γιωργιού το καντηλάκι. Θα το πω και στη θεια Μηλιά να ησυχάσει, που είχε την έγνοια του!

Το Φως των Χριστουγένννων

Της εξαιρετικής συγγραφέως και μουσικού Άννας Ιακώβου

Εκδόσεις Σταμούλη. Δεκέμβριος 2006

πηγή :η πιό φωτισμένη διαδικτυακή τοποθεσία αληθινό κόσμημα για τον κόσμο του διαδικτύου : www.nektarios.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε τα σχόλιά σας εδώ...

Δεν είναι κακό να αναφέρουμε την πηγή μας ...μας τιμά και μας καθιστά συνοδοιπόρους...


Παρακαλούνται όσοι αναδημοσιεύουν ας μην αφαιρούν το όνομα του συντάκτη , όπως και άλλα στοιχεία.

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...
Βαπτίστηκες και αναγεννήθηκες ... Μετανόησες κάτω από πετραχήλι και ξαναβαπτίστηκες ... Μετέλαβες τα άχραντα μυστήρια και ένιωσες ξανά βαπτισμένος εις το όνομα του τρισυπόστατου Θεού ... Υπάρχει ακόμα ένα βάπτισμα το τέταρτο κατά σειρά .. το βάπτισμα της ομολογίας ...στο αίμα της Πίστης ... Άραγε πόσοι από εμάς θα το αγαπήσουμε ; Τον Αναστάντα Θεό ας ομολογήσουμε ...Και ας πληρώσουμε το τίμημα της Ομολογίας ...όχι το αντίτιμο της απωλείας ...! Καλό Παράδεισο ! ( νώντας σκοπετέας)

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου .Tον Συνάναρχον Λόγον / πλ.α΄

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου  .Tον Συνάναρχον Λόγον / πλ.α΄
Τον θαυμάσιον μύστην Χριστού υμνήσωμεν , Μηλεσίου το κλέος και των Γερόντων φωνή , την βοήθειαν ημών και διόρασιν ˙ Τον αναπαύσαντα σοφώς τας ψυχάς των ασθενών , του πνεύματος συνεργεία . Πορφύριον Καυσοκαλυβίτην ,επικαλέσωμεν άπαντες. // Nώντας Σκοπετέας 27-11-2013 Απολυτίκιο με την ευκαιρία της επισήμου Αγιοκατατάξεως του Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου . Σημ: Το απολυτίκιο δεν περιέχεται σε αναγνωρισμένη ακολουθία , αλλά είναι προϊόν ευλαβείας και απέραντης ευγνωμοσύνης , προς τον Μεγάλο Άγιο του Θεού , στην μεγάλη η μέρα της Αγιοκατατάξεώς του .

Ουράνια Συντροφιά...

Ουράνια Συντροφιά...
Παλαιά συνηθίζαμε, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ν' αγιάζομε τα σπίτια. Κάποια χρονιά επήγα κι εγώ κι αγίαζα. Χτυπούσα τις πόρτες των διαμερισμάτων, μου ανοίγανε κι έμπαινα μέσα ψάλλοντας: "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...". Όπως πήγαινα στην οδό Μαιζώνος, βλέπω μια σιδερένια πόρτα. Ανοίγω, μπαίνω μέσα στην αυλή, που ήταν γεμάτη από μανταρινιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, και προχωρώ στη σκάλα. Ήταν μια σκάλα εξωτερική, που ανέβαινε πάνω και κάτω είχε υπόγειο. Ανέβηκα τη σκάλα, χτυπάω την πόρτα και παρουσιάζεται μια κυρία. Αφού μου άνοιξε, εγώ άρχισα κατά τη συνήθειά μου το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε...". Με σταματάει απότομα. Εν τω μεταξύ με ακούσανε και δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο βγαίνανε κοπέλες απ' τα δωμάτια. "Κατάλαβα, έπεσα σε οίκο ανοχής", είπα μέσα μου. Η γυναίκα μπήκε μπροστά μου να μ' εμποδίσει. -Να φύγεις, μου λέει. Δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το Σταυρό. Να φιλήσω εγώ το Σταυρό και να φύγεις, σε παρακαλώ. Εγώ τώρα πήρα σοβαρό και επιτιμητικό ύφος και της λέω: -Εγώ δεν μπορώ να φύγω! Εγώ είμαι παπάς, δεν μπορώ να φύγω! Ήλθα εδώ ν' αγιάσω. -Ναι, αλλά δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές. -Μα δεν ξέρομε αν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές ή εσύ. Διότι αν με ρωτήσει ο Θεός και ζητήσει να Του πω ποιος κάνει να φιλήσει το Σταυρό, οι κοπέλες ή εσύ, μπορεί να έλεγα: "Οι κοπέλες κάνει να τον φιλήσουν και όχι εσύ. Οι ψυχές τους είναι πιο καλές από τη δική σου". Εκείνη τη στιγμή εκοκκίνησε λίγο. Της λέω λοιπόν: -Άσε τα κορίτσια να φιλήσουν το Σταυρό. Τους έκανα νόημα να πλησιάσουν. Εγώ πιο μελωδικά από πρώτα έψαλλα το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...", διότι είχα μια χαρά μέσα μου, που ο Θεός οικονόμησε τα πράγματα να πάω και σ' αυτές τις ψυχές. Φιλήσανε όλες το Σταυρό. Ήταν όλες περιποιημένες, με τις πολύχρωμες φούστες κ.λπ. Και τους είπα: -Παιδιά μου, χρόνια πολλά. Ο Θεός μάς αγαπάει όλους. Είναι πολύ καλός και "βρέχει επί δικαίους και αδίκους". Όλοι Τον έχομε Πατέρα και για όλους μας ενδιαφέρεται ο Θεός. Μόνο να φροντίσομε να Τον γνωρίσομε και να Τον αγαπήσουμε κι εμείς και να γίνομε καλοί. Να Τον αγαπήσετε και θα δείτε πόσο ευτυχισμένες θα είστε. Κοιτάξανε απορημένες. Κάτι πήρε η ψυχούλα τους η ταλαιπωρημένη. -Χάρηκα, τους λέω τέλος, που μ' αξίωσε ο Θεός να έλθω σήμερα και να σας αγιάσω. Χρόνια πολλά! -Χρόνια πολλά, είπαν κι εκείνες κι έφυγα./Γ.Πορφύριος

Να μην μένει ούτε ίχνος αμαρτίας ...

