21 Ιουλ 2010

Εκεί που κάθε μετάνοια πρέπει να πονά ...

-->
Φτάσαμε στ Βατοπέδι τν ρα το πνου, στς δυ τ πόγεμα. μον συχάζει. Τ κμα το μεγάλου του κόλπου νανουρίζει τν πραξία της, σβήνοντας πάνω στ χαλίκια ρυθμικ κα ρεμο. Εμαστε μπροστ στ θολωτν πυλώνα, πο κρύβει στν κοιλότητά του ζωγραφισμένη τν Παρθένο, καθς λοι ο πυλνες τν μοναστηριν, κα περιμένομε ν προβάλη πορτάρης. ρχεται μ τν προθυμία κα τν περιέργεια—δυ χαρακτηριστικ το καλόγερου. Τ πρόσωπ του τραχύ, τ γένεια του σ μοσκλα σ δέντρο, τ πολλ μαλλιά του στενοχωρημένα μέσα στ στεν κυλινδρικ καλυμαύχι. Οτε μς κοιτάζει. πλώνει μόνο τ χέρι του γι τ διαμονητήριο. Τ διαβάζει μ προσοχ κα μ δυσπιστία, πειτα τ στέλνει στν ρχοντάρη γι τν λεγχο. ρχοντάρης τ πηγαίνει στν πιτροπή. πιτροπή μας δίνει τν δεια. νεβαίνουμε μι σκάλα λόρθη, σχεδν κάθετη, κα πέφτομε κατάκοποι στ ρχονταρίκι. Ατ τ ρχονταρίκι δ διαψεύδει καθόλου τν νομασία του. Δωμάτια πνου νετα, κρεβάτια πο κοιμίζουν, καναπέδες πο ξεκουράζουν, τ γαλάζιο τς θάλασσας κι έρας της μέσα στν ξενώνα, λεκτροφωτισμός,—ν νεωτεριστικ νορθογραφία πο κάνει τ Βατοπέδι μέσα στν παρελθοντικν ατ πολιτεία. Πς πρε τέτοιο χαρακτήρα, δν τ ξέρει κα τ διο τ μοναστήρι. νας πηρέτης λαϊκός, ξυρισμένος, μ τακουνάτες παντοφλες, σήκωσε τ πράγματά μας. νας νεαρς καλόγερος μ τν κοντ στρογγυλ θάμνο τς μαύρης του γενειάδας γύρω στ ροδαλ πρόσωπό του, μς καλημέρισεν γγλικ μ τέλεια προφορά. ταν εδε πς καμε λάθος, μεταχειρίστηκε τ λληνικά του. ταν καλόγερος πο ρίστηκε καμαριέρης μας. Δύσκολα στ ξενοδοχεα θ βρίσκαμε ναν τόσο γοργ κα ξασκημένον πάλληλο. Εχε κάμει στρατιώτης στος τελευταίους πολέμους, πηρέτησε πέντε χρόνια στ Λονδΐνο σ' να διπλωμάτη, κι στερα ρθε στ Βατοπέδι, ντύθηκε τ ράσο κι γινε κωδωνοκρούστης. Τ δεύτερη φορ πο ξαναπγα στ ρος, δν τν ξαναβρκα. Εχε ατοκτονήσει. Ποιός, θ τ ξηγήση ατά; λέξη μοναστήρι φέρνει σ' μς τος ρθόδοξους μιν ρισμένη ρχιτεκτονικν εκόνα: μεγάλο τετράγωνο π νωμένα κελλιά, αλ κλεισμένη μέσα στ κελλιά, κα στ μέση τς αλς κκλησία. ν σ' ατ προσθέσωμε τ θεμελιώδη μοτίβα το μοναστηριο, τν ξύλινο ξώστη πο πλώνεται π' κρη σ' κρη στ ξωτερικ τν κελλιν, τ τόξα κα τ κυπαρίσσι, χομε τ μοναστρι, τν κοιν ντικειμενικν εκόνα, τ ρωμαντικ σκιαγράφημα πο βρίσκεται μέσα στ νο τν λλήνων. Πόσα μως νέα σχήματα δημιουργε πάνω σ' ατν τ θεμελιώδη τύπο το μοναστηριο καιρός, ποιος πλουτισμος μπορε ν πάρη ρυθμός, τ βλέπομε στ Βατοπέδι. δ καιρς εχε φαντασία. Προσθέτοντας νάλογα μ τν νάγκη, φτιασε μία πόλη λόκληρη, που τίποτε δν εναι βαρύ, δυσαρμονικό, βιαστικ ξένο. Καμινάδες, μπαλκόνια, πύργοι, παρεκκλήσια, καμπαναριά, χαγιάτια, λιθόστρωτα, κολνες, χωνεύουν τ νώμαλα σχήματά τους μέσα σ μι γενικν ρμονία, σ' ναν, ς τν πομε τσι, γιορειτικ ρυθμό. Καιρς χει τν ασθητική του. Κα τν πιβάλλει. Πόσο ατ τ σχήματα βοηθονε τ να τ λλο! Πς βρίσκομε τν νότητα σ τόσο πλθος μορφν! Πόσο νετα, μέσα στν πέραντην αλή, ψώνεται τ πάμπυκνο τοτο δάσος τν κτιρίων, κα πς λ ξαφνα ζωντανεύει, ταν π τ ψος το ρχαίου καμπαναριο μελωδικ κωδωνοκρουσία καλε τος μοναχος στν προσευχή!
Εναι δειλινό. Κατεβαίνουν μέσα στν λιο νας-νας κα πηγαίνουν στ Καθολικό, πο στέκει μ τ βαθ κόκκινο χρμα του στν αλή. πυκν μοναστικ πόλη ξύπνησεν π τ νάρκη το μεσημεριο. σπερινός. Πρτα, φαίνονται ο γέροι. Τος χρειάζεται ρα ν φτάσουν, κα ξεκινον νωρίς. πειτα κούγεται τ στερε κα γρήγορο βμα τν νέων. Τ νιάτα τους δν ξεχνον τ λύγισμά τους μέσα στ ράσο. Μερικο