Απενεργοποιημένη Λειτουργία

MainTabMenu

19 Σεπ 2012

Όταν ένα ''Α" ξενιτεύεται ....


Τι ζητάς Αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά Σ' αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τούς χάρισες ποτές Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κ α ν ε ί ς Τι ζητάς Αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές κι απ' του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κ α ν ε ί ς Ν.Γκάτσος
Μ ί α μ υ θ ι σ τ ο ρ η μ α τ ι κ ή π ρ ο σ έ γ γ ι σ η τ ο υ δ ό γ μ α τ ο ς τ η ς Α θ α ν α σ ί α ς τ η ς Ψ υ χ ή ς.
Με βάση, λοιπόν, το όμορφο τραγούδι της Αθανασίας του Χατζιδάκι και του Γκάτσου, ας φανταστούμε έναν φιλικό διάλογο που θα μπορούσε να δημιουργηθεί από δύο νέους ανθρώπους, μετά το πέρας μίας συναυλίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ακούστηκε το εν λόγω τραγούδι. Οι πρωταγωνιστές του διαλόγου, δύο φίλοι. Ο ένας, τάσσεται υπέρ του δόγματος της Αθανασίας της Ψυχής του ανθρώπου, ενώ ο άλλος, αρνείται κατηγορηματικά να ασπαστεί μία τέτοια θεωρία. Τον πρώτο άνθρωπο, ας τον ονομάσουμε συμβολικά για ευνόητους λόγους, Α - θ α ν ά σ ι ο. Τον δεύτερο άνθρωπο, επίσης για ευνόητους λόγους, ας τον ονομάσουμε συμβολικά Θ α ν ά σ η. Έτσι, λοιπόν, ο αρνητής της Αθανασίας της Ψυχής, ο Θανάσης, σαν άκουσε για πρώτη φορά το τραγούδι στην όμορφη καλοκαιρινή συναυλία, στο τέλος της συγκεκριμένης συναυλίας, και ενώ οι δύο φίλοι απολάμβαναν τον βραδινό τους περίπατο στα όμορφα γραφικά σοκάκια κάτω από την Ακρόπολη, αποφάσισε να μιλήσει θαρρετά στο φίλο του Αθανάσιο, που δε σταματά ποτέ να φιλοσοφεί ακούραστα πάνω στη θεωρία της Αθανασίας της Ψυχής του ανθρώπου. - Να! Τα βλέπεις Αθανάσιε ; Ακόμα κι αυτοί οι δύο μεγάλοι καλλιτέχνες σαν το Χατζιδάκι και το Γκάτσο, δεν πιστεύουν στην Αθανασία της Ψυχής. Σκέφτομαι μάλιστα πολύ σοβαρά, να σου αγοράσω όσο το δυνατό συντομότερα το δίσκο μέσα στον οποίο βρίσκεται το συγκεκριμένο τραγούδι, με σκοπό ακούγοντάς το επί καθημερινής βάσεως, ν’ αλλάξεις επιτέλους μυαλά, και να συνειδητοποιήσεις πως δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ζωή μετά το θάνατο του ανθρώπου. Πάρ ’ το καλά χαμπάρι Αθανάσιε. Μία είναι η ουσία. Δεν υπάρχει Αθανασία, όπως λέγει κι ένα άλλο διάσημο άσμα. Για τον Αθανάσιο, ο οποίος είναι πλέον συνηθισμένος στα πειράγματα του φίλου του, η απάντηση έρχεται αβίαστα. -Καλέ μου Θανάση, σέβομαι τις απόψεις σου, μα δεν πρόκειται ν’ αλλάξω τις βασικές αρχές της ζωής μου, εξ αιτίας του ακούσματος ενός μονάχα τραγουδιού. Αλλά αν άκουσες προσεχτικά το τραγούδι, οι στίχοι αναφέρονται στον διάπυρο πόθο που κρύβουν μέσα τους άνθρωποι κάθε κοινωνικής τάξης. Κροίσοι και βασιλιάδες, ποιητές, ταπεινοί προσκυνητές αλλά και κάθε γενιά, προστρέχει ικετευτικά στα πόδια της Αθανασίας, για να της ζητήσουν λίγη πνευματική παραμυθία και την εγγύηση ότι μετά το θάνατό τους, δεν πρόκειται να τους κατασπαράξει το αδηφάγο και αχόρταγο στόμα της ανυπαρξίας και της λήθης. -Εντάξει Αθανάσιε. Άκουσα και’ γω προσεχτικά τους στίχους του τραγουδιού. Αλλά ο Γκάτσος, το αναφέρει ξεκάθαρα στους στίχους του, ότι η Αθανασία την οποία εσύ λατρεύεις και πιστεύεις, είναι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά• δηλαδή αδυσώπητη, άτεγκτη, αμείλικτη, φειδωλή, που δε ξεδιψά ποτέ τους ανθρώπους από του κήπου της τη βρύση, και που δεν είναι διατεθειμένη να χαρίσει στους ανθρώπους, ούτε ένα τόσο δα κλοναράκι δυόσμο!
-Θανάση, μην ξεχνάς, ότι αυτό, είναι ένα τραγούδι. Ο Γκάτσος, όμως, δεν αναφέρεται μονάχα σ’ αυτά στα οποία εσύ επικεντρώθηκες αποκλειστικά. Αναφέρεται και σε άλλες λεπτομέρειες τις οποίες εσύ εθελούσια παραβλέπεις. Υποστηρίζει πως η Αθανασία είναι αξιαγάπητη, κι ότι την αγαπάει πολύ ο κόσμος, ενώ παράλληλα, δεν παραλείπει να της προσάπτει και τον τιμητικό χαρακτηρισμό της “ Ο μ ο ρ φ ο ν ι ά ς ”. Κι ασφαλώς, ο Γκάτσος, δεν ενδιαφέρεται στο να εξάρει την εξωτερική εμφάνιση της Αθανασίας, μιας και η Αθανασία στο ποίημα του Γκάτσου, παρόλο που προσωποποιείται, αντιμετωπίζεται ως επί το πλείστον σαν ιδέα και αξία, παρά σαν ανθρώπινο πρόσωπο. Η Αθανασία στο τραγούδι, προσωποποιείται τεχνηέντως από τον Γκάτσο, στοχεύοντας με τη συγκεκριμένη του επιλογή, ν’ αναδειχθεί κυρίως η πνευματική ομορφιά που εμπερικλείει στη διάστασή της η υψηλή ιδέα της Αθανασίας. Αναρωτήθηκες, λοιπόν, Θανάση, ποια είναι εκείνη η αιτία που ανάγκασε τον Γκάτσο, να τη χαρακτηρίσει μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο; Γιατί ασφαλώς, δεν μπορείς να ονομάσεις κάποιον ή κάποια έτσι τυχαία. Σίγουρα κάτι ελκυστικό βρήκε πάνω της για να την αποκαλέσει με τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό. -Τότε Αθανάσιε, πες μου, για ποιο λόγο, ενώ τη θεωρεί καλή και όμορφη, στη συνέχεια την απαξιώνει τόσο έντονα ; Δεν βρίσκεις τη στάση του κάπως αντιφατική; -Θανάση, αυτές είναι οι προσωπικές απόψεις του ποιητή. Αλλά αν εκλάβουμε ως αδιάψευστη αλήθεια, αυτά που λέει ο Γκάτσος για την Αθανασία, ότι δηλαδή αυτή είναι σκληρή και δύστροπη που δε χαρίζεται σε κανέναν, τότε θα πρέπει να αναζητήσουμε τους λόγους για τους οποίους η Αθανασία, αποφασίζει να συμπεριφέρεται κατ’ αυτό τον αυστηρό τρόπο στους ανθρώπους. -Δηλαδή Αθανάσιε, τί ακριβώς έχεις στο νου σου και τί θα ήθελες να πεις ; -Θα σου απαντήσω αγαπημένε μου φίλε, κάνοντάς σου παράλληλα μία ερώτηση. -Είμαι έτοιμος να σ’ ακούσω Αθανάσιε. -Θανάση μου, όταν στη ζωή σου, έρχεται κάποιος να σε προσεγγίσει με ιδιοτέλεια και κακή πρόθεση, και τα συγκεκριμένα κίνητρά του εσύ τα αντιληφθείς άμεσα, τότε εσύ τί θα έκανες ; -Μα βεβαίως, θα τον απομάκρυνα. Θέλει και ρώτημα για κάτι τέτοιο ; -Τότε θα σου κάνω και μία άλλη ερώτηση τώρα Θανάση μου. -Παρακαλώ Αθανάσιε. -Αν έρθει κάποιος και σε πλησιάσει χωρίς αγαπητική διάθεση, και’ συ καταλάβεις πως βαθιά μέσα του αυτός ο άνθρωπος κρύβει κακία, φθόνο και μίσος, τότε εσύ πάλι, με ποιον ακριβώς τρόπο θα αντιδρούσες ; -Φυσικά, και θα τον έδιωχνα, παρακαλώντας τον μάλιστα, να σταματήσει να μ’ ενοχλεί! -Πολύ ωραία Θανάση μου θα αντιδρούσες. Άρα μ’ αυτό τον τρόπο, θα μπορούσαμε κάπως να κατανοήσουμε την “ αλλόκοτη ” αυτή συμπεριφορά της Αθανασίας, έτσι όπως περιγράφεται από τον Γκάτσο. Η Αθανασία, λοιπόν, αγαπητέ μου Θανάση, δε χαρίζεται σ’ εκείνους τους ανθρώπους που προσπαθούν με δόλια στρατηγική και ύπουλους μηχανισμούς να την κατακτήσουν. Πόσο μάλιστα, δε μπορεί να χαριστεί σ’ εκείνους τους ανθρώπους που εποφθαλμιούν τη δόξα της υστεροφημίας, πράττοντας στη ζωή τους πάντοτε με μεθόδους και μέσα που αντίκεινται ορμητικά στους πνευματικούς νόμους που υπαγορεύουν οι ζωοποιητικές αξίες της ιερής σεμνότητας, της ακόμα πιο ιερής εντιμότητας, και του σεβαστού μέτρου. Η Αθανασία αγαπητέ μου Θανάση, δεν αγοράζεται αλλά ούτε είναι και αξία που μπορεί να μετασχηματιστεί σε αντικείμενο προς πώληση, μιας και είναι ευρέως γνωστό πως η κατάσταση της α - πωλησίας, είναι η μοίρα και το πεπρωμένο του ο, τιδήποτε είναι ανεκτίμητης αξίας. Όπως, δηλαδή, η τιμή τιμή δεν έχει, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, στις παραδείσιες οικίες της Αθανασίας, δεν είναι δυνατόν να κρεμαστεί ποτέ η πινακίδα του πωλητηρίου.
Η Αθανασία, βέβαια, μπορεί να μην πωλείται και να χαρίζεται, ό μ ω ς κ ε ρ δ ί - ζ ε τ α ι ! Kυρίως κερδίζεται απ’ όλους εκείνους τους ηρωϊκούς τω πνεύματι ανθρώπους, και δίδεται ως θεϊκό δώρο σ’ αυτά τα ιδιαίτερα και αγωνιζόμενα άτομα, που εξακολουθούν με ποιητική διάθεση μα προπαντός με ποιητική συνείδηση, να βλέπουν τη ζωή απ’ την οπτική γωνία της διαρκούς ευκαιρίας για πνευματικό προβιβασμό κι όχι απ’ την οπτική γωνία της ευκαιρίας για μία χωρίς σταματημό κατάσταση πνευματικής ακηδίας και ηθικής πλαδαρότητας. Δηλαδή με άλλα λόγια Θανάση, η Αθανασία, δίδεται ως δώρο, σ’ εκείνους τους ανθρώπους, που πραγματικά την αξίζουν. Και γι’ αυτόν το λόγο, την κερδίζουν τελικά ! Ο Θανάσης, προς στιγμή, προβληματίστηκε απ’ αυτά που του έλεγε ο φίλος του Αθανάσιος, και θέλοντας να προχωρήσει κι άλλο την κουβέντα, τού έκανε την ακόλουθη ερώτηση : -Μα καλά βρε Αθανάσιε. Αυτή η “ Ομορφονιά ”, η Αθανασία δηλαδή, φέρεται σε κάθε άνθρωπο με τον ίδιο τρόπο, κι έχει με όλους την ίδια συμπεριφορά ; -Δε θα τολμούσα να ισχυριστώ κάτι τέτοιο σε καμία περίπτωση Θανάση. Η Αθανασία βλέπεις, διαθέτει το ακριβό χάρισμα, να εξετάζει σε βάθος τα μύχια των καρδιών και των ψυχών των ανθρώπων. Συνεπώς, γνωρίζει πολύ καλά σε ποιον ακριβώς πρέπει να δωρίσει το ανεκτίμητο δώρο της ουσίας της, δηλαδή την ίδια την ιδέα της Αθανασίας. -Μπορείς να μου δώσεις κάποια παραδείγματα αθανάτων ανθρώπων Αθανάσιε ; -Βεβαίως και μπορώ Θανάση μου. Φτάνει να ρίξουμε μία γρήγορη ματιά στις άπειρες σελίδες του βιβλίου της ιστορίας. Για παράδειγμα, πες μου, ποιος μπορεί να ξεχάσει το Σωκράτη, τον Περικλή, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, το Σοφοκλή, το Λεωνίδα, τον Αριστείδη το δίκαιο, τους αρχιτέκτονες της Ακρόπολης Ικτίνο και Καλλικράτη, τους αρχιτέκτονες της Αγίας Σοφίας Ναρσή και Βελισάριο, όλους τους ήρωες της επανάστασης, όπως τον Μακρυγιάννη, τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα και τον Κανάρη, όλους τους ήρωες του Αλβανικού μετώπου όπως τον Δαβάκη, όλους τους μεγάλους συνθέτες, όπως τον Beethoven, το Μozart, τον Chopin, τον Bach, τον Mendelssohn, τον Tsaikovsky, το Χατζιδάκη, όλους τους μεγάλους ηθοποιούς όπως το Μινωτή, τη Λαμπέτη, την Παξινού, την Κυβέλη, όλους τους Αγίους και μάρτυρες της εκκλησίας, όπως τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Δημήτριο και τέλος ποιος μπορεί να ξεχάσει τη μητέρα του Θεού, την Παναγία ; Αυτοί βέβαια, είναι οι πολύ γνωστοί που αφού κατάφεραν να περάσουν το ποτάμι τ’ ουρανού, απολαμβάνουν τώρα επάξια και αιώνια τις τιμές που προσφέρει αφειδώλευτα εκεί πάνω η Μ η τ έ ρ α Α θ α ν α σ ί α.
Μα υπάρχουν και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι, για να μην πω εκατομμύρια, που είναι οι αφανείς ήρωες της Ιστορίας, και οι οποίοι έχουν περάσει κι αυτοί στον υπερουράνιο - όπως λέει κι ο θείος Πλάτων - θόλο, μέσα στις μονές του οποίου, βρίσκεται η αίθουσα του χρυσοκεντημένου θρόνου της ενθρονισμένης Β α σ ί λ ι σ σ α ς. Τ η ς Α θ α ν α σ ί α ς ! -Ώστε γι’ αυτό και’ συ Αθανάσιε πιστεύεις στην Αθανασία της Ψυχής σου ; Για να μπορέσεις και’ συ κάποτε ν’ αποκτήσεις τα αγαθά και τις τιμές που απολαμβάνουν εκεί επάνω αυτοί οι άνθρωποι ; -Σε καμιά περίπτωση Θανάση μου. Θα ήμουν καταδικασμένος και καμένος από χέρι αν πίστευα στην Αθανασία της Ψυχής μου, μόνο γι’ αυτούς τους λόγους στους οποίους αναφέρθηκες εσύ πριν από λίγο. Άλλωστε στο είπα και πιο πάνω, πως η Αθανασία, γνωρίζει πολύ καλά τις καρδιές των ανθρώπων, και δεν μπορείς σε καμιά περίπτωση να την κοροϊδέψεις, ούτε να την ξεγελάσεις στην περίπτωση που δε διαθέτεις αγνά κίνητρα γι’ αυτήν. -Τότε Αθανάσιε, πες μου ειλικρινά, και πείσε με σε παρακαλώ, γιατί ένας άνθρωπος θα πρέπει να πιστεύει στην Αθανασία της Ψυχής του ; Εσύ για παράδειγμα Αθανάσιε, γιατί πιστεύεις στην προοπτική της Αθανασίας της Ψυχής σου ; Ο Αθανάσιος τότε κοίταξε τον Θανάση, του χαμογέλασε, κι ακουμπώντας στοργικά το χέρι του πάνω στον ώμο του τόσο αγαπητού του φίλου, άρχισε να του ξαναμιλάει. -Θανάση, στην Αθανασία της Ψυχής μου πιστεύω, πρώτα απ’ όλα και το κυριότερο, γιατί σέβομαι τον ίδιο μου τον εαυτό. Θα ήταν σα να αυτοαναιρούσα την προσωπική μου υπόσταση και ύπαρξη, αν διαλαλούσα από’ δω κι από’ κει ανερυθρίαστα, ότι δεν πιστεύω στην Αθανασία της Ψυχής μου. Γιατί κατά τη γνώμη μου, το ν’ ακούς έναν οποιονδήποτε άνθρωπο να υποστηρίζει με θάρρος και αυτοκτονική επιμονή πως δεν πιστεύει στην Αθανασία της Ψυχής του Είναι το ίδιο πράγμα με το ν’ ακούς με τρόπο υπερβατικό από τα πελαγίσια χείλη των ψαριών, να τραγουδάνε το θλιμμένο τραγούδι της απιστίας τους για την ύπαρξη του νερού μέσα στο οποίο εκείνα κολυμπούν ! Είναι το ίδιο πράγμα με το ν’ ακούς με τρόπο υπερβατικό από τα ουρανοχτυπημένα χείλη των πουλιών, να τραγουδάνε το λυπημένο τραγούδι της απιστίας τους για την παρουσία του αέρα μέσα στον οποίο εκείνα πετούν ! Είναι το ίδιο πράγμα με το ν’ ακούς με τρόπο υπερβατικό από τα εξαγνισμένα χείλη της καρδιάς των μικρών παιδιών, να τραγουδάνε το παραπονεμένο τραγούδι της απιστίας τους για το βροντερό παρόν της αγάπης των γονιών τους ! Με άλλα λόγια, είναι παράλογο να μην πιστεύεις σ’ εκείνο το υλικό με το οποίο είναι ζυμωμένη και πλασμένη η Ψυχή σου. Εν τέλει, είναι παράλογο να μην πιστεύεις, Σ’ εκείνο που σε καταμαρτυρεί ! Σε εκείνο που σε επαληθεύει ! Σ’ εκείνο που απ’ την αρχή της ζωής σου, κρεμιέται σαν αλυσίδα φυλαχτού απ’ τον πάλλευκο και πάναγνο τορνευτό λαιμό της Ψυχής σου ! Ακολούθως Θανάση μου, στην Αθανασία της Ψυχής πιστεύω, γιατί γι’ αυτήν την πίστη, με πληροφορεί μυστικά εντός μου, η ιερή και στεντόρεια κραυγή της συνειδήσεώς μου. Μία κασέτα κουρνιασμένη στα ανήλιαγα υπόγεια της παλλόμενης καρδιάς μου, νιώθω να αναπαράγει κάθε δευτερόλεπτο, τον ήχο αυτής της θεσπέσιας και γεμάτης λυρισμό έκφρασης : “ Ε ί σ α ι κ α τ α δ ι κ α σ μ έ ν ο ς ν α ε ί σ α ι Α Θ Α Ν Α Τ Ο Σ … ”
Και τί υπέροχο συναίσθημα Θανάση μου, να νιώθεις εκστατικά ότι οι σκέψεις σου, οι λογισμοί σου, οι πράξεις σου, όλο το σωματικοπνευματικό σου “ είναι ” γενικότερα, να νιώθεις σου επαναλαμβάνω, ότι δορυφορούνται αδιαλείπτως απ’ αυτό το παναρμόνιο και πανίερο άκουσμα, απ’ αυτή την ατίμητη και ανεκτίμητη γλυκιά υπενθύμιση, απ’ αυτόν τον αγνό, ανάργυρο και απονήρευτο εσωτερικό πληροφοριοδότη της ψυχής του ανθρώπου. Έτσι, ακούγοντας ο άνθρωπος με αμείωτο ρυθμό αυτόν τον πνευματικό ψίθυρο να σχίζει εσωτερικά σαν ρομφαία τα σύμπαντα της ψυχής του, αισθάνεται ότι κάθε ανθρώπινη πτυχή του, μπορεί να αθανατοποιηθεί Θανάση μου. Ακόμα και τα ίδια του τα λόγια! Κι όχι μόνο τα λόγια του, αλλά και κάθε πνευματικό βήμα που απλώνει στη μεγάλη πλατεία της ζωής, κατά έναν επίσης μυστικό και μυστηριακό τρόπο, πάλι αισθάνεται ότι αθανατοποιείται, για να μεταφερθεί και στη συνέχεια ν’ αποταμιευτεί, στις ουράνιες πνευματικές τράπεζες του Παραδείσου. Εκεί, δηλαδή, που η μούχλα, δε μπορεί να σαπίσει τίποτε το Πνευματικό ! Εκεί που ο σκουριά, δεν μπορεί ν’ αλλοτριώσει τίποτε το Αθάνατο ! Εκεί που ο χρόνος, δεν μπορεί να ρυτιδιάσει και ν’ αφυδατώσει, Τίποτε το Αιώνιο ! Τίποτε, το Αληθινό ! Τίποτε το Θεϊκό! Η πίστη στην Αθανασία της Ψυχής αγαπητέ μου Θανάση, είναι πολύ σημαντικό να αντιληφθούμε, πως πάνω απ’ όλα εκπληρώνει όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται, έτσι ώστε ο ανθρώπινος νους, να μπορεί να έρχεται όποτε χρειάζεται στην υψηλή κατάσταση της αρπαγής και της εκστάσεως • κι έτσι σαν μεταμορφωμένος νοητός πύραυλος, ή σαν μεταστοιχειωμένη πνευματική ρουκέτα, να καθίσταται πάντα έτοιμος για ν’ απογειώνεται και να προσγειώνεται ακολούθως τελείως ομαλά, στο Νυμφώνα της υπερακατάληπτης κι αθάνατης θεϊκής δόξας. Ένας τέτοιος νους Θανάση μου, πίστεψέ με, μπορεί στ’ αλήθεια να επιτύχει μία τέτοια υπερουράνια διαδρομή και να τού δίνεται έτσι η χρυσή ευκαιρία να ξεφεύγει πότε - πότε απ’ τη θεατρική παράσταση του παραλογισμού, την οποία έκπληκτοι παρατηρούμε όλοι μας να διαδραματίζεται κάθε μέρα στη θεατρική σκηνή της ζωής μας• και μπορεί να το επιτύχει, γιατί κατ’ αρχάς, θα έχει ως πολύτιμα μέσα, τις δύο αετήσιες - και ανενεργές εκ των περισσοτέρων ανθρώπων - πτέρυγες που διαθέτει η ψυχή του ανθρώπου• όχι τα κέρινα φτερά του Ικάρου που στη συνέχεια είχαν την τύχη να λιώσουν, αλλά τα υπερνοητά • τουτέστιν τα υπεραισθητά φτερά της ψυχο - πνευματικής καθαρότητας του ανθρώπου και της ακλόνητης παραδοχής αυτού στην Αθανασία της Ψυχής του. Με κάτι τέτοια φτερά Θανάση , πώς να μη φτάσεις ακούραστος στον ουρανό ; Πώς να μην αγγίξεις τa χρυσοχρωμάτιστα άμφια του υπερπέραν ;
Κατ’ αυτό τον τρόπο ο πιστεύων στην Αθανασία της Ψυχής του άνθρωπος, απ’ το αφώτιστο υπόγειο της ζωής του, θα βρίσκεται χωρίς να το καταλαβαίνουν οι αφημένοι στην αυτοΰπνωσή τους άνθρωποι που θα τον συναναστρέφονται, πάντοτε α ι ω ρ ο ύ μ ε ν ο ς, πάντοτε α π ο γ ε ι ω μ έ ν ο ς, πάντοτε α ν α π ε π τ α μ έ ν ο ς. Η πίστη στην Αθανασία της Ψυχής αγαπητέ μου Θανάση, λειτουργεί ως εκείνο το ενεργοποιητικό και δυνατό καύσιμο, που θέτει σε αδιάπτωτη κίνηση, τους βραδυκίνητους τροχούς, του κουρασμένου απ’ τη δουλεία της υλικολαγνείας πνεύματος•  το γλυκό ξανθό σιτάρι, που τροφοδοτεί και θέτει σε ενέργεια, τον ασταμάτητο κι ακούραστο μύλο της ζωής• το αιχμηρό τρυπάνι, που λειαίνει τα μπαζωμένα στρέμματα της ψυχής του ανθρώπου, και που οργώνοντας την καρδιά του, ανασταίνει τα πτώματα που αφήνει πίσω της η ειδωλολατρική ανθρώπινη ροπή. Η πίστη στην Αθανασία της Ψυχής Θανάση μου, σού ανοίγει τον διακόπτη, για να βοηθηθείς, και να μπορείς έτσι να διαβάζεις με δυνατό φως, το μεγάλο και ωραίο βιβλίο της ζωής. Γιατί το βιβλίο της ζωής Θανάση μου, δεν το φυλλομετράμε ούτε με βιασύνη, ούτε με αδιαφορία, ούτε με επιπολαιότητα. Το βιβλίο της ζωής, μάς έχει δοθεί ως το πιο ακριβό και πολύτιμο δώρο που υπάρχει, για να το διαβάζουμε πολύ προσεχτικά, και για να μην αφήνουμε αδιάβαστη κι αμελέτητη, Ούτε μία του γραμμή. Ούτε ένα του σημείο. Ούτε μία του λέξη! Ο Θανάσης, τελείως αποσβολωμένος, δεν έλεγε να σηκώσει το βλέμμα του από τα μάτια, μα προπαντός τα χείλη του εκλεκτού του φίλου. Μόνο που σε κάποια στιγμή, τον ρώτησε με μία μικρή δόση αφέλειας. -Μα καλά Αθανάσιε. Πες μου ειλικρινά. Πιστεύεις πραγματικά πως όλα αυτά, μπορεί να τα πετύχει ένας άνθρωπος, αποκλειστικά με το να δείχνει πίστη στην Αθανασία της Ψυχής του ;
Tότε ο Αθανάσιος, πάλι χαμογελαστός, του απαντά. Ναι Θανάση μου, μπορεί να τα πετύχει! Αυτά και πολλά περισσότερα ακόμη. Φτάνει να έχει πίστη. Π ί σ τ η α λ η θ ι ν ή σ τ η ν α θ ά ν α τ η ο υ σ ί α τ η ς Ψ υ χ ή ς τ ο υ. Γιατί αγαπητέ μου φίλε, η ίδια η εμπειρία της ζωής διδάσκει, ότι πρώτα αποφασίζει κάποιος να κάνει το μεγάλο και τολμηρό βήμα της ζωής, πρώτα αποφασίζει κάποιος για το καθοριστικό άλμα στο απέραντο κενό, και μετά, ως συνέπεια της συγκεκριμένης αυτής πυγμής και του ξεχωριστού θάρρους που επιδεικνύει, έρχεται το απότομο άνοιγμα του αλεξίπτωτου. Γιατί για να αισθανθείς την πλήρωση και την απερίγραπτη αγαλλίαση που προσφέρει το εναέριο ταξίδι στα ύψη, για να νιώσεις τη σιγουριά για την εξέλιξη της διαδρομής, είναι ανάγκη πρώτα απ’ όλα, να πάρεις το μεγάλο ρίσκο που εμπεριέχει μέσα της, η πράξη του πρώτου τολμηρού βήματος. Γιατί η ζωή Θανάση μου,σε παρακαλά με αγωνία  να κάνεις πράγματα που δεν τα κάνουν οι πολλοί άνθρωποι του κόσμου τούτου. Η ζωή Θανάση μου,  σού ζητά απεγνωσμένα να ενεργοποιήσεις  στη συνείδησή σου , μία  αποφασιστικότητα και μία διαφορετική νοοτροπία από τη νοοτροπία που χαρακτηρίζει τη λογική των πολλών.Σου ζητά τόλμη ! ρίσκο !  άλλη αντίληψη ! Θεϊκή ! « Αναρχική » !  ριψοκίνδυνους ελιγμούς ! Ανατρεπτικούς σχεδιασμούς ! Ρηξικέλευθους λογισμούς !
Απαιτείται, όντως, ρίσκο για να πιστέψει κάποιος στην Αθανασία της Ψυχής του. Γιατί το να πιστέψει κάποιος στην Αθανασία, ειδικά στην εποχή μας, κοστίζει. Το κόστος, μπορεί να είναι πολλών ειδών. Μπορεί να είναι  κόστος κοινωνικό, φιλικό, οικογενειακό, επαγγελματικό, διαπροσωπικό… Άλλωστε, για ο,τιδήποτε πιστεύεις σήμερα, σ’ αυτό δε θα έχεις κόστος. Μόνο η πίστη στην Αθανασία κοστίζει. Αυτός, όμως, που θα πιστέψει στην Αθανασία της Ψυχής του και πάρει το μεγάλο ρίσκο του ν’ ακουμπήσει την εμπιστοσύνη του σε μία τέτοιων μεταφυσικών προδιαγραφών κοσμοθεωρία, ο ίδιος άνθρωπος στη συνέχεια, θα νιώσει την άφατη μακαριότητα την οποία αφειδώλευτα θα προσφέρει η απόκτηση εκείνου  του συνοδού αγγέλου, που θα συντροφεύει πιστά τον άνθρωπο σ’ όλες τις απίθανες πτήσεις του επίγειου βίου.