Να μην μένει ούτε ίχνος αμαρτίας ...
Καταρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η εξομολόγηση δεν είναι μια απλή συζήτηση με τον πνευματικό-εξομολόγο επί διαφόρων αποριών ή και προβλημάτων του εξομολογουμένου. Αυτό μπορεί να γίνει σε κάποια άλλη ώρα ,εκτός εξομολογήσεως, ή έστω, ως προέκταση της καθαυτό εξομολογήσεως. Ούτε ασφαλώς είναι μια τυπική επίσκεψη στον ιερέα πριν από τις μεγάλες εορτές, με μια κατ’ επιλογήν επισήμανση αμαρτιών ή και απλή εκζήτηση της «ευχής». Στην περίπτωση αυτή η εξομολόγηση λειτουργεί ως άλλοθι της ενοχής του ανθρώπου – «να ησυχάσουμε τη φωνή της συνειδήσεως»- με συνέπεια την παγίωση της αμαρτίας και την σκλήρυνση της ψυχής. Η εξομολόγηση είναι το μυστήριο εκείνο , που φανερώνει τη γνησιότητα της μετανοίας του πιστού. Πραγματοποιούμενη ενώπιον της Εκκλησίας –στα πρώτα χριστιανικά χρόνια ενώπιον όλων και αργότερα ενώπιον του εκπροσώπου της Εκκλησίας πνευματικού εξομολόγου- αποτελεί το αποκορύφωμα της εν ταπεινώσει και συντριβή αναγνώρισης από τον πιστό ότι η ζωή του δεν βρίσκεται στην τροχιά του Χριστού και των αγίων ∙ ότι έσφαλε και σφάλλει, στο βαθμό που ή εκούσια ή ακούσια προσέβαλε την αγάπη στο πρόσωπο του Θεού ή των συνανθρώπων του. Παράλληλα όμως με την ομολογία αυτή εκδηλώνει και την ακλόνητη πεποίθησή του στην αγάπη και το έλεος του Θεού, τα οποία αναγνωρίζει ότι υπερβαίνουν την κατάντια του και έχουν τη δύναμη να τον ανορθώσουν και να τον οδηγήσουν σε ανώτερα πνευματικά ύψη: να ακολουθεί το Χριστό! Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν η εξομολόγηση αφενός προϋποθέτει τη συναίσθηση της αμαρτωλότητος του εξομολογουμένου και την πίστη του στην φιλανθρωπία του πανοικτίρμονος Θεού, αφετέρου έχει εκκλησιαστικό χαρακτήρα. Τυχόν λοιπόν προσέλευση στο μυστήριο, χωρίς την απαιτούμενη προετοιμασία με εξομολόγηση εν μετανοία ενώπιον πρώτα του Θεού, αποτελεί εμπαιγμό του μυστηρίου ή το λιγότερο άγνοια της παραδόσεως της Εκκλησίας. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, να προσέρχεται ο εξομολογούμενος απροετοίμαστος , επόμενο είναι να μη γεύεται τα αγαθά και τις δωρεές , που ο Θεός έχει υποσχεθεί να δώσει. Και τα αγαθά αυτά είναι η εξάλειψη κάθε αμαρτίας, αλλά και η δικαίωση του ανθρώπου. «Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών , πιστός εστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» ( Α’ Ιω.1,9 ) . Και ο προφήτης Ησαΐας , ήδη από το χώρο της Π. Διαθήκης, διαλαλεί: « Εάν είναι οι αμαρτίες σας κόκκινες σαν το αίμα, θα τις κάνω λευκές σαν το χιόνι» ( Πρβλ. Ης. 1,18 ) . Ο άγιος Χρυσόστομος ερμηνεύει τα παραπάνω: « Η μετάνοια δικαιώνει… Στο ληστή δεν είπε ο Κύριος, σε απαλλάσσω από την κόλαση και την τιμωρία, αλλά τον βάζει μέσα στον Παράδεισο, δίκαιο. Μη λες λοιπόν πάλι, Αμάρτησα πολύ και πώς θα μπορέσω να σωθώ; Συ δεν μπορείς, μα ο Κύριός σου μπορεί , και τόσο πολύ, ώστε να σβήσει τελείως τα αμαρτήματά σου… Τόσο τέλεια σβήνει τα αμαρτήματα , ώστε να μην μένει ούτε ίχνος από αυτά. Ο Θεός λοιπόν χαρίζει και την ομορφιά μαζί με την υγεία, μαζί με την απαλλαγή από την κόλαση δίνει και τη δικαιοσύνη και κάνει τον αμαρτωλό να είναι ίσος με αυτόν που δεν αμάρτησε. Διότι εξαφανίζει το αμάρτημα και το κάνει να μην υπάρχει και να μην έχει γίνει ποτέ. Έτσι τέλεια το εξαφανίζει, δεν μένει ούτε σημάδι, ούτε ίχνος, ούτε απόδειξη, ούτε δείγμα» (Ομιλία η΄, περί μετανοίας ) . Έτσι με την εν μετανοία συμμετοχή μας στο ιερό μυστήριο της εξομολογήσεως επανερχόμαστε στο αφετηριακό σημείο του βαπτίσματός μας. Όπως δηλ. τότε που βαπτισθήκαμε, κάθε αμάρτημά μας, ιδίως δε το προπατορικό λεγόμενο με τις κληρονομικές του συνέπειες της φθοράς και του θανάτου, εξαλείφθηκε, έτσι και τώρα, στο δεύτερο αυτό και επαναλαμβανόμενο βάπτισμα της μετανοίας, κάθε αμάρτημα που εκάναμε, μετά το πρώτο, εν λόγω ή έργω ή διανοία, εξαλείφεται και μας φέρει καθαρούς και πάλι στο σημείο εκκινήσεως της πνευματικής ζωής. Η ζωή μας στη φάση αυτή επανασυντονίζεται με τους χτύπους της παράδοσης της Εκκλησίας∙ «πιάνουμε» ξανά το σταθμό του Θεού∙ αρχίζουμε και (επι)κοινωνούμε με όλους τους αγίους. «Γιατί έτσι, όπως θα είναι ο νους σου συγχυσμένος ,ούτε θα καταλάβεις τι θα σου πω ούτε και θα θυμάσαι σε λίγο τίποτα. Άμα όμως εξομολογηθείς και μπεις και συ στην ίδια πνευματική συχνότητα με μας, τότε θα μπορέσουμε άνετα να συνεννοηθούμε» ( π. Παϊσιος ) .

Αχ παιδί μου ...ο Χριστός δεν μας εγκατέλειψε ποτέ !

Αχ παιδί μου ...ο Χριστός δεν μας εγκατέλειψε ποτέ !
Ένα πρωινό συζητά ο Γέροντας με δυο-τρεις επισκέπτες στο σπίτι του. Ο ένας είναι ιδεολόγος άθεος και κομμουνιστής. Σε μια στιγμή έρχεται κάποιος απ’ έξω και τους πληροφορεί ότι η Αθήνα έχει γεμίσει από φωτογραφίες του Μάου Τσε Τούγκ με την επιγραφή: «Δόξα στον μεγάλο Μάο». Ήταν η ημέρα κατά την οποία είχε πεθάνει ο Κινέζος δικτάτορας. Γέροντας: Έτσι είναι, παιδάκι μου. Δεν υπάρχουν άθεοι. Ειδωλολάτρες υπάρχουν, οι οποίοι βγάζουν τον Χριστό από τον θρόνο Του και στη θέση Του τοποθετούν τα είδωλά τους. Εμείς λέμε: «Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι». Αυτοί λένε: «Δόξα στον μεγάλο Μάο». Διαλέγεις και παίρνεις. Άθεος: Και σεις παππούλη, το παίρνετε το ναρκωτικό σας. Μόνο που εσείς το λέτε Χριστό, ο άλλος το λέει Αλλάχ, ο τρίτος Βούδα κ.ο.κ.  Ο Χριστός παιδί μου, δεν είναι ναρκωτικό. Ο Χριστός είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου. Αυτός που με σοφία κυβερνά τα πάντα: από το πλήθος των απέραντων γαλαξιών μέχρι τα απειροελάχιστα σωματίδια του μικρόκοσμου. Αυτός που δίνει τη ζωή σε όλους μας. Αυτός που σε έφερε στον κόσμο και σου έχει δώσει τόση ελευθερία, ώστε να μπορείς να Τον αμφισβητείς, αλλά και να Τον αρνείσαι ακόμη.  Παππούλη, δικαίωμά σας είναι να τα πιστεύετε όλα αυτά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και αληθινά. Αποδείξεις έχετε;  Εσύ όλα αυτά τα θεωρείς παραμύθια, έτσι δεν είναι;  Βεβαίως.  Αποδείξεις έχεις; Μπορείς να μου αποδείξεις ότι όσα πιστεύω εγώ είναι ψεύτικα;  …….  Δεν απαντάς, διότι και συ δεν έχεις αποδείξεις. Άρα και συ πιστεύεις ότι είναι παραμύθια. Κι εγώ μεν ομιλώ περί πίστεως, όταν αναφέρομαι στον Θεό. Εσύ όμως, ενώ απορρίπτεις τη δική μου πίστη, στην ουσία πιστεύεις στην απιστία σου, αφού δεν μπορείς να την τεκμηριώσεις με αποδείξεις. Πρέπει όμως να σου πω ότι η πίστη η δική μου δεν είναι ξεκάρφωτη. Υπάρχουν κάποια υπερφυσικά γεγονότα, πάνω στα οποία θεμελιώνεται.  Μια στιγμή! Μια και μιλάτε για πίστη, τι θα πείτε στους Μωαμεθανούς π.χ. ή στους Βουδιστές; Διότι κι εκείνοι ομιλούν περί πίστεως. Κι εκείνοι διδάσκουν υψηλές ηθικές διδασκαλίες. Γιατί η δική σας πίστη είναι καλύτερη από εκείνων;  Με αυτήν την ερώτησή σου τίθεται το κριτήριο της αλήθειας. Διότι βεβαίως η αλήθεια είναι μία και μόνη. Δεν υπάρχουν πολλές αλήθειες. Ποιος όμως κατέχει την αλήθεια; Ιδού το μεγάλο ερώτημα. Έτσι δεν πρόκειται για καλύτερη ή χειρότερη πίστη! Πρόκειται για την μόνη αληθινή πίστη! Δέχομαι ότι ηθικές διδασκαλίες έχουν και τα άλλα πιστεύω. Βεβαίως οι ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού υπερέχουν ασυγκρίτως. Εμείς όμως δεν πιστεύουμε στον Χριστό για τις ηθικές Του διδασκαλίες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους», ούτε για τα κηρύγματά Του περί ειρήνης και δικαιοσύνης, ελευθερίας και ισότητας. Εμείς πιστεύουμε στον Χριστό, διότι η επί γης παρουσία Του συνοδεύθηκε από υπερφυσικά γεγονότα, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Θεός.  Κοιτάξτε. Κι εγώ παραδέχομαι ότι ο Χριστός ήταν σπουδαίος φιλόσοφος και μεγάλος επαναστάτης αλλά μην τον κάνουμε και Θεό τώρα…  Αχ παιδί μου! Όλοι οι μεγάλοι άπιστοι της ιστορίας εκεί σκάλωσαν. Το ψαροκόκαλο που τους κάθισε στο λαιμό και δεν μπορούσαν να το καταπιούν, αυτό ακριβώς ήταν. Το ότι ο Χριστός είναι και Θεός. Πολλοί από αυτούς ήσαν διατεθειμένοι να πουν στον Κύριο: Μη λες πως είσαι Θεός ενανθρωπήσας. Πες ότι είσαι απλός άνθρωπος και μεις είμαστε έτοιμοι να σε θεοποιήσουμε. Γιατί θέλεις να είσαι Θεός ενανθρωπήσας και όχι άνθρωπος αποθεωθείς; Εμείς δεχόμαστε να σε αποθεώσουμε, να σε ανακηρύξουμε στο μέγιστο των ανθρώπων, τον αγιότατο, τον ηθικότατο, τον ανεπανάληπτο. Δεν σου αρκούν αυτά; Ο κορυφαίος του χορού των αρνητών, ο Ερνέστος Ρενάν, βροντοφωνεί περί του Χριστού: «Για δεκάδες χιλιάδες χρόνια ο κόσμος θα ανυψώνεται δια σου», είσαι «ο ακρογωνιαίος λίθος της ανθρωπότητας ώστε το να αποσπάσει κάποιος το όνομά σου από τον κόσμο τούτο θα ήταν ίσο με τον εκ θεμελίων κλονισμό του», «οι αιώνες θα διακηρύσσουν ότι μεταξύ των υιών των ανθρώπων δεν γεννήθηκε κανένας υπέρτερός σου». Η επόμενη φράση τους; «Θεός όμως δεν είσαι!». Και δεν αντιλαμβάνονται οι ταλαίπωροι ότι όλα αυτά συνιστούν για την ψυχή τους μια ανέκφραστη τραγωδία! Το δίλημμα αναπόφευκτα είναι αμείλικτο: Ή είναι Θεός ενανθρωπήσας ο Χριστός, οπότε πράγματι, και μόνον τότε, αποτελεί την ηθικοτέρα, την αγιοτέρα και την ευγενεστέρα μορφή της ανθρωπότητας, ή δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, οπότε όμως δεν είναι δυνατόν να είναι τίποτε από όλα αυτά. Αντιθέτως αν ο Χριστός δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, τότε πρόκειται για την απαισιοτέρα, τη φρικτοτέρα και την απεχθεστέρα ύπαρξη της ανθρώπινης ιστορίας.  Τι είπατε;  Αυτό που άκουσες! Βαρύς ο λόγος, απολύτως όμως αληθής. Και ιδού γιατί: Τι είπαν για τον εαυτό τους, ή ποια ιδέα είχαν για τον εαυτό τους όλοι οι πραγματικοί μεγάλοι άνδρες της ανθρωπότητας; Ο «ανδρών απάντων σοφώτατος» Σωκράτης διακήρυσσε το: «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Όλοι οι σπουδαίοι άνδρες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αβραάμ και το Μωυσή μέχρι τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Παύλο, αυτοχαρακτηρίζονται «γη και σποδός (=στάχτη)», «ταλαίπωροι», «εκτρώματα»,κ.τ.λ. Η συμπεριφορά αντιθέτως του Ιησού είναι παραδόξως διαφορετική! Και λέω παραδόξως διαφορετική διότι το φυσικό και το λογικό θα ήταν να είναι παρόμοια η συμπεριφορά Του. Αυτός μάλιστα, ως ανώτερος και υπέρτερος από όλους τους άλλους, θα έπρεπε να έχει ακόμη κατώτερη και ταπεινότερη ιδέα για τον εαυτό Του. Ηθικώς τελειότερος από κάθε άλλον έπρεπε να υπερακοντίζει σε αυτομεμψία και ταπεινό φρόνημα όλους τους παραπάνω και οποιονδήποτε άλλον, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι τη συντέλεια των αιώνων. Συμβαίνει όμως το αντίθετο! Πρώτα πρώτα διακηρύσσει ότι είναι αναμάρτητος: «Τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;» (Ιωαν. η΄46). «Έρχεται ο του κόσμου τούτου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιωαν. Ιδ΄30). Εκφράζει επίσης πολύ υψηλές ιδέες περί Εαυτού:«Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ιωαν. η΄12),«Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωαν. Ιδ΄6). Εκτός όμως αυτών, προβάλλει και αξιώσεις απολύτου αφιερώσεως στο Πρόσωπό Του. Εισχωρεί ακόμη και στις ιερότερες σχέσεις των ανθρώπων και λέει: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ούκ εστί μου άξιος και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ούκ εστί μου άξιος» (Ματθ. ι΄37). «Ήλθον διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά τις μητρός αυτής και νύμφη κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι΄35). Απαιτεί ακόμη και μαρτυρική ζωή και θάνατο από τους μαθητές Του: «Παραδώσουσιν υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού… Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου ο δε υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται… Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα… Όστις αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ… Ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν» (Ματθ. ι΄17 κ.έ.). Και τώρα σε ρωτώ: Τόλμησε ποτέ κανείς να διεκδικήσει υπέρ αυτού την αγάπη των ανθρώπων πάνω κι από την ίδια τους τη ζωή; Τόλμησε ποτέ κανείς να διακηρύξει την απόλυτη αναμαρτησία του; Τόλμησε ποτέ κανείς να εκστομίσει το: «Εγώ ειμί η αλήθεια»;(Ιωάν. Ιδ΄6). Κανείς και πουθενά! Μόνο ένας Θεός θα μπορούσε να τα κάνει αυτά. Φαντάζεσαι τον δικό σας τον Μαρξ να’ λεγε κάτι τέτοια; Θα τον περνούσαν για τρελό και δεν θα βρισκόταν κανείς να τον ακολουθήσει. Για σκέψου τώρα, πόσα εκατομμύρια άνθρωποι θυσίασαν τα πάντα για χάρη του Χριστού, ακόμα και αυτή τη ζωή τους, πιστεύοντας στην περί εαυτού αλήθεια των λόγων Του! Εάν οι περί εαυτού διακηρύξεις Του ήσαν ψευδείς, ο Ιησούς θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας οδηγώντας τόσους πολλούς σε τόσο βαριά θυσία. Ποιος άνθρωπος, όσο μεγάλος, όσο σπουδαίος, όσο σοφός κι αν είναι, θα άξιζε αυτή τη μεγάλη προσφορά και θυσία; Ποιος; Κανένας! Μόνο εάν ήταν Θεός! Μ’ άλλα λόγια: Όποιος άνθρωπος απαιτούσε αυτή τη θυσία από τους οπαδούς του, θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας. Ο Χριστός όμως και την απαίτησε και την πέτυχε. Παρά ταύτα από τους αρνητές της θεότητάς Του αναγορεύτηκε η ευγενεστέρα και αγιότερα μορφή της ιστορίας. Οπότε: Η παραλογίζονται οι αρνητές ονομάζοντας αγιότερο τον απαισιώτερο, ή για να μην υπάρχει παραλογισμός, αλλά να έχει λογική η συνύπαρξη απαιτήσεων του Χριστού και αγιότητός Του, θα πρέπει αναγκαστικά να δεχθούν ότι ο Χριστός εξακολουθεί να παραμένει η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ανθρωπότητας μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι είναι και Θεός! Αλλιώς είναι, όπως είπαμε, όχι η αγιοτέρα, αλλά η φρικτοτέρα μορφή της ιστορίας, ως αιτία της μεγαλυτέρας θυσίας των αιώνων, εν ονόματι ενός ψεύδους! Έτσι η θεότητα του Χριστού αποδεικνύεται βάση αυτούς τους ίδιους τους περί αυτού χαρακτηρισμούς των αρνητών Του!...  Όσα είπατε είναι πράγματι εντυπωσιακά, δεν αποτελούν όμως παρά συλλογισμούς. Ιστορικά στοιχεία, που να θεμελιώνουν τη Θεότητά του, έχετε;  Σου είπα και προηγουμένως ότι τα πειστήρια της Θεότητός Του είναι τα υπερφυσικά γεγονότα που συνέβησαν όσο καιρό ήταν εδώ στη γη. Ο Χριστός δεν αρκέστηκε μόνο να διακηρύσσει τις παραπάνω αλήθειες, αλλά επικύρωνε τους λόγους Του και με πλήθος θαυμάτων. Έκανε τυφλούς να βλέπουν, παράλυτους να περπατούν, έθρεψε με δύο ψάρια και πέντε ψωμιά πέντε χιλιάδες άνδρες και πολλαπλάσιες γυναίκες και παιδιά, διαιτάσαι τα στοιχεία της φύσεως και αυτά υπάκουαν, ανέστησε νεκρούς μεταξύ των οποίων και τον Λάζαρο τέσσερις μέρες μετά τον θάνατό του. Μεγαλύτερο όμως από όλα τα θαύματά είναι η Ανάστασή Του. Όλο το οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως. Αυτό δεν το λέω εγώ. Το λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών»(Κορ. Ιε΄ 17). Αν ο Χριστός δεν ανέστη, τότε όλα καταρρέουν. Ο Χριστός όμως ανέστη πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου, άρα Θεός.  Εσείς τα είδατε όλα αυτά; Πώς τα πιστεύετε;  Όχι, εγώ δεν τα είδα. Τα είδαν όμως άλλοι, οι Απόστολοι. Αυτοί στη συνέχεια τα γνωστοποίησαν και μάλιστα προσυπέγραψαν τη μαρτυρία τους με το αίμα τους. Κι όπως όλοι δέχονται, η μαρτυρία της ζωής είναι η υψίστη μαρτυρία. Φέρε μου και συ κάποιον να μου πει πώς ο Μαρξ απέθανε και ανέστη και να θυσιάσει τη ζωή του για τη μαρτυρία αυτή κι εγώ θα τον πιστέψω ως τίμιος άνθρωπος.  Να σας πω. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν για την ιδεολογία τους. Γιατί δεν ασπάζεσθε και τον κομμουνισμό;  Το είπες και μόνος σου. Οι κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Δεν πέθαναν για γεγονότα. Σε μια ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο να υπεισέλθει πλάνη. Επειδή δε είναι ίδιον της ανθρώπινης ψυχής θυσιάζεται για κάτι στο οποίο πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να την δεχθούμε και ως σωστή. Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνεις για ιδέες και άλλο για γεγονότα. Οι Απόστολοι όμως δεν πέθαναν για ιδέες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους» ούτε για τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα. Και όταν λέμε γεγονός εννοούμε, ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό από αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν δι «ο ακηκόασι, ο εωράκασι τοις οφθαλμοίς αυτών, ο εθεάσαντο και αι χείρες αυτών εψηλάφησαν» (Α΄ Ιωάν. Α΄1)» Με βάση ένα πολύ ωραίο συλλογισμό του Πασχάλ λέμε ότι με τους Αποστόλους συνέβη ένα από τα τρία: Ή απατήθηκαν ή μας εξαπάτησαν ή μας είπαν την αλήθεια. Ας πάρουμε την πρώτη εκδοχή. Δεν είναι δυνατόν να απατήθηκαν οι Απόστολοι, διότι όσα αναφέρουν δεν τα έμαθαν από άλλους. Αυτοί οι ίδιοι ήσαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες όλων αυτών. Εξ άλλου δεν ήσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι ούτε είχαν καμιά ψυχολογική προδιάθεση για την αποδοχή του γεγονότος της Αναστάσεως. Αντιθέτως ήσαν τρομερά δύσπιστοι. Τα Ευαγγέλια είναι πλήρως αποκαλυπτικά αυτών των ψυχικών τους διαθέσεων: δυσπιστούν στις διαβεβαιώσεις ότι κάποιοι Τον είχαν δει αναστάντα. Και κάτι άλλο. Τι ήσαν οι Απόστολοι πριν τους καλέσει ο Χριστός; Μήπως ήσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ή οραματιστές φιλοσοφικών και κοινωνικών συστημάτων, που περίμεναν να κατακτήσουν την ανθρωπότητα και να ικανοποιήσουν έτσι τις φαντασιώσεις τους; Κάθε άλλο. Αγράμματοι ψαράδες ήσαν. Και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να πιάσουν κανένα ψάρι να θρέψουν τις οικογένειές τους. Γι’ αυτό και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, παρά τα όσα είχαν ακούσει και δει, επέστρεψαν στα πλοιάρια και στα δίχτυα τους. Δεν υπήρχε δηλαδή σ’ αυτούς, όπως αναφέραμε, ούτε ίχνος προδιαθέσεως για όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν. Και μόνο μετά την Πεντηκοστή, «ότε έλαβον δύναμιν εξ ύψους», έγιναν οι διδάσκαλοι της οικουμένης. Η δεύτερη εκδοχή: Μήπως μας εξαπάτησαν; Μήπως μας είπαν ψέματα; Αλλά γιατί να μας εξαπατήσουν; Τι θα κέρδιζαν με τα ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως αξιώματα, μήπως δόξα; Για να πει κάποιος ένα ψέμα, περιμένει κάποιο όφελος. Οι Απόστολοι όμως, κηρύσσοντες Χριστόν και Τούτον εσταυρωμένον και Αναστάντα εκ νεκρών, τα μόνα τα οποία εξασφάλιζαν ήσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι από ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις, και τέλος ο θάνατος. Και όλα αυτά για ένα ψέμα; Είναι εντελώς ανόητο και να το σκεφτεί κάποιος. Συνεπώς ούτε εξαπατήθηκαν ούτε μας εξαπάτησαν οι Απόστολοι. Μένει επομένως η Τρίτη εκδοχή ότι μας είπαν την αλήθεια. Θα πρέπει μάλιστα να σου τονίσω και το εξής: Οι Ευαγγελιστές είναι οι μόνοι οι οποίοι έγραψαν πραγματική ιστορία. Διηγούνται τα γεγονότα και μόνον αυτά. Δεν προβαίνουν σε καμία προσωπική κρίση. Κανένα δεν επαινούν, κανένα δεν κατακρίνουν. Δεν κάνουν καμία προσπάθεια να διογκώσουν κάποιο γεγονός ή να εξαφανίσουν ή να υποτιμήσουν κάποιο άλλο. Αφήνουν τα γεγονότα να μιλούν μόνα τους.  Αποκλείεται να έγινε στην περίπτωση του Χριστού νεκροφάνεια; Τις προάλλες έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιον Ινδό, τον οποίον έθαψαν και μετά από τρεις μέρες τον ξέθαψαν και ήταν ζωντανός.  Αχ, παιδάκι μου. Θα θυμηθώ και πάλι το λόγο του ιερού Αυγουστίνου: «Άπιστοι, δεν είσθε δύσπιστοι. Είσθε οι πλέον εύπιστοι. Δέχεσθε τα πιο απίθανα, τα πιο παράλογα, τα πιο αντιφατικά, για να αρνηθείτε το θαύμα!». Όχι, παιδί μου. Δεν έχουμε νεκροφάνεια στον Χριστό. Πρώτα- πρώτα έχουμε την μαρτυρία του Ρωμαίου κεντυρίωνος, ο οποίος βεβαίωσε τον Πιλάτο ότι ο θάνατος είχε επέλθει. Έπειτα το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί ότι ο Κύριος κατά την ίδια την ημέρα της Αναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας με δύο μαθητές Του προς Εμμαούς, που απείχε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από τα Ιεροσόλυμα. Φαντάζεσαι κάποιον να έχει υποστεί όσα υπέστη ο Χριστός και τρεις μέρες μετά το «θάνατό» του να του συνέβαινε νεκροφάνεια; Αν μη τι άλλο θα έπρεπε για σαράντα μέρες να τον ποτίζουν κοτόζουμο για να μπορεί να ανοίγει τα μάτια του, κι όχι να περπατά και να συζητά σαν να μη συνέβη τίποτα. Όσο για τον Ινδό, φέρε τον εδώ να τον μαστιγώσουμε με φραγγέλιο - και ξέρεις τι εστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στα άκρα του οποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ή σπασμένα κόκαλα ή μυτερά καρφιά -, φέρε τον, λοιπόν, να τον φραγγελώσουμε, να του φορέσουμε ακάνθινο στεφάνι, να τον σταυρώσουμε, να του δώσουμε χολή και ξύδι, να τον λογχίσουμε, να τον βάλουμε στον τάφο, κι αν αναστηθεί, τότε τα λέμε.  Παρά ταύτα όλες οι μαρτυρίες, τις οποίες επικαλεσθήκατε, προέρχονται από Μαθητές του Χριστού. Υπάρχει κάποια μαρτυρία περί αυτού, που να μην προέρχεται από τον κύκλο των Μαθητών του; Υπάρχουν δηλαδή ιστορικοί που να πιστοποιούν την Ανάσταση του Χριστού; Αν ναι, τότε θα πιστέψω κι εγώ.  Ταλαίπωρο παιδί! Δεν ξέρεις τι ζητάς! Αν υπήρχαν τέτοιοι ιστορικοί που να είχαν δει τον Χριστό αναστημένο, τότε αναγκαστικά θα πίστευαν στην Ανάστασή Του και θα την ανέφεραν πλέον ως πιστοί, οπότε και πάλι θα αρνιόσουν τη μαρτυρία τους, όπως ακριβώς απορρίπτεις τη μαρτυρία του Πέτρου, του Ιωάννου κ.λπ. Πώς είναι δυνατόν να βεβαιώνει κάποιος την Ανάσταση και ταυτόχρονα να μη γίνεται Χριστιανός; Μας ζητάς «πέρδικα ψητή σε κέρινο σουβλί και να λαλεί»! Αί δεν γίνεται! Σου θυμίζω πάντως, εφ’ όσον ζητάς ιστορικούς, αυτό το οποίο σου ανέφερα και προηγουμένως: ότι δηλαδή οι μόνοι πραγματικοί ιστορικοί είναι οι Απόστολοι. Παρ’ όλα αυτά όμως έχουμε και μαρτυρία τέτοια όπως την θέλεις: από κάποιον δηλαδή που δεν ανήκε στον κύκλο των Μαθητών Του. Του Παύλου. Ο Παύλος όχι μόνο δεν ήταν Μαθητής του Χριστού, αλλά και εδίωκε μετά μανίας την Εκκλησία Του.  Γι’ αυτόν όμως λένε ότι έπαθε ηλίαση και εξ αιτίας της είχε παραίσθηση.  Βρε παιδάκι μου, αν είχε παραίσθηση ο Παύλος, αυτό που θα ανεδύετο θα ήταν το υποσυνείδητό του. Και στο υποσυνείδητο του Παύλου θέση υψηλή κατείχαν οι Πατριάρχες και οι Προφήτες. Τον Αβραάμ και τον Ιακώβ και τον Μωυσή έπρεπε να δει κι όχι τον Ιησού, τον οποίο θεωρούσε λαοπλάνο και απατεώνα! Φαντάζεσαι καμιά πιστή γριούλα στο όνειρό της ή στο παραλήρημά της να βλέπει τον Βούδα ή τον Δία; Τον Άι Νικόλα θα δει και την Αγία Βαρβάρα. Διότι αυτούς πιστεύει. Και κάτι ακόμα. Στον Παύλο, όπως σημειώνει ο Παπίνι, υπάρχουν και τα εξής θαυμαστά: Πρώτον, τον αιφνίδιο της μεταστροφής. Κατ’ ευθείαν από την απιστία στην πίστη. Δεν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, το ισχυρών της πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις και αμφιβολίες. Και τρίτον, πίστη δια βίου. Πιστεύεις ότι αυτά μπορεί να λάβουν χώρα μετά από μια ηλίαση; Δεν εξηγούνται αυτά με τέτοιους τρόπους. Αν μπορείς εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς, παραδέξου το θαύμα. Και πρέπει να ξέρεις ότι ο Παύλος με τα δεδομένα τη εποχής του ήταν άνδρας εξόχως πεπαιδευμένος. Δεν ήταν κανένα ανθρωπάκι να μην ξέρει τι του γίνεται. Θα προσθέσω όμως και κάτι επί πλέον. Εμείς, παιδί μου, ζούμε σήμερα σε εξαιρετική εποχή. Ζούμε το θαύμα της Εκκλησίας του Χριστού. Όταν ο Χριστός είπε για την Εκκλησία Του ότι «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ις΄18), οι οπαδοί Του αριθμούσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα. Έκτοτε πέρασαν δύο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αυτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, η Εκκλησία όμως του Χριστού παραμένει ακλόνητη παρά τους συνεχείς και φοβερούς διωγμούς εναντίον της. Αυτό δεν είναι ένα θαύμα; Και κάτι τελευταίο. Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο αναφέρεται πως όταν η Παναγία μετά τον Ευαγγελισμό επισκέφτηκε την Ελισάβετ, τη μητέρα του Προδρόμου, εκείνη την εμακάρισε με τα λόγια: «Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Και η Παναγία απάντησε ως εξής: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο.. ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» (α΄48). Τι ήταν τότε η Παναγία; Μια άσημη κόρη της Ναζαρέτ ήταν. Ποίος την ήξερε; Παρά ταύτα από τότε ξεχάσθηκαν αυτοκρατορίες, έσβησαν λαμπρά ονόματα γυναικών, λησμονήθηκαν σύζυγοι και μητέρες στρατηλατών. Ποιός ξέρει ή ποιος θυμάται τη μητέρα του Μεγ. Ναπολέοντος ή τη μητέρα του Μεγ. Αλεξάνδρου; Σχεδόν κανείς. Όμως εκατομμύρια χείλη σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και σ’ όλους τους αιώνες υμνούν την ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ, «την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Ζούμε ή δεν ζούμε εμείς σήμερα, οι άνθρωποι του εικοστού αιώνα, την επαλήθευση του προφητικού αυτού λόγου της Παναγίας; Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν όσον αφορά και σε μια «δευτερεύουσα» προφητεία του Χριστού: Όταν στην οικία του Σύμωνος του λεπρού μια γυναίκα περιέχυσε στο κεφάλι του το πολύτιμο μύρο, είπε ο Κύριος: «Αμήν λέγω υμίν, όπου εάν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εν όλω τω κόσμω, λαληθήσεται και ο εποίησεν αυτή εις μνημόσυνον αυτής» (Ματθ. κς΄13). Πόσος ήταν ο κύκλος των οπαδών Του τότε, για να πει κανείς ότι αυτοί θα έκαναν τα αδύνατα δυνατά ώστε να εκπληρωθεί η προφητεία αυτή του Διδασκάλου τους; Και μάλιστα μια τέτοια προφητεία, η οποία με τα κριτήρια του κόσμου δεν έχει και καμία σημασία για τους πολλούς; Είναι ή δεν είναι θαύματα αυτά; Αν μπορείς, εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς όμως, παραδέξου τα ως τέτοια.  Ομολογώ ότι τα επιχειρήματά σας είναι ισχυρά. Έχω όμως να σας ρωτήσω κάτι ακόμη: Δεν νομίζετε ότι ο Χριστός άφησε το έργο του ημιτελές; Εκτός κι αν μας εγκατέλειψε. Δεν μπορώ να φαντασθώ έναν Θεό να παραμένει αδιάφορος στο δράμα του ανθρώπου. Εμείς να βολοδέρνουμε εδώ κι εκείνος από ψηλά να στέκεται απαθής.  Όχι παιδί μου. Δεν έχεις δίκιο. Ο Χριστός δεν άφησε το έργο Του ημιτελές. Αντιθέτως είναι η μοναδική περίπτωση ανθρώπου στην ιστορία, ο οποίος είχε τη βεβαιότητα ότι ολοκλήρωσε την αποστολή Του και δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει και να πει. Ακόμη κι ο μέγιστος των σοφών, ο Σωκράτης, ο οποίος μια ολόκληρη ζωή μιλούσε και δίδασκε, στο τέλος συνέθεσε και μια περίτεχνη απολογία και, αν ζούσε, θα είχε κι άλλα να πει. Μόνο ο Χριστός σε τρία χρόνια δίδαξε ότι είχε να διδάξει, έπραξε ότι ήθελε να πράξει και είπε το «τετέλεσται». Δείγμα κι αυτό της θεϊκής Του τελειότητας και αυθεντίας. Όσο για την εγκατάλειψη την οποία ανέφερες, σε καταλαβαίνω. Χωρίς Χριστό ο κόσμος είναι θέατρο του παραλόγου. Χωρίς Χριστό δεν μπορείς να εξηγήσεις τίποτε. Γιατί οι θλίψεις, γιατί οι αδικίες, γιατί οι αποτυχίες, γιατί οι ασθένειες, γιατί, γιατί, γιατί; Χιλιάδες πελώρια «γιατί». Κατάλαβέ το! Δεν μπορεί ο άνθρωπος να προσεγγίσει με την πεπερασμένη λογική του τα «γιατί» αυτά. Μόνο με τον Χριστό εξηγούνται όλα: Μας προετοιμάζουν για την αιωνιότητα. Ίσως εκεί μας αξιώσει ο Κύριος να πάρουμε απάντηση σε μερικά από τα «γιατί» αυτά. Αξίζει τον κόπο να σου διαβάσω ένα ωραίο ποίημα από τη συλλογή του Κωνσταντίνου Καλλινίκου «Δάφναι και Μυρσίναι» με τον τίτλο «Ερωτηματικά». Είπα στο γέροντα ασκητή τον εβδομηκοντάρη, που κυματούσε η κόμη του σαν πασχαλιάς κλωνάρι: Πες μου, πατέρα μου γιατί σε τούτη’ δω τη σφαίρα αχώριστα περιπατούν η νύχτα και η μέρα; Γιατί σαν να’σαν δίδυμα, φυτρώνουνε αντάμα τ’αγκάθι και το λούλουδο, το γέλιο και το κλάμα; Γιατί στην πιο ελκυστική του δάσους πρασινάδα σκορπιοί φωλιάζουν κι όχεντρες και κρύα φαρμακάδα; Γιατί προτού το τρυφερό μπουμπούκι ξεπροβάλει και ξεδιπλώσει μπρος στο φως τ’αμύριστά του κάλλη, μαύρο σκουλήκι έρχεται, μια μαχαιριά του δίνει κι ένα κουρέλι άψυχο στην κούνια του τ’αφήνει; Γιατί αλέτρι και σπορά και δουλευτάδες θέλει το στάχυ, ώσπου να γενεί ψωμάκι και καρβέλι και κάθε τι ωφέλιμο κι ευγενικό και θείο πληρώνεται με δάκρυα και αίματα στο βίο, ενώ ο παρασιτισμός αυτόματα θεριεύει κι η προστυχιά όλη τη γη να καταπιή γυρεύει; Τέλος, γιατί εις του παντός την τόση αρμονία να χώνεται η σύγχυσι κι η ακαταστασία; Απήντησε ο ασκητής με τη βαρειά φωνή του προς ουρανούς υψώνοντας το χέρι το δεξί του: Οπίσω από τα χρυσά εκεί επάνω νέφη κεντά ο Μεγαλόχαρος ατίμητο γκεργκέφι(=κέντημα). Κι εφόσον εις τα χαμηλά εμείς περιπατούμεν την όψι την ξανάστροφη, παιδί μου, θεωρούμε. Και είναι άρα φυσικό λάθη ο νους να βλέπη εκεί που να ευχαριστή και να δοξάζει πρέπει. Περίμενε σαν Χριστιανός να έλθη η ημέρα που η ψυχή σου φτερωτή θα σχίση τον αιθέρα και του Θεού το κέντημα απ’την καλή κοιτάξης και τότε…όλα σύστημα θα σου φανούν και τάξις! Ο Χριστός παιδί μου, δεν μας εγκατέλειψε ποτέ. Παραμένει κοντά μας, βοηθός και συμπαραστάτης, μέχρι συντελείας των αιώνων. Αυτό όμως θα το καταλάβεις μόνο αν γίνεις συνειδητό μέλος της Εκκλησίας Του και συνδεθείς με τα Μυστήριά της.

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...
Σε ευχαριστώ, Κύριε πολυέλεε, σε υμνώ, σε δοξάζω, γιατί μ' έπλασες από το τίποτα. Αλλά δεν μ' έπλασες μοναχά μια φορά, αλλά και κάθε μέρα με πλάθεις από το τίποτα, επειδή και κάθε μέρα με βγάζεις από τον ίσκιο του θανάτου που ξαναπέφτω. Μέσα στον ακαταμέτρητο τον κόσμο, μέσα στη μερ­μηγκιά των ανθρώπων, είμαι ένα τίποτα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Και μολαταύτα τον κάθε άνθρωπο τον θυμάσαι και τον βρίσκεις και τον τραβάς προς εσένα, και τον ζωοποιείς από πεθαμένον, και τον ξαναπλάθει το πατρικό χέρι σου, σαν να είναι ο καθένας μας μοναχά αυτός στον κόσμο. Η κραταιά δύναμή σου βαστά όλη την κτίση κι' όλες τις ψυχές σαν νάναι μια και μοναχή. Και τις κάνεις να νοιώσουνε την αθανασία σαν νάναι μια και μονάχη η καθεμιά και σε νοιώθουνε πατέρα τους σπλαχνικόν, που δεν κουράζεται να συχωρά και να ξαναπλάθει τον εαυτό μας, που πεθαίνει κάθε ώρα από την αμαρτία. ~Φώτης Κόντογλου~