Αυτό σου προσφέρει η πίστη στην Αθανασία της Ψυχής. Τ ο ν π ν ε υ μ α τ ι κ ό π ι λ ό τ ο σ τ η μ α γ ι κ ή κ α ι υ π έ ρ ο χ η π τ ή σ η τ η ς ζ ω ή ς ! Ο ίδιος ο πιλότος, είναι εκείνος που θα σταθεί πολύτιμος οδηγός, και για την καλύτερη πτήση που θ’ ακολουθήσει. Την πιο ουσιαστική ! Την πιο ιδανική ! Την υπερκόσμια ! Την υπέρλογη! Την υπέρκαλλη! Την υπέρλαμπρη! Την υπέρφωτη! Την υπεραισθητή! Την υπερακατάληπτη ! Τ η ν π τ ή σ η τ η ς α ι ω ν ι ό τ η τ α ς ! Σ’ εκείνη δηλαδή την πτήση, που καμία σχέση δεν έχει με τις γήινες πτήσεις οι οποίες διαθέτουν συγκεκριμένη ώρα απογείωσης και ακριβή ώρα προσγείωσης. Στην πτήση της αιωνιότητας, άλλωστε, δεν υπάρχουν διάδρομοι προσγείωσης. Ούτε ασφαλώς φωτεινοί σηματοδότες, που θα εξασφαλίσουν την επιτυχημένη διαδικασία αυτής. Η πτήση της αιωνιότητας, διαρκεί για το πάντα για να έχει ανάγκη από τέτοιου είδους περιττά προσκόμματα !
Για να νιώσεις, όμως, αυτές τις απίθανες πτήσεις Θανάση μου, να’ σαι σίγουρος πως η στενή λογική των μερικών πόντων, δεν πρόκειται να σε βοηθήσει. Γιατί και οι μανάδες, παρόλο που δίνουν όλο το φαγητό στα παιδιά τους, κρατώντας το ελάχιστο για εκείνες ή και καθόλου ακόμα, ακολουθούν μία άλλη λογική στη ζωή τους, και μία άλλη νοοτροπία, τελείως ασύμβατη με την ειθισμένη και παραδεδεγμένη λογική. Με τη μόνη διαφορά, ότι εκείνες παραμένουν πάντα χορτασμένες, ενώ αν το καλοσκεφτείς, δεν έχουν καταφέρει να φάνε τίποτε απολύτως. Θα ρωτήσεις βέβαια φίλε μου, πώς γίνεται να τρώει ο άλλος, και’ γω να μένω συνέχεια πάντα χορτάτος ; Γίνεται. Γίνεται και παραγίνεται φίλε μου.
Και γίνεται, γιατί η  Ψ υ χ ή,    τ ρ έ φ ε τ α ι ”  και  “ χ ο ρ τ α ί ν ε ι     όχι με την υλική τροφή  την οποία ο άνθρωπος θα αναζητήσει ξανά και ξανά για να συντηρήσει τη βιολογική του υπόσταση. Η Ψυχή τρέφεται μοναδικά με τα άυλα εδέσματα που μονοπωλούν την κατανυκτική ατμόσφαιρα των πνευματικών  συμποσίων δηλαδή “  τ ρ έ φ ε τ α ι ”  και    χ ο ρ τ α ί ν ε ι ”  με την πίστη στην Αθανασία της Ψυχής και την προοπτική της αιωνιότητας.
Να σου υπενθυμίσω και την περίπτωση του θηλυκού πελεκάνου, που στρέφει το μυτερό ράμφος στο σώμα της, έτσι ώστε με το αίμα που θα κυλίσει, να θρέψει τα µικρά παιδιά της. Κάποιος, θα χαρακτήριζε την κίνησή τη ως διαστροφική ή στην καλύτερη των περιπτώσεων ως αυτοκτονική. Κάποιοι άλλοι, όμως, θα την χαρακτήριζαν ως κίνηση συμβολική του θυσιαστικού πνεύματος που θα πρέπει να χαρακτηρίζει τον οποιοδήποτε άνθρωπο που επιδιώκει τα τιμιώτερα της ζωής ! Έτσι και η πίστη στην Αθανασία της Ψυχής φίλε μου. Απαιτεί θυσία ! Η πίστη στην Αθανασία της Ψυχής Θανάση μου, καθαρίζει σαν τα Ιορδάνεια νάματα, το τραγικό και σκοτεινό πρόσωπο της Ψυχής μας• μειώνει τη συναισθηματική μας μυωπία και μετατρέπεται σε άγκυρα, κάθε φορά που με βάναυσο τρόπο εμφανίζονται για να χτυπήσουν τα παράφορα κι άγρια κύματα του πολύπαθου βίου• η πίστη στην Αθανασία της Ψυχής, αγαπητέ Θανάση, παραμυθεί τους πάσχοντες και αναξιοπαθούντες, και επιχέει βάλσαμο παρηγορίας πάνω στις πληγές των γκρεμισμένων καρδιών τους• η πίστη στην Αθανασία της Ψυχής, φίλε μου, παρέχει τα ακεσώδυνα φάρμακα για όλες τις θλίψεις, για όλα τα δεινά, για όλες τις συμφορές της παγκόσμιας ανθρωπότητας • Με άλλα λόγια, η πίστη στην Αθανασία της Ψυχής, φέρνει την υπομονή, την καρτερία, τον γλυκασμό της Ψυχής, αποδιώχνει την απελπισία, φυτεύει το όνειρο, ουρανοποιεί και πνευματοποιεί τις σκέψεις και τη λογική μας, τρέφει με πνευματικό λίπασμα τ’ αγιασμένα χώματα της Ψυχής μας, βοηθά τον άνθρωπο να υφαίνει ακούραστα το πνευματικό εργόχειρο της ζωής του, ενώ παράλληλα, δεν παραλείπει κάθε τόσο, στου κόσμου τη φωτιά, να φροντίζει να ρίχνει της ελπίδας τα κλειδιά στις ψυχές των απελπισμένων. -Τότε Αθανάσιε, έτσι όπως τα περιγράφεις τα πράγματα, αυτοί που δεν πιστεύουν στην Αθανασία της Ψυχής τους, κατά τη γνώμη σου, θα πρέπει να είναι πολύ απελπισμένοι και τελείως δυστυχισμένοι άνθρωποι. -Κοίτα, Θανάση. Ο κάθε άνθρωπος πάνω σ’ αυτό τον πλανήτη, κάνοντας χρήση του αυτεξουσίου του, της ατομικής του επιλογής, καθώς επίσης και της προσωπικής του ελευθερίας, είναι δυνατόν να διαμορφώσει αυστηρά από μόνος του τις συνθήκες για την εξέλιξη και την όποια μορφή ή τροπικότητα του βίου του. Να ! Τώρα δα θυμήθηκα αυτό που κάποτε έλεγε κι ο Δανός υπαρξιστής Σέρεν Κίρκεγκωρ ότι δηλαδή … το πιο τρομακτικό πράγμα που παραχωρήθηκε στα ανθρώπινα πρόσωπα είναι η ε π ι λ ο γ ή, η ε λ ε υ θ ε ρ ί α. Κι αν το καλοσκεφτείς, δεν είχε άδικο ο Δανός, διότι χωρίς την ελευθερία της επιλογής, δεν μπορεί να καταγραφεί στις πνευματικές λίστες της ανθρωπότητας, η ιδιοπροσωπία του κάθε ξεχωριστού ατόμου. Γιατί από τα πιο κρίσιμα σημεία της προσωπικής και πνευματικής μας πορείας - ίσως και το πιο κρίσιμο κατά την ταπεινή μου γνώμη - είναι η διαλεύκανση και το ξεκαθάρισμα των προσωπικών μας επιλογών, όπως επίσης και η σοφή διαχείριση του αυτεξουσίου μας. Καίριες και καθοριστικότατες καταστάσεις, των οποίων τα νοητά νήματα καθοδηγούνται αναμφισβήτητα από τις μεταφυσικές δυνάμεις της ελευθερίας και της προαίρεσης, δυνάμεις που διαθέτουν στα εσώψυχά τους, τη φοβερή δυνατότητα δημιουργίας καθεστώτος σεισμού ή παραδείσου στο πνευματικό σώμα της ψυχής του κάθε ανθρώπου. Διότι ισομερή ροπή διεκδίκησης για πλήρη κατάληψη του ανθρώπινου αυτεξουσίου, μπορούν να έχουν ταυτοχρόνως τόσο τα αποκρουστικά και δυσειδή φαντάσματα των κακιών του ανθρώπου, όσο επίσης και οι κατάφωτοι και πάναγνοι άγγελοι των αρετών του. Ο εξαγνισμός, λοιπόν, της προαίρεσής μας, ο φωτισμός του αυτεξουσίου μας, και η κατάκτηση του πληρώματος της αυτογνωσίας, της αυτοαντίληψης, και της αυτοσυνειδητότητας, χρειάζεται όπως είναι αυτονόητο, Τη δική μας συνεργασία ! Το δικό μας άπλωμα του χεριού ! Το δικό μας πνευματικό ΟΚ ! Από’ κει και πέρα, ο κάθε άνθρωπος, έχει την ευθύνη των πράξεών του. Κατά συνέπεια, γίνεται κάτι παραπάνω από αυτονόητο Θανάση μου, πως αυτό που για μένα, μπορεί να φαίνεται στον προσωπικό μου κόσμο ως η απόλυτη ευτυχία, για τον άλλον άνθρωπο που βλέπει τη ζωή και τις προοπτικές αυτής από εντελώς διαφορετική οπτική γωνία, μπορεί να κριθεί η δική μου ευτυχία, ως η απόλυτη δυστυχία ! Και μάλιστα, από τις πιο φοβερές, απ’ τις πιο ολέθριες, απ’ τις πιο θανάσιμες που μπορούν να υπάρξουν ! Κοιτώντας, όμως τα πράγματα τελείως εμπειρικά, έχω φτάσει στη θλιβερή διαπίστωση, πως η άρση της πίστης στην Αθανασίας της Ψυχής από την κοσμοθεωρία της ανθρώπινης συνείδησης, οδηγεί πολλές φορές τον άνθρωπο σε μία σθεναρή άρνηση και απαξίωση των πάντων. Δεν είναι λίγες οι φορές που ένας τέτοιος αφιλοσόφητος άνθρωπος, θεοποιεί σε τέτοιο βαθμό τον παρόν της ζωής του, ώστε το αιώνιο μέλλον για εκείνον, να φαντάζει σαν φευγαλέο όνειρο καλοκαιρινής νυκτός. Συνεπώς, ένας τέτοιος άνθρωπος, δεν είναι δυνατόν να σκέφτεται τίποτε άλλο, παρά μόνο την τέρψη, την τρυφή και την αυστηρή προσήλωση στον ν ν καιρό, αφού το ε ε ν α ι για εκείνον, αποκαλύπτεται στην απνευμάτιστη κι ανοημάτιστη ζωή του, ως μία ψευδοκατάσταση που χαρακτηρίζει άτομα, χαμηλής νοητικής και πνευματικής στάθμης. Θεμελιώδης νόμος για έναν τέτοιον άνθρωπο, είναι ο νόμος της αυτοσυντήρησης, της αυτοπραγμάτωσης, της αυστηρής αυτοδικαίωσης, της αυτοκατάφασης. Ο νους ενός τέτοιου ανθρώπου υφίσταται και ενεργοποιείται, μόνο για τις υλιστικού τύπου ανάγκες, ενώ όποτε παραστεί αναγκαία η σχεδόν απίθανη περίπτωση να τοποθετήσει τον εαυτό του πάνω από τις ανάγκες του, δε είναι σε θέση να συναντήσει τίποτε άλλο, παρά ινδάλματα νοσούσης φαντασίας. Ένας τέτοιος άνθρωπος, ζει, σα να μην υπάρχει θάνατος, γιατί πολύ απλά όταν τον αντικρίζει, τρομάζει και απελπίζεται από το φρικτό πρόσωπο του μηδενισμού του. Ρίξε μια ματιά γύρω σου Θανάση μου, και δες τί γίνεται στον κόσμο μας. Όπου κι αν ρίξεις τη ματιά σου, θα συναντήσεις την ασέβεια, την ανελεημοσύνη, τη μωρία, την αλαζονεία, την αδικία, την ασυνεσία, την αναλγησία, την κακία, την ειρωνεία, τη φιληδονία, την ανοησία, την απερισκεψία, την πλεονεξία, την πονηρία, την αυθάδεια, το φθόνο, την έριδα, τη ματαιότητα, την κουφότητα, το μίσος, την έχθρα, την υπερηφάνεια, τη διαφθορά, την περιφρόνηση, την υποτίμηση τον ωχαδερφισμό. Δε σου κρύβω, πως μου φαίνεται κάπως δύσκολο Θανάση, ο επιδιδόμενος στις παραπάνω ενέργειες άνθρωπος, να πιστεύει ταυτόχρονα και στην Αθανασία της Ψυχής του. Γιατί εκείνος που φιλοσοφεί σοβαρά με το ζήτημα της Αθανασίας της Ψυχής, θα φιλοσοφήσει εξίσου σοβαρά, κι επάνω στην αξία της ανθρώπινης ζωής. Ο ίδιος επίσης άνθρωπος, θα ζει τη ζωή του πιο βαθιά, πιο συνειδητοποιημένα, πιο συγκροτημένα. Εν τέλει, στον άνθρωπο που πιστεύει στην Αθανασία της Ψυχής του, τα πάθη εκείνου, δραπετεύουν σαν να είναι αυτά άγρια ζώα. Αλλά αρκετά σε κούρασα Θανάση μου. Και σαν να μου φαίνεται πως πέρασε για τα καλά η ώρα. Νομίζω πως ήρθε η στιγμή να σ’ αφήσω για να ξεκουραστείς. - Όχι Αθανάσιε. Δε με κούρασες καθόλου. Ίσα - ίσα, που σ’ ακούω με πολύ μεγάλη προσοχή. Συνέχισε την πορεία των σκέψεών σου, και πες μου. Πού αλλού μπορεί να οδηγήσει κάποιον η απιστία στην Αθανασία της Ψυχής του. -Η Απιστία στην Αθανασία της Ψυχής, θεωρείται από ορισμένους και ως ηθικο- πνευματική βλάβη, αγαπητέ μου Θανάση. Επίτρεψέ μου σ’ αυτό το σημείο τον ακόλουθο σχηματικό συλλογισμό, ο οποίος θαρρώ πως μπορεί να φωτίσει πιο έντονα το δυσεξιχνίαστο των ποικίλων αποριών σου. Εάν μία οποιαδήποτε συσκευή, παρά τη βλάβη της, συνεχίζει να δουλεύει, τότε δεν είναι λίγες οι φορές, που αναβάλλουμε διαρκώς την πρόσκληση του αρμόδιου τεχνικού για την επισκευή της. Μετά, όμως, παθαίνει και δεύτερη και τρίτη βλάβη, και στο τέλος, αυτή η διαδοχή των βλαβών, καθιστά πολύ δύσκολη έως και ακατόρθωτη την αποκατάσταση αυτής της συσκευής. Το συγκεκριμένο παράδειγμα που σου εξέθεσα, είναι σε θέση ν’ αποκαλύψει κατ’ αναλογία, τα πολυπρισματικά σκοτεινά πρόσωπα της ψυχής των ανθρώπων, τα οποία και σου απαρίθμησα επωνύμως πριν από λίγο. Γιατί είναι ανάγκη να κατανοήσουμε Θανάση, πως μπορεί η απιστία του ανθρώπου σε σχέση με την Αθανασία της Ψυχής του, αρχικά να εκδηλώνεται εκ μέρους του, ως μία αμετάκλητη και εκφραστική της προσωπικότητάς του ιδεολογία, αργότερα, όμως, η εν λόγω ιδεολογία, αέναα θα πολλαπλασιάζει σαν πνευματική αμοιβάδα, τα ηθικά τέλματα στη ζωή αυτού του ανθρώπου και κατ’ επέκταση, στη ζωή ολόκληρης της ανθρωπότητας. Εκεί οδηγεί Θανάση μου, η απιστία στην Αθανασία της Ψυχής. Αρχικά, παρουσιάζεται στον άνθρωπο, σαν κάτι τελείως ανεπαίσθητο. Σαν ένα μικρό απόστημα δηλαδή. Εκείνος τότε από αμέλεια , κι ακολούθως από αδιαφορία, θα αρνηθεί να ενδιαφερθεί για κάτι τόσο τελείως μικρό. Κατά συνέπεια, θα αρνηθεί και την ιατρική του παρακολούθηση. Το απόστημα, όμως, στη συνέχεια, θα οδηγήσει σε μετάσταση και τελικώς, σε καρκίνο. Τη συνέχεια όλων αυτών των καταστάσεων, τη γνωρίζουμε όλοι μας. Ο θάνατος σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, παρουσιάζεται ως γεγονός τελείως αναπόφευκτο! -Συνεπώς για σένα Αθανάσιε, όλα τα προβλήματα θα λυθούν, όταν ο άνθρωπος αρχίσει να πιστεύει στην Αθανασία της Ψυχής του. -Με με υποτιμάς έτσι Θανάση. Δεν είπα κάτι τέτοιο. Άλλωστε σού είναι και’ σένα πολύ γνωστό το απόφθεγμα “ συν Αθηνά και χείρα κίνει ”. Αλλά δε θα ήθελα να σου κρύψω πως η δική μου υπομονή, η συγχωρητικότητα, η ανεκτικότητα και η αγαπητική ορμή, αρχίζουν εκεί που κορυφώνονται και εξαντλούνται οι αρετές και τα πλεονεκτήματα όλων εκείνων των ανθρώπων που δείχνουν δυσπιστία ως προς την Αθανασία της Ψυχής τους. Κοίτα Θανάση μου ! Το δέντρο της πίστης στην Αθανασία της Ψυχής, μπορεί να έχει τις ρίζες του στο “ κοκκινόχωμα” της καρδιάς του ανθρώπου, αλλά όσο μικρές κι αν φαίνονται πως είναι, τα κλαδιά αυτού του δέντρου, είναι δυνατόν ν’ αγγίξουν μέχρι και τα κρόσια των πολύχρωμων φορεμάτων τ’ ουρανού. Με την πίστη στην Αθανασία της Ψυχής Θανάση, ο άνθρωπος, μπορεί να κατεργάζεται την ελπίδα του άκοπα, κι έτσι,
ούτε στα εφήμερα και στα παροδικά να σπαταλά τις ζωτικές του δυνάμεις  σαν να είναι αυτά αιώνια, ούτε τα αιώνια να περιγελά  και να καταφρονεί  σα να είναι αυτά πρόσκαιρα.
 Γι’ αυτό Θανάση, είναι ανάγκη ο κάθε άνθρωπος, να μην ασελγεί ούτε να παίζει ζάρια πάνω στο άυλο κορμί της ίδιας του της Ψυχής. Γιατί με το σώμα και την Ψυχή, συμβαίνει ό, τι και με μία ζυγαριά. Αν παραφορτώσεις τον ένα της δίσκο, οπωσδήποτε, θα κάνεις ελαφρότερο τον άλλο. -Όμως Αθανάσιε, το ζήτημα της Αθανασίας της Ψυχής, είναι ένα δύσκολο ζήτημα και πολύ φοβάμαι πως δεν είναι για όλους τους ανθρώπους. -Σ’ αυτό το σημείο έχεις απόλυτο δίκιο Θανάση φίλε μου. Είναι αλήθεια πως εντάσσεται στα πιο απαιτητικά αντικείμενα της ζωής του ανθρώπου. Ενώ δεν είναι και λίγοι αυτοί οι άνθρωποι, που δε σταματούν να ταυτίζουν το “ παράδοξο” του υπερφυσικού με το “ δυσπαράδεκτο” της λογικής τους . Αλλά αν εννοείς, ότι το θέμα αυτό, θα πρέπει ν’ απασχολεί μόνο τους μορφωμένους ανθρώπους, εδώ θα διαφωνήσουμε. Γιατί πώς εξηγείται το ότι άνθρωποι που δε πήγαν ποτέ στο σχολείο, παρουσιάζουν μία ακράδαντη πίστη στην Αθανασία της Ψυχής τους ; Βλέπεις Θανάση μου, η πνευματική γνώση, καμία απολύτως σχέση δεν παρουσιάζει με τη θύραθεν και κοσμική γνώση. -Αθανάσιε, σ’ ευχαριστώ για τις όμορφες σκέψεις σου. Αλλά θα ήθελα να σου θέσω κι ένα άλλο ερώτημα. -Πολύ ευχαρίστως Θανάση. -Πώς θα φανταζόσουν τη ζωή σου, χωρίς την προοπτική της Αθανασίας της Ψυχής σου; -Θα σου απαντήσω ως εξής Θανάση μου. Σε καλώ να φανταστείς, τις φοβερές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει για ένα καράβι, η απότομη λήξη του αναβοσβήματος ενός πελώριου φάρου, στα καταφαγωμένα από το χρόνο έρημα βράχια. Σε καλώ να φανταστείς, τις φοβερές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει για το κυοφορούμενο βρέφος, η βίαιη αποκοπή του από τον ομφάλιο λώρο. Τέλος, σε καλώ να φανταστείς, με ποιο τρόπο η μυθολογική “ Αργώ ” του Ιάσωνα, θα μπορούσε τελικά να καταφέρει τον ασφαλή διάπλου της από τις Συμπληγάδες Πέτρες, χωρίς τη βοήθεια εκείνου του γλυκού περιστεριού, που επέτυχε τελικώς να εισχωρήσει στους αδιάβατους κι απροσπέλαστους πελώριους βράχους της θάλασσας -Θέλεις να πεις Αθανάσιε, πως η πίστη στην Αθανασία της Ψυχής σου, είναι για σένα, ο νοούμενος φάρος, ο νοούμενος ομφάλιος λώρος, το νοούμενο και συμβολικό γλυκό περιστέρι του Ιάσωνα ;
-Ακριβώς αγαπητέ μου Θανάση. Ίσως και κάτι παραπάνω ακόμα. Γιατί παρόλο που το ζήτημα της Αθανασίας της Ψυχής, χαρακτηρίζεται από άπειρο βάθος που με δυσκολία βλέπουν σ’ αυτό ακόμα και οι οφθαλμοί των Αγγέλων, εκείνο δε σταματά ποτέ να “ εκχερσώνει” την Ψυχή από τα νοητά απόβλητα που δημιουργεί η φυσιολογικοποιημένη απνευμάτιστη ζωή, να καταυγάζει σαν αστραπή το νου των ανθρώπων, να φωτίζει τα αισθητήρια όργανα της Ψυχής, να καταφλέγει την ύλη της παράνοιας, να “ ξεπλένει ” σαν σε λουτρό τη συνείδηση, και να λαμβάνει ουκ ολίγες φορές τη μορφή ενός στιβαρού και παχύσκιου δέντρου, το οποίο καρποφορεί λαμπρό καρπό, χαρίζοντας έτσι τη δροσιστική του σκιά σ’ όλους εκείνους τους ανθρώπους που καταφεύγουν σ’ αυτό, αφού πρώτα έχουν επικίνδυνα καεί από τις βλαβερές ηλιαχτίδες του παραπλανητικού ήλιου του προστάγματος “ φάγωμεν, πίωμεν, αριον γρ ποθνσκομεν. ” Πρόκειται για εκείνον τον ήλιο που παράγει το χλωμό και πλανερό κίτρινο φως, κι όχι το παντάλευκο φως, του μόνου ικανού να θερμαίνει αληθινά τις ψυχές των ανθρώπων, στα χειμωνιάσματα των καιρών μας. -Κι ο σύγχρονος άνθρωπος Αθανάσιε, πώς πιστεύεις ότι θα μπορούσε να βοηθηθεί από την πίστη στην Αθανασία της Ψυχής ; -Θα σου πω αμέσως Θανάση μου. Στη δύσκολη περίοδο που διανύει η πατρίδα μας, όλοι προτείνουν διάφορες μεθόδους για το πώς θα ξεφύγουμε από την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα μας. Σχεδόν, όμως, κανένας, δεν αναφέρεται στην κρίση που περνάν οι ανθρώπινες ψυχές από τα πάσης φύσεως ψυχικά αδιέξοδα, και που σαν τις Φαραωνικές πληγές, δεν παύουν να κατακρεουργούν τον σύγχρονο άνθρωπο, κάνοντας έτσι την Ψυχή του, να κυλά σαν κυλιόμενη πέτρα, “ ντου - γρού ” στον γκρεμό του ορυμαγδού. Συνεπώς, η πίστη στην Αθανασία της Ψυχής, με το παρακίνημά της για φιλοσοφημένη ζωή κι όχι ανοημάτιστης, καθώς και με την υπερεπείγουσα προτροπή της για άμεση διάκριση ανάμεσα στο φθαρτό και το άφθαρτο κι ανάμεσα στο χρονικό και το άχρονο, θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν “ έμπλα -στρο ” στην αιμορροούσα συνείδησή μας.
Η γνήσια πίστη στην Αθανασία της Ψυχής Θανάση μου, είναι μία πνευματική μάχαιρα, που αποκόπτει όλες τις ορδές του κακού • κι αυτό το όπλο, μάς χρειάζεται σήμερα περισσότερο από ποτέ, μιας κι από τα χείλη όλων μας, βγαίνει η αναπνοή κουρασμένη, ασθμαίνουσα, και κεντημένη συνέχεια από τον ανατριχιαστικό ήχο του π ι κ ρ ο ύ σ α β α χ θ α ν ί . Και μιας και είμαστε κάτω από την Ακρόπολη, Θανάση τον Σωκράτη τον θυμάσαι καθόλου ; -Άκου λέει αν τον θυμάμαι. Μα τί ερώτηση είναι αυτή ; -O Σωκράτης, λοιπόν, Θανάση, λίγο πριν πεθάνει, μιλούσε στους ανθρώπους για την Αθανασία της Ψυχής. Κι αυτή ακριβώς η πίστη του, τού χάρισε το γαλήνιο και πράο ύφος στο πρόσωπό του κατά την ώρα του θανάτου του. Και δε θα ήταν υπερβολικό να πούμε, πως η Αθανασία που η διδασκαλία του Σωκράτη κομίζει, όταν βιώνεται κατά το δικό του παράδειγμα Θανάση, μπορεί να τοποθετήσει πνευματικά φτερά στους κουρασμένους - από το κουβάλημα των ασήκωτων καιρών - ώμους των σύγχρονων ανθρώπων , καθιστώντας αυτούς τους ανθρώπους από την πρώτη κι όλας στιγμή που θα πιστέψουν σ’ αυτήν, αναστημένους ανθρώπους. Για πρώτη φορά ο Θανάσης, έδειχνε τόσο συγκινημένος από τις απαντήσεις του φίλου του. Κι άλλες φορές, τού είχε μιλήσει γι’ αυτά τα θέματα, αλλά πρώτη φορά τα λόγια του κατάφεραν να τον αγγίξουν τόσο πολύ. Τόσο πολύ, που σε μια στιγμή, ο Θανάσης, λέει στον Αθανάσιο. -Με την κουβέντα, ξημέρωσε Αθανάσιε. -Ναι! Το πρόσεξα Θανάση μου. Ευτυχώς που σήμερα είναι Σάββατο, και δεν έχουμε δουλειά. Συγγνώμη αν σε κούρασα. -Μα τί είναι αυτά που λες τώρα Αθανάσιε. Τόσο πολύ μού άρεσαν αυτά που μου έλεγες όλη αυτή την ώρα, που σκέφτομαι από σήμερα κι όλας, να προσθέσω και΄ γω το κεφαλαίο ΆΛΦΑ που συνειδητά έχω βγάλει τόσα χρόνια απ’ το όνομά μου. Από σήμερα, θέλω να με λένε και’ μένα Α – θανάσιο. Το χειρότερο, όμως, Αθανάσιε, ξέρεις ποιο είναι ; Eίναι ότι δεν είναι έχω βγάλει αυτό το ΑΛΦΑ, μόνο απ’ τ’ όνομά μου. Το χειρότερο απ’ όλα, είναι ότι αυτό το ΑΛΦΑ, το έχω βγάλει συνειδητά τόσα χρόνια απ’ την Ψυχή μου, τα λόγια μου, τις σκέψεις μου, τη συνείδησή μου, τα αισθήματά μου, τις σχέσεις μου με τους συνανθρώπους μου. Με αποτέλεσμα, όλα τους να είναι θ α ν ά σ ι μ α. Όπως και τ’ όνομά μου. Δηλαδή κάλπικα, μάταια, ανούσια, προσποιητά, ψεύτικα. -Χαίρομαι Θανάση. Εεεεεε …εεε συγγνώμη! Αθανάσιε ήθελα να πω. -Δεν πειράζει Αθανάσιε. Η αρχή είναι πάντα δύσκολη για όλους. Μα αυτό που μου κάνει περισσότερη εντύπωση ξέρεις ποιο είναι Αθανάσιε ; Ρώτησε ο πρώην Θανάσης. -Ποιο Αθανάσιε ; -Ότι όλη αυτή η κουβέντα, ξεκίνησε από ένα τραγούδι του Γκάτσου και του Χατζιδάκη. Τότε ο Αθανάσιος, πάλι χαμογελώντας, και όντας πολύ ενθουσιασμένος για τη ριζική μεταστροφή των απόψεων του φίλου του, γυρνάει και λέει στον πρώην Θανάση. -Αθανάσιε, το τραγούδι της Αθανασίας είναι όντως ένα πολύ ωραίο τραγούδι. Ξέρω όμως κι ένα άλλο, που νομίζω πως θα σου αρέσει καλύτερα. -Ποιο είναι αυτό αδερφέ μου ; -Είναι αυτό που λέει : « Η σ ω τ η ρ ί α τ η ς Ψ υ χ ή ς, ε ί ν α ι π ο λ ύ μ ε γ ά λ ο π ρ ά γ μ α … »
Στη συνέχεια, τα βλέμματα και των δύο, ανταμώθηκαν χαμογελαστά. Είχε πρώτα προηγηθεί με την κουβέντα τους, όμως, το γλυκό αντάμωμα των ψυχών τους. Ο ένας είπε στον άλλο καλημέρα. Αποχαιρετίστηκαν. Αφού απομακρύνθηκαν, ο “πρώην ” Θανάσης, θέλησε ψιθυριστά, να καλημερίσει και την Ψυχή του ! Και το τόλμησε ! Τότε άρχισε να φωνάζει δυνατά στη μέση του δρόμου. Καλημέρα Ψυχή μου ! Και ξανά. Καλημέρα Ψυχή μου ! Μόλις είχε αρχίσει σιγά - σιγά, να ΄ ρχεται το γλυκό ξημέρωμα, εκτός από τη μισή υδρόγειο, και στη δική του Ψυχή ! Την πρώην αφώτιστη ! Την πρώην αξημέρωτη ! Την πρώην αμετανόητη του πρώην Θανάση και νυν Α - θ α ν ά σ ι ο υ !
Του Φιλολόγου Παναγιώτη Δ.Σκοπετέα .

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε τα σχόλιά σας εδώ...

Δεν είναι κακό να αναφέρουμε την πηγή μας ...μας τιμά και μας καθιστά συνοδοιπόρους...


Παρακαλούνται όσοι αναδημοσιεύουν ας μην αφαιρούν το όνομα του συντάκτη , όπως και άλλα στοιχεία.

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...
Βαπτίστηκες και αναγεννήθηκες ... Μετανόησες κάτω από πετραχήλι και ξαναβαπτίστηκες ... Μετέλαβες τα άχραντα μυστήρια και ένιωσες ξανά βαπτισμένος εις το όνομα του τρισυπόστατου Θεού ... Υπάρχει ακόμα ένα βάπτισμα το τέταρτο κατά σειρά .. το βάπτισμα της ομολογίας ...στο αίμα της Πίστης ... Άραγε πόσοι από εμάς θα το αγαπήσουμε ; Τον Αναστάντα Θεό ας ομολογήσουμε ...Και ας πληρώσουμε το τίμημα της Ομολογίας ...όχι το αντίτιμο της απωλείας ...! Καλό Παράδεισο ! ( νώντας σκοπετέας)

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου .Tον Συνάναρχον Λόγον / πλ.α΄

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου  .Tον Συνάναρχον Λόγον / πλ.α΄
Τον θαυμάσιον μύστην Χριστού υμνήσωμεν , Μηλεσίου το κλέος και των Γερόντων φωνή , την βοήθειαν ημών και διόρασιν ˙ Τον αναπαύσαντα σοφώς τας ψυχάς των ασθενών , του πνεύματος συνεργεία . Πορφύριον Καυσοκαλυβίτην ,επικαλέσωμεν άπαντες. // Nώντας Σκοπετέας 27-11-2013 Απολυτίκιο με την ευκαιρία της επισήμου Αγιοκατατάξεως του Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου . Σημ: Το απολυτίκιο δεν περιέχεται σε αναγνωρισμένη ακολουθία , αλλά είναι προϊόν ευλαβείας και απέραντης ευγνωμοσύνης , προς τον Μεγάλο Άγιο του Θεού , στην μεγάλη η μέρα της Αγιοκατατάξεώς του .

Ουράνια Συντροφιά...

Ουράνια Συντροφιά...
Παλαιά συνηθίζαμε, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ν' αγιάζομε τα σπίτια. Κάποια χρονιά επήγα κι εγώ κι αγίαζα. Χτυπούσα τις πόρτες των διαμερισμάτων, μου ανοίγανε κι έμπαινα μέσα ψάλλοντας: "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...". Όπως πήγαινα στην οδό Μαιζώνος, βλέπω μια σιδερένια πόρτα. Ανοίγω, μπαίνω μέσα στην αυλή, που ήταν γεμάτη από μανταρινιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, και προχωρώ στη σκάλα. Ήταν μια σκάλα εξωτερική, που ανέβαινε πάνω και κάτω είχε υπόγειο. Ανέβηκα τη σκάλα, χτυπάω την πόρτα και παρουσιάζεται μια κυρία. Αφού μου άνοιξε, εγώ άρχισα κατά τη συνήθειά μου το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε...". Με σταματάει απότομα. Εν τω μεταξύ με ακούσανε και δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο βγαίνανε κοπέλες απ' τα δωμάτια. "Κατάλαβα, έπεσα σε οίκο ανοχής", είπα μέσα μου. Η γυναίκα μπήκε μπροστά μου να μ' εμποδίσει. -Να φύγεις, μου λέει. Δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το Σταυρό. Να φιλήσω εγώ το Σταυρό και να φύγεις, σε παρακαλώ. Εγώ τώρα πήρα σοβαρό και επιτιμητικό ύφος και της λέω: -Εγώ δεν μπορώ να φύγω! Εγώ είμαι παπάς, δεν μπορώ να φύγω! Ήλθα εδώ ν' αγιάσω. -Ναι, αλλά δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές. -Μα δεν ξέρομε αν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές ή εσύ. Διότι αν με ρωτήσει ο Θεός και ζητήσει να Του πω ποιος κάνει να φιλήσει το Σταυρό, οι κοπέλες ή εσύ, μπορεί να έλεγα: "Οι κοπέλες κάνει να τον φιλήσουν και όχι εσύ. Οι ψυχές τους είναι πιο καλές από τη δική σου". Εκείνη τη στιγμή εκοκκίνησε λίγο. Της λέω λοιπόν: -Άσε τα κορίτσια να φιλήσουν το Σταυρό. Τους έκανα νόημα να πλησιάσουν. Εγώ πιο μελωδικά από πρώτα έψαλλα το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...", διότι είχα μια χαρά μέσα μου, που ο Θεός οικονόμησε τα πράγματα να πάω και σ' αυτές τις ψυχές. Φιλήσανε όλες το Σταυρό. Ήταν όλες περιποιημένες, με τις πολύχρωμες φούστες κ.λπ. Και τους είπα: -Παιδιά μου, χρόνια πολλά. Ο Θεός μάς αγαπάει όλους. Είναι πολύ καλός και "βρέχει επί δικαίους και αδίκους". Όλοι Τον έχομε Πατέρα και για όλους μας ενδιαφέρεται ο Θεός. Μόνο να φροντίσομε να Τον γνωρίσομε και να Τον αγαπήσουμε κι εμείς και να γίνομε καλοί. Να Τον αγαπήσετε και θα δείτε πόσο ευτυχισμένες θα είστε. Κοιτάξανε απορημένες. Κάτι πήρε η ψυχούλα τους η ταλαιπωρημένη. -Χάρηκα, τους λέω τέλος, που μ' αξίωσε ο Θεός να έλθω σήμερα και να σας αγιάσω. Χρόνια πολλά! -Χρόνια πολλά, είπαν κι εκείνες κι έφυγα./Γ.Πορφύριος

Να μην μένει ούτε ίχνος αμαρτίας ...

Να μην μένει ούτε ίχνος αμαρτίας ...
Καταρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η εξομολόγηση δεν είναι μια απλή συζήτηση με τον πνευματικό-εξομολόγο επί διαφόρων αποριών ή και προβλημάτων του εξομολογουμένου. Αυτό μπορεί να γίνει σε κάποια άλλη ώρα ,εκτός εξομολογήσεως, ή έστω, ως προέκταση της καθαυτό εξομολογήσεως. Ούτε ασφαλώς είναι μια τυπική επίσκεψη στον ιερέα πριν από τις μεγάλες εορτές, με μια κατ’ επιλογήν επισήμανση αμαρτιών ή και απλή εκζήτηση της «ευχής». Στην περίπτωση αυτή η εξομολόγηση λειτουργεί ως άλλοθι της ενοχής του ανθρώπου – «να ησυχάσουμε τη φωνή της συνειδήσεως»- με συνέπεια την παγίωση της αμαρτίας και την σκλήρυνση της ψυχής. Η εξομολόγηση είναι το μυστήριο εκείνο , που φανερώνει τη γνησιότητα της μετανοίας του πιστού. Πραγματοποιούμενη ενώπιον της Εκκλησίας –στα πρώτα χριστιανικά χρόνια ενώπιον όλων και αργότερα ενώπιον του εκπροσώπου της Εκκλησίας πνευματικού εξομολόγου- αποτελεί το αποκορύφωμα της εν ταπεινώσει και συντριβή αναγνώρισης από τον πιστό ότι η ζωή του δεν βρίσκεται στην τροχιά του Χριστού και των αγίων ∙ ότι έσφαλε και σφάλλει, στο βαθμό που ή εκούσια ή ακούσια προσέβαλε την αγάπη στο πρόσωπο του Θεού ή των συνανθρώπων του. Παράλληλα όμως με την ομολογία αυτή εκδηλώνει και την ακλόνητη πεποίθησή του στην αγάπη και το έλεος του Θεού, τα οποία αναγνωρίζει ότι υπερβαίνουν την κατάντια του και έχουν τη δύναμη να τον ανορθώσουν και να τον οδηγήσουν σε ανώτερα πνευματικά ύψη: να ακολουθεί το Χριστό! Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν η εξομολόγηση αφενός προϋποθέτει τη συναίσθηση της αμαρτωλότητος του εξομολογουμένου και την πίστη του στην φιλανθρωπία του πανοικτίρμονος Θεού, αφετέρου έχει εκκλησιαστικό χαρακτήρα. Τυχόν λοιπόν προσέλευση στο μυστήριο, χωρίς την απαιτούμενη προετοιμασία με εξομολόγηση εν μετανοία ενώπιον πρώτα του Θεού, αποτελεί εμπαιγμό του μυστηρίου ή το λιγότερο άγνοια της παραδόσεως της Εκκλησίας. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, να προσέρχεται ο εξομολογούμενος απροετοίμαστος , επόμενο είναι να μη γεύεται τα αγαθά και τις δωρεές , που ο Θεός έχει υποσχεθεί να δώσει. Και τα αγαθά αυτά είναι η εξάλειψη κάθε αμαρτίας, αλλά και η δικαίωση του ανθρώπου. «Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών , πιστός εστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» ( Α’ Ιω.1,9 ) . Και ο προφήτης Ησαΐας , ήδη από το χώρο της Π. Διαθήκης, διαλαλεί: « Εάν είναι οι αμαρτίες σας κόκκινες σαν το αίμα, θα τις κάνω λευκές σαν το χιόνι» ( Πρβλ. Ης. 1,18 ) . Ο άγιος Χρυσόστομος ερμηνεύει τα παραπάνω: « Η μετάνοια δικαιώνει… Στο ληστή δεν είπε ο Κύριος, σε απαλλάσσω από την κόλαση και την τιμωρία, αλλά τον βάζει μέσα στον Παράδεισο, δίκαιο. Μη λες λοιπόν πάλι, Αμάρτησα πολύ και πώς θα μπορέσω να σωθώ; Συ δεν μπορείς, μα ο Κύριός σου μπορεί , και τόσο πολύ, ώστε να σβήσει τελείως τα αμαρτήματά σου… Τόσο τέλεια σβήνει τα αμαρτήματα , ώστε να μην μένει ούτε ίχνος από αυτά. Ο Θεός λοιπόν χαρίζει και την ομορφιά μαζί με την υγεία, μαζί με την απαλλαγή από την κόλαση δίνει και τη δικαιοσύνη και κάνει τον αμαρτωλό να είναι ίσος με αυτόν που δεν αμάρτησε. Διότι εξαφανίζει το αμάρτημα και το κάνει να μην υπάρχει και να μην έχει γίνει ποτέ. Έτσι τέλεια το εξαφανίζει, δεν μένει ούτε σημάδι, ούτε ίχνος, ούτε απόδειξη, ούτε δείγμα» (Ομιλία η΄, περί μετανοίας ) . Έτσι με την εν μετανοία συμμετοχή μας στο ιερό μυστήριο της εξομολογήσεως επανερχόμαστε στο αφετηριακό σημείο του βαπτίσματός μας. Όπως δηλ. τότε που βαπτισθήκαμε, κάθε αμάρτημά μας, ιδίως δε το προπατορικό λεγόμενο με τις κληρονομικές του συνέπειες της φθοράς και του θανάτου, εξαλείφθηκε, έτσι και τώρα, στο δεύτερο αυτό και επαναλαμβανόμενο βάπτισμα της μετανοίας, κάθε αμάρτημα που εκάναμε, μετά το πρώτο, εν λόγω ή έργω ή διανοία, εξαλείφεται και μας φέρει καθαρούς και πάλι στο σημείο εκκινήσεως της πνευματικής ζωής. Η ζωή μας στη φάση αυτή επανασυντονίζεται με τους χτύπους της παράδοσης της Εκκλησίας∙ «πιάνουμε» ξανά το σταθμό του Θεού∙ αρχίζουμε και (επι)κοινωνούμε με όλους τους αγίους. «Γιατί έτσι, όπως θα είναι ο νους σου συγχυσμένος ,ούτε θα καταλάβεις τι θα σου πω ούτε και θα θυμάσαι σε λίγο τίποτα. Άμα όμως εξομολογηθείς και μπεις και συ στην ίδια πνευματική συχνότητα με μας, τότε θα μπορέσουμε άνετα να συνεννοηθούμε» ( π. Παϊσιος ) .

Αχ παιδί μου ...ο Χριστός δεν μας εγκατέλειψε ποτέ !

Αχ παιδί μου ...ο Χριστός δεν μας εγκατέλειψε ποτέ !
Ένα πρωινό συζητά ο Γέροντας με δυο-τρεις επισκέπτες στο σπίτι του. Ο ένας είναι ιδεολόγος άθεος και κομμουνιστής. Σε μια στιγμή έρχεται κάποιος απ’ έξω και τους πληροφορεί ότι η Αθήνα έχει γεμίσει από φωτογραφίες του Μάου Τσε Τούγκ με την επιγραφή: «Δόξα στον μεγάλο Μάο». Ήταν η ημέρα κατά την οποία είχε πεθάνει ο Κινέζος δικτάτορας. Γέροντας: Έτσι είναι, παιδάκι μου. Δεν υπάρχουν άθεοι. Ειδωλολάτρες υπάρχουν, οι οποίοι βγάζουν τον Χριστό από τον θρόνο Του και στη θέση Του τοποθετούν τα είδωλά τους. Εμείς λέμε: «Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι». Αυτοί λένε: «Δόξα στον μεγάλο Μάο». Διαλέγεις και παίρνεις. Άθεος: Και σεις παππούλη, το παίρνετε το ναρκωτικό σας. Μόνο που εσείς το λέτε Χριστό, ο άλλος το λέει Αλλάχ, ο τρίτος Βούδα κ.ο.κ.  Ο Χριστός παιδί μου, δεν είναι ναρκωτικό. Ο Χριστός είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου. Αυτός που με σοφία κυβερνά τα πάντα: από το πλήθος των απέραντων γαλαξιών μέχρι τα απειροελάχιστα σωματίδια του μικρόκοσμου. Αυτός που δίνει τη ζωή σε όλους μας. Αυτός που σε έφερε στον κόσμο και σου έχει δώσει τόση ελευθερία, ώστε να μπορείς να Τον αμφισβητείς, αλλά και να Τον αρνείσαι ακόμη.  Παππούλη, δικαίωμά σας είναι να τα πιστεύετε όλα αυτά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και αληθινά. Αποδείξεις έχετε;  Εσύ όλα αυτά τα θεωρείς παραμύθια, έτσι δεν είναι;  Βεβαίως.  Αποδείξεις έχεις; Μπορείς να μου αποδείξεις ότι όσα πιστεύω εγώ είναι ψεύτικα;  …….  Δεν απαντάς, διότι και συ δεν έχεις αποδείξεις. Άρα και συ πιστεύεις ότι είναι παραμύθια. Κι εγώ μεν ομιλώ περί πίστεως, όταν αναφέρομαι στον Θεό. Εσύ όμως, ενώ απορρίπτεις τη δική μου πίστη, στην ουσία πιστεύεις στην απιστία σου, αφού δεν μπορείς να την τεκμηριώσεις με αποδείξεις. Πρέπει όμως να σου πω ότι η πίστη η δική μου δεν είναι ξεκάρφωτη. Υπάρχουν κάποια υπερφυσικά γεγονότα, πάνω στα οποία θεμελιώνεται.  Μια στιγμή! Μια και μιλάτε για πίστη, τι θα πείτε στους Μωαμεθανούς π.χ. ή στους Βουδιστές; Διότι κι εκείνοι ομιλούν περί πίστεως. Κι εκείνοι διδάσκουν υψηλές ηθικές διδασκαλίες. Γιατί η δική σας πίστη είναι καλύτερη από εκείνων;  Με αυτήν την ερώτησή σου τίθεται το κριτήριο της αλήθειας. Διότι βεβαίως η αλήθεια είναι μία και μόνη. Δεν υπάρχουν πολλές αλήθειες. Ποιος όμως κατέχει την αλήθεια; Ιδού το μεγάλο ερώτημα. Έτσι δεν πρόκειται για καλύτερη ή χειρότερη πίστη! Πρόκειται για την μόνη αληθινή πίστη! Δέχομαι ότι ηθικές διδασκαλίες έχουν και τα άλλα πιστεύω. Βεβαίως οι ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού υπερέχουν ασυγκρίτως. Εμείς όμως δεν πιστεύουμε στον Χριστό για τις ηθικές Του διδασκαλίες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους», ούτε για τα κηρύγματά Του περί ειρήνης και δικαιοσύνης, ελευθερίας και ισότητας. Εμείς πιστεύουμε στον Χριστό, διότι η επί γης παρουσία Του συνοδεύθηκε από υπερφυσικά γεγονότα, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Θεός.  Κοιτάξτε. Κι εγώ παραδέχομαι ότι ο Χριστός ήταν σπουδαίος φιλόσοφος και μεγάλος επαναστάτης αλλά μην τον κάνουμε και Θεό τώρα…  Αχ παιδί μου! Όλοι οι μεγάλοι άπιστοι της ιστορίας εκεί σκάλωσαν. Το ψαροκόκαλο που τους κάθισε στο λαιμό και δεν μπορούσαν να το καταπιούν, αυτό ακριβώς ήταν. Το ότι ο Χριστός είναι και Θεός. Πολλοί από αυτούς ήσαν διατεθειμένοι να πουν στον Κύριο: Μη λες πως είσαι Θεός ενανθρωπήσας. Πες ότι είσαι απλός άνθρωπος και μεις είμαστε έτοιμοι να σε θεοποιήσουμε. Γιατί θέλεις να είσαι Θεός ενανθρωπήσας και όχι άνθρωπος αποθεωθείς; Εμείς δεχόμαστε να σε αποθεώσουμε, να σε ανακηρύξουμε στο μέγιστο των ανθρώπων, τον αγιότατο, τον ηθικότατο, τον ανεπανάληπτο. Δεν σου αρκούν αυτά; Ο κορυφαίος του χορού των αρνητών, ο Ερνέστος Ρενάν, βροντοφωνεί περί του Χριστού: «Για δεκάδες χιλιάδες χρόνια ο κόσμος θα ανυψώνεται δια σου», είσαι «ο ακρογωνιαίος λίθος της ανθρωπότητας ώστε το να αποσπάσει κάποιος το όνομά σου από τον κόσμο τούτο θα ήταν ίσο με τον εκ θεμελίων κλονισμό του», «οι αιώνες θα διακηρύσσουν ότι μεταξύ των υιών των ανθρώπων δεν γεννήθηκε κανένας υπέρτερός σου». Η επόμενη φράση τους; «Θεός όμως δεν είσαι!». Και δεν αντιλαμβάνονται οι ταλαίπωροι ότι όλα αυτά συνιστούν για την ψυχή τους μια ανέκφραστη τραγωδία! Το δίλημμα αναπόφευκτα είναι αμείλικτο: Ή είναι Θεός ενανθρωπήσας ο Χριστός, οπότε πράγματι, και μόνον τότε, αποτελεί την ηθικοτέρα, την αγιοτέρα και την ευγενεστέρα μορφή της ανθρωπότητας, ή δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, οπότε όμως δεν είναι δυνατόν να είναι τίποτε από όλα αυτά. Αντιθέτως αν ο Χριστός δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, τότε πρόκειται για την απαισιοτέρα, τη φρικτοτέρα και την απεχθεστέρα ύπαρξη της ανθρώπινης ιστορίας.  Τι είπατε;  Αυτό που άκουσες! Βαρύς ο λόγος, απολύτως όμως αληθής. Και ιδού γιατί: Τι είπαν για τον εαυτό τους, ή ποια ιδέα είχαν για τον εαυτό τους όλοι οι πραγματικοί μεγάλοι άνδρες της ανθρωπότητας; Ο «ανδρών απάντων σοφώτατος» Σωκράτης διακήρυσσε το: «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Όλοι οι σπουδαίοι άνδρες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αβραάμ και το Μωυσή μέχρι τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Παύλο, αυτοχαρακτηρίζονται «γη και σποδός (=στάχτη)», «ταλαίπωροι», «εκτρώματα»,κ.τ.λ. Η συμπεριφορά αντιθέτως του Ιησού είναι παραδόξως διαφορετική! Και λέω παραδόξως διαφορετική διότι το φυσικό και το λογικό θα ήταν να είναι παρόμοια η συμπεριφορά Του. Αυτός μάλιστα, ως ανώτερος και υπέρτερος από όλους τους άλλους, θα έπρεπε να έχει ακόμη κατώτερη και ταπεινότερη ιδέα για τον εαυτό Του. Ηθικώς τελειότερος από κάθε άλλον έπρεπε να υπερακοντίζει σε αυτομεμψία και ταπεινό φρόνημα όλους τους παραπάνω και οποιονδήποτε άλλον, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι τη συντέλεια των αιώνων. Συμβαίνει όμως το αντίθετο! Πρώτα πρώτα διακηρύσσει ότι είναι αναμάρτητος: «Τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;» (Ιωαν. η΄46). «Έρχεται ο του κόσμου τούτου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιωαν. Ιδ΄30). Εκφράζει επίσης πολύ υψηλές ιδέες περί Εαυτού:«Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ιωαν. η΄12),«Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωαν. Ιδ΄6). Εκτός όμως αυτών, προβάλλει και αξιώσεις απολύτου αφιερώσεως στο Πρόσωπό Του. Εισχωρεί ακόμη και στις ιερότερες σχέσεις των ανθρώπων και λέει: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ούκ εστί μου άξιος και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ούκ εστί μου άξιος» (Ματθ. ι΄37). «Ήλθον διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά τις μητρός αυτής και νύμφη κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι΄35). Απαιτεί ακόμη και μαρτυρική ζωή και θάνατο από τους μαθητές Του: «Παραδώσουσιν υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού… Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου ο δε υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται… Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα… Όστις αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ… Ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν» (Ματθ. ι΄17 κ.έ.). Και τώρα σε ρωτώ: Τόλμησε ποτέ κανείς να διεκδικήσει υπέρ αυτού την αγάπη των ανθρώπων πάνω κι από την ίδια τους τη ζωή; Τόλμησε ποτέ κανείς να διακηρύξει την απόλυτη αναμαρτησία του; Τόλμησε ποτέ κανείς να εκστομίσει το: «Εγώ ειμί η αλήθεια»;(Ιωάν. Ιδ΄6). Κανείς και πουθενά! Μόνο ένας Θεός θα μπορούσε να τα κάνει αυτά. Φαντάζεσαι τον δικό σας τον Μαρξ να’ λεγε κάτι τέτοια; Θα τον περνούσαν για τρελό και δεν θα βρισκόταν κανείς να τον ακολουθήσει. Για σκέψου τώρα, πόσα εκατομμύρια άνθρωποι θυσίασαν τα πάντα για χάρη του Χριστού, ακόμα και αυτή τη ζωή τους, πιστεύοντας στην περί εαυτού αλήθεια των λόγων Του! Εάν οι περί εαυτού διακηρύξεις Του ήσαν ψευδείς, ο Ιησούς θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας οδηγώντας τόσους πολλούς σε τόσο βαριά θυσία. Ποιος άνθρωπος, όσο μεγάλος, όσο σπουδαίος, όσο σοφός κι αν είναι, θα άξιζε αυτή τη μεγάλη προσφορά και θυσία; Ποιος; Κανένας! Μόνο εάν ήταν Θεός! Μ’ άλλα λόγια: Όποιος άνθρωπος απαιτούσε αυτή τη θυσία από τους οπαδούς του, θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας. Ο Χριστός όμως και την απαίτησε και την πέτυχε. Παρά ταύτα από τους αρνητές της θεότητάς Του αναγορεύτηκε η ευγενεστέρα και αγιότερα μορφή της ιστορίας. Οπότε: Η παραλογίζονται οι αρνητές ονομάζοντας αγιότερο τον απαισιώτερο, ή για να μην υπάρχει παραλογισμός, αλλά να έχει λογική η συνύπαρξη απαιτήσεων του Χριστού και αγιότητός Του, θα πρέπει αναγκαστικά να δεχθούν ότι ο Χριστός εξακολουθεί να παραμένει η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ανθρωπότητας μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι είναι και Θεός! Αλλιώς είναι, όπως είπαμε, όχι η αγιοτέρα, αλλά η φρικτοτέρα μορφή της ιστορίας, ως αιτία της μεγαλυτέρας θυσίας των αιώνων, εν ονόματι ενός ψεύδους! Έτσι η θεότητα του Χριστού αποδεικνύεται βάση αυτούς τους ίδιους τους περί αυτού χαρακτηρισμούς των αρνητών Του!...  Όσα είπατε είναι πράγματι εντυπωσιακά, δεν αποτελούν όμως παρά συλλογισμούς. Ιστορικά στοιχεία, που να θεμελιώνουν τη Θεότητά του, έχετε;  Σου είπα και προηγουμένως ότι τα πειστήρια της Θεότητός Του είναι τα υπερφυσικά γεγονότα που συνέβησαν όσο καιρό ήταν εδώ στη γη. Ο Χριστός δεν αρκέστηκε μόνο να διακηρύσσει τις παραπάνω αλήθειες, αλλά επικύρωνε τους λόγους Του και με πλήθος θαυμάτων. Έκανε τυφλούς να βλέπουν, παράλυτους να περπατούν, έθρεψε με δύο ψάρια και πέντε ψωμιά πέντε χιλιάδες άνδρες και πολλαπλάσιες γυναίκες και παιδιά, διαιτάσαι τα στοιχεία της φύσεως και αυτά υπάκουαν, ανέστησε νεκρούς μεταξύ των οποίων και τον Λάζαρο τέσσερις μέρες μετά τον θάνατό του. Μεγαλύτερο όμως από όλα τα θαύματά είναι η Ανάστασή Του. Όλο το οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως. Αυτό δεν το λέω εγώ. Το λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών»(Κορ. Ιε΄ 17). Αν ο Χριστός δεν ανέστη, τότε όλα καταρρέουν. Ο Χριστός όμως ανέστη πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου, άρα Θεός.  Εσείς τα είδατε όλα αυτά; Πώς τα πιστεύετε;  Όχι, εγώ δεν τα είδα. Τα είδαν όμως άλλοι, οι Απόστολοι. Αυτοί στη συνέχεια τα γνωστοποίησαν και μάλιστα προσυπέγραψαν τη μαρτυρία τους με το αίμα τους. Κι όπως όλοι δέχονται, η μαρτυρία της ζωής είναι η υψίστη μαρτυρία. Φέρε μου και συ κάποιον να μου πει πώς ο Μαρξ απέθανε και ανέστη και να θυσιάσει τη ζωή του για τη μαρτυρία αυτή κι εγώ θα τον πιστέψω ως τίμιος άνθρωπος.  Να σας πω. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν για την ιδεολογία τους. Γιατί δεν ασπάζεσθε και τον κομμουνισμό;  Το είπες και μόνος σου. Οι κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Δεν πέθαναν για γεγονότα. Σε μια ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο να υπεισέλθει πλάνη. Επειδή δε είναι ίδιον της ανθρώπινης ψυχής θυσιάζεται για κάτι στο οποίο πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να την δεχθούμε και ως σωστή. Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνεις για ιδέες και άλλο για γεγονότα. Οι Απόστολοι όμως δεν πέθαναν για ιδέες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους» ούτε για τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα. Και όταν λέμε γεγονός εννοούμε, ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό από αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν δι «ο ακηκόασι, ο εωράκασι τοις οφθαλμοίς αυτών, ο εθεάσαντο και αι χείρες αυτών εψηλάφησαν» (Α΄ Ιωάν. Α΄1)» Με βάση ένα πολύ ωραίο συλλογισμό του Πασχάλ λέμε ότι με τους Αποστόλους συνέβη ένα από τα τρία: Ή απατήθηκαν ή μας εξαπάτησαν ή μας είπαν την αλήθεια. Ας πάρουμε την πρώτη εκδοχή. Δεν είναι δυνατόν να απατήθηκαν οι Απόστολοι, διότι όσα αναφέρουν δεν τα έμαθαν από άλλους. Αυτοί οι ίδιοι ήσαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες όλων αυτών. Εξ άλλου δεν ήσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι ούτε είχαν καμιά ψυχολογική προδιάθεση για την αποδοχή του γεγονότος της Αναστάσεως. Αντιθέτως ήσαν τρομερά δύσπιστοι. Τα Ευαγγέλια είναι πλήρως αποκαλυπτικά αυτών των ψυχικών τους διαθέσεων: δυσπιστούν στις διαβεβαιώσεις ότι κάποιοι Τον είχαν δει αναστάντα. Και κάτι άλλο. Τι ήσαν οι Απόστολοι πριν τους καλέσει ο Χριστός; Μήπως ήσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ή οραματιστές φιλοσοφικών και κοινωνικών συστημάτων, που περίμεναν να κατακτήσουν την ανθρωπότητα και να ικανοποιήσουν έτσι τις φαντασιώσεις τους; Κάθε άλλο. Αγράμματοι ψαράδες ήσαν. Και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να πιάσουν κανένα ψάρι να θρέψουν τις οικογένειές τους. Γι’ αυτό και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, παρά τα όσα είχαν ακούσει και δει, επέστρεψαν στα πλοιάρια και στα δίχτυα τους. Δεν υπήρχε δηλαδή σ’ αυτούς, όπως αναφέραμε, ούτε ίχνος προδιαθέσεως για όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν. Και μόνο μετά την Πεντηκοστή, «ότε έλαβον δύναμιν εξ ύψους», έγιναν οι διδάσκαλοι της οικουμένης. Η δεύτερη εκδοχή: Μήπως μας εξαπάτησαν; Μήπως μας είπαν ψέματα; Αλλά γιατί να μας εξαπατήσουν; Τι θα κέρδιζαν με τα ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως αξιώματα, μήπως δόξα; Για να πει κάποιος ένα ψέμα, περιμένει κάποιο όφελος. Οι Απόστολοι όμως, κηρύσσοντες Χριστόν και Τούτον εσταυρωμένον και Αναστάντα εκ νεκρών, τα μόνα τα οποία εξασφάλιζαν ήσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι από ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις, και τέλος ο θάνατος. Και όλα αυτά για ένα ψέμα; Είναι εντελώς ανόητο και να το σκεφτεί κάποιος. Συνεπώς ούτε εξαπατήθηκαν ούτε μας εξαπάτησαν οι Απόστολοι. Μένει επομένως η Τρίτη εκδοχή ότι μας είπαν την αλήθεια. Θα πρέπει μάλιστα να σου τονίσω και το εξής: Οι Ευαγγελιστές είναι οι μόνοι οι οποίοι έγραψαν πραγματική ιστορία. Διηγούνται τα γεγονότα και μόνον αυτά. Δεν προβαίνουν σε καμία προσωπική κρίση. Κανένα δεν επαινούν, κανένα δεν κατακρίνουν. Δεν κάνουν καμία προσπάθεια να διογκώσουν κάποιο γεγονός ή να εξαφανίσουν ή να υποτιμήσουν κάποιο άλλο. Αφήνουν τα γεγονότα να μιλούν μόνα τους.  Αποκλείεται να έγινε στην περίπτωση του Χριστού νεκροφάνεια; Τις προάλλες έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιον Ινδό, τον οποίον έθαψαν και μετά από τρεις μέρες τον ξέθαψαν και ήταν ζωντανός.  Αχ, παιδάκι μου. Θα θυμηθώ και πάλι το λόγο του ιερού Αυγουστίνου: «Άπιστοι, δεν είσθε δύσπιστοι. Είσθε οι πλέον εύπιστοι. Δέχεσθε τα πιο απίθανα, τα πιο παράλογα, τα πιο αντιφατικά, για να αρνηθείτε το θαύμα!». Όχι, παιδί μου. Δεν έχουμε νεκροφάνεια στον Χριστό. Πρώτα- πρώτα έχουμε την μαρτυρία του Ρωμαίου κεντυρίωνος, ο οποίος βεβαίωσε τον Πιλάτο ότι ο θάνατος είχε επέλθει. Έπειτα το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί ότι ο Κύριος κατά την ίδια την ημέρα της Αναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας με δύο μαθητές Του προς Εμμαούς, που απείχε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από τα Ιεροσόλυμα. Φαντάζεσαι κάποιον να έχει υποστεί όσα υπέστη ο Χριστός και τρεις μέρες μετά το «θάνατό» του να του συνέβαινε νεκροφάνεια; Αν μη τι άλλο θα έπρεπε για σαράντα μέρες να τον ποτίζουν κοτόζουμο για να μπορεί να ανοίγει τα μάτια του, κι όχι να περπατά και να συζητά σαν να μη συνέβη τίποτα. Όσο για τον Ινδό, φέρε τον εδώ να τον μαστιγώσουμε με φραγγέλιο - και ξέρεις τι εστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στα άκρα του οποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ή σπασμένα κόκαλα ή μυτερά καρφιά -, φέρε τον, λοιπόν, να τον φραγγελώσουμε, να του φορέσουμε ακάνθινο στεφάνι, να τον σταυρώσουμε, να του δώσουμε χολή και ξύδι, να τον λογχίσουμε, να τον βάλουμε στον τάφο, κι αν αναστηθεί, τότε τα λέμε.  Παρά ταύτα όλες οι μαρτυρίες, τις οποίες επικαλεσθήκατε, προέρχονται από Μαθητές του Χριστού. Υπάρχει κάποια μαρτυρία περί αυτού, που να μην προέρχεται από τον κύκλο των Μαθητών του; Υπάρχουν δηλαδή ιστορικοί που να πιστοποιούν την Ανάσταση του Χριστού; Αν ναι, τότε θα πιστέψω κι εγώ.  Ταλαίπωρο παιδί! Δεν ξέρεις τι ζητάς! Αν υπήρχαν τέτοιοι ιστορικοί που να είχαν δει τον Χριστό αναστημένο, τότε αναγκαστικά θα πίστευαν στην Ανάστασή Του και θα την ανέφεραν πλέον ως πιστοί, οπότε και πάλι θα αρνιόσουν τη μαρτυρία τους, όπως ακριβώς απορρίπτεις τη μαρτυρία του Πέτρου, του Ιωάννου κ.λπ. Πώς είναι δυνατόν να βεβαιώνει κάποιος την Ανάσταση και ταυτόχρονα να μη γίνεται Χριστιανός; Μας ζητάς «πέρδικα ψητή σε κέρινο σουβλί και να λαλεί»! Αί δεν γίνεται! Σου θυμίζω πάντως, εφ’ όσον ζητάς ιστορικούς, αυτό το οποίο σου ανέφερα και προηγουμένως: ότι δηλαδή οι μόνοι πραγματικοί ιστορικοί είναι οι Απόστολοι. Παρ’ όλα αυτά όμως έχουμε και μαρτυρία τέτοια όπως την θέλεις: από κάποιον δηλαδή που δεν ανήκε στον κύκλο των Μαθητών Του. Του Παύλου. Ο Παύλος όχι μόνο δεν ήταν Μαθητής του Χριστού, αλλά και εδίωκε μετά μανίας την Εκκλησία Του.  Γι’ αυτόν όμως λένε ότι έπαθε ηλίαση και εξ αιτίας της είχε παραίσθηση.  Βρε παιδάκι μου, αν είχε παραίσθηση ο Παύλος, αυτό που θα ανεδύετο θα ήταν το υποσυνείδητό του. Και στο υποσυνείδητο του Παύλου θέση υψηλή κατείχαν οι Πατριάρχες και οι Προφήτες. Τον Αβραάμ και τον Ιακώβ και τον Μωυσή έπρεπε να δει κι όχι τον Ιησού, τον οποίο θεωρούσε λαοπλάνο και απατεώνα! Φαντάζεσαι καμιά πιστή γριούλα στο όνειρό της ή στο παραλήρημά της να βλέπει τον Βούδα ή τον Δία; Τον Άι Νικόλα θα δει και την Αγία Βαρβάρα. Διότι αυτούς πιστεύει. Και κάτι ακόμα. Στον Παύλο, όπως σημειώνει ο Παπίνι, υπάρχουν και τα εξής θαυμαστά: Πρώτον, τον αιφνίδιο της μεταστροφής. Κατ’ ευθείαν από την απιστία στην πίστη. Δεν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, το ισχυρών της πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις και αμφιβολίες. Και τρίτον, πίστη δια βίου. Πιστεύεις ότι αυτά μπορεί να λάβουν χώρα μετά από μια ηλίαση; Δεν εξηγούνται αυτά με τέτοιους τρόπους. Αν μπορείς εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς, παραδέξου το θαύμα. Και πρέπει να ξέρεις ότι ο Παύλος με τα δεδομένα τη εποχής του ήταν άνδρας εξόχως πεπαιδευμένος. Δεν ήταν κανένα ανθρωπάκι να μην ξέρει τι του γίνεται. Θα προσθέσω όμως και κάτι επί πλέον. Εμείς, παιδί μου, ζούμε σήμερα σε εξαιρετική εποχή. Ζούμε το θαύμα της Εκκλησίας του Χριστού. Όταν ο Χριστός είπε για την Εκκλησία Του ότι «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ις΄18), οι οπαδοί Του αριθμούσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα. Έκτοτε πέρασαν δύο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αυτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, η Εκκλησία όμως του Χριστού παραμένει ακλόνητη παρά τους συνεχείς και φοβερούς διωγμούς εναντίον της. Αυτό δεν είναι ένα θαύμα; Και κάτι τελευταίο. Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο αναφέρεται πως όταν η Παναγία μετά τον Ευαγγελισμό επισκέφτηκε την Ελισάβετ, τη μητέρα του Προδρόμου, εκείνη την εμακάρισε με τα λόγια: «Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Και η Παναγία απάντησε ως εξής: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο.. ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» (α΄48). Τι ήταν τότε η Παναγία; Μια άσημη κόρη της Ναζαρέτ ήταν. Ποίος την ήξερε; Παρά ταύτα από τότε ξεχάσθηκαν αυτοκρατορίες, έσβησαν λαμπρά ονόματα γυναικών, λησμονήθηκαν σύζυγοι και μητέρες στρατηλατών. Ποιός ξέρει ή ποιος θυμάται τη μητέρα του Μεγ. Ναπολέοντος ή τη μητέρα του Μεγ. Αλεξάνδρου; Σχεδόν κανείς. Όμως εκατομμύρια χείλη σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και σ’ όλους τους αιώνες υμνούν την ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ, «την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Ζούμε ή δεν ζούμε εμείς σήμερα, οι άνθρωποι του εικοστού αιώνα, την επαλήθευση του προφητικού αυτού λόγου της Παναγίας; Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν όσον αφορά και σε μια «δευτερεύουσα» προφητεία του Χριστού: Όταν στην οικία του Σύμωνος του λεπρού μια γυναίκα περιέχυσε στο κεφάλι του το πολύτιμο μύρο, είπε ο Κύριος: «Αμήν λέγω υμίν, όπου εάν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εν όλω τω κόσμω, λαληθήσεται και ο εποίησεν αυτή εις μνημόσυνον αυτής» (Ματθ. κς΄13). Πόσος ήταν ο κύκλος των οπαδών Του τότε, για να πει κανείς ότι αυτοί θα έκαναν τα αδύνατα δυνατά ώστε να εκπληρωθεί η προφητεία αυτή του Διδασκάλου τους; Και μάλιστα μια τέτοια προφητεία, η οποία με τα κριτήρια του κόσμου δεν έχει και καμία σημασία για τους πολλούς; Είναι ή δεν είναι θαύματα αυτά; Αν μπορείς, εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς όμως, παραδέξου τα ως τέτοια.  Ομολογώ ότι τα επιχειρήματά σας είναι ισχυρά. Έχω όμως να σας ρωτήσω κάτι ακόμη: Δεν νομίζετε ότι ο Χριστός άφησε το έργο του ημιτελές; Εκτός κι αν μας εγκατέλειψε. Δεν μπορώ να φαντασθώ έναν Θεό να παραμένει αδιάφορος στο δράμα του ανθρώπου. Εμείς να βολοδέρνουμε εδώ κι εκείνος από ψηλά να στέκεται απαθής.  Όχι παιδί μου. Δεν έχεις δίκιο. Ο Χριστός δεν άφησε το έργο Του ημιτελές. Αντιθέτως είναι η μοναδική περίπτωση ανθρώπου στην ιστορία, ο οποίος είχε τη βεβαιότητα ότι ολοκλήρωσε την αποστολή Του και δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει και να πει. Ακόμη κι ο μέγιστος των σοφών, ο Σωκράτης, ο οποίος μια ολόκληρη ζωή μιλούσε και δίδασκε, στο τέλος συνέθεσε και μια περίτεχνη απολογία και, αν ζούσε, θα είχε κι άλλα να πει. Μόνο ο Χριστός σε τρία χρόνια δίδαξε ότι είχε να διδάξει, έπραξε ότι ήθελε να πράξει και είπε το «τετέλεσται». Δείγμα κι αυτό της θεϊκής Του τελειότητας και αυθεντίας. Όσο για την εγκατάλειψη την οποία ανέφερες, σε καταλαβαίνω. Χωρίς Χριστό ο κόσμος είναι θέατρο του παραλόγου. Χωρίς Χριστό δεν μπορείς να εξηγήσεις τίποτε. Γιατί οι θλίψεις, γιατί οι αδικίες, γιατί οι αποτυχίες, γιατί οι ασθένειες, γιατί, γιατί, γιατί; Χιλιάδες πελώρια «γιατί». Κατάλαβέ το! Δεν μπορεί ο άνθρωπος να προσεγγίσει με την πεπερασμένη λογική του τα «γιατί» αυτά. Μόνο με τον Χριστό εξηγούνται όλα: Μας προετοιμάζουν για την αιωνιότητα. Ίσως εκεί μας αξιώσει ο Κύριος να πάρουμε απάντηση σε μερικά από τα «γιατί» αυτά. Αξίζει τον κόπο να σου διαβάσω ένα ωραίο ποίημα από τη συλλογή του Κωνσταντίνου Καλλινίκου «Δάφναι και Μυρσίναι» με τον τίτλο «Ερωτηματικά». Είπα στο γέροντα ασκητή τον εβδομηκοντάρη, που κυματούσε η κόμη του σαν πασχαλιάς κλωνάρι: Πες μου, πατέρα μου γιατί σε τούτη’ δω τη σφαίρα αχώριστα περιπατούν η νύχτα και η μέρα; Γιατί σαν να’σαν δίδυμα, φυτρώνουνε αντάμα τ’αγκάθι και το λούλουδο, το γέλιο και το κλάμα; Γιατί στην πιο ελκυστική του δάσους πρασινάδα σκορπιοί φωλιάζουν κι όχεντρες και κρύα φαρμακάδα; Γιατί προτού το τρυφερό μπουμπούκι ξεπροβάλει και ξεδιπλώσει μπρος στο φως τ’αμύριστά του κάλλη, μαύρο σκουλήκι έρχεται, μια μαχαιριά του δίνει κι ένα κουρέλι άψυχο στην κούνια του τ’αφήνει; Γιατί αλέτρι και σπορά και δουλευτάδες θέλει το στάχυ, ώσπου να γενεί ψωμάκι και καρβέλι και κάθε τι ωφέλιμο κι ευγενικό και θείο πληρώνεται με δάκρυα και αίματα στο βίο, ενώ ο παρασιτισμός αυτόματα θεριεύει κι η προστυχιά όλη τη γη να καταπιή γυρεύει; Τέλος, γιατί εις του παντός την τόση αρμονία να χώνεται η σύγχυσι κι η ακαταστασία; Απήντησε ο ασκητής με τη βαρειά φωνή του προς ουρανούς υψώνοντας το χέρι το δεξί του: Οπίσω από τα χρυσά εκεί επάνω νέφη κεντά ο Μεγαλόχαρος ατίμητο γκεργκέφι(=κέντημα). Κι εφόσον εις τα χαμηλά εμείς περιπατούμεν την όψι την ξανάστροφη, παιδί μου, θεωρούμε. Και είναι άρα φυσικό λάθη ο νους να βλέπη εκεί που να ευχαριστή και να δοξάζει πρέπει. Περίμενε σαν Χριστιανός να έλθη η ημέρα που η ψυχή σου φτερωτή θα σχίση τον αιθέρα και του Θεού το κέντημα απ’την καλή κοιτάξης και τότε…όλα σύστημα θα σου φανούν και τάξις! Ο Χριστός παιδί μου, δεν μας εγκατέλειψε ποτέ. Παραμένει κοντά μας, βοηθός και συμπαραστάτης, μέχρι συντελείας των αιώνων. Αυτό όμως θα το καταλάβεις μόνο αν γίνεις συνειδητό μέλος της Εκκλησίας Του και συνδεθείς με τα Μυστήριά της.

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...
Σε ευχαριστώ, Κύριε πολυέλεε, σε υμνώ, σε δοξάζω, γιατί μ' έπλασες από το τίποτα. Αλλά δεν μ' έπλασες μοναχά μια φορά, αλλά και κάθε μέρα με πλάθεις από το τίποτα, επειδή και κάθε μέρα με βγάζεις από τον ίσκιο του θανάτου που ξαναπέφτω. Μέσα στον ακαταμέτρητο τον κόσμο, μέσα στη μερ­μηγκιά των ανθρώπων, είμαι ένα τίποτα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Και μολαταύτα τον κάθε άνθρωπο τον θυμάσαι και τον βρίσκεις και τον τραβάς προς εσένα, και τον ζωοποιείς από πεθαμένον, και τον ξαναπλάθει το πατρικό χέρι σου, σαν να είναι ο καθένας μας μοναχά αυτός στον κόσμο. Η κραταιά δύναμή σου βαστά όλη την κτίση κι' όλες τις ψυχές σαν νάναι μια και μοναχή. Και τις κάνεις να νοιώσουνε την αθανασία σαν νάναι μια και μονάχη η καθεμιά και σε νοιώθουνε πατέρα τους σπλαχνικόν, που δεν κουράζεται να συχωρά και να ξαναπλάθει τον εαυτό μας, που πεθαίνει κάθε ώρα από την αμαρτία. ~Φώτης Κόντογλου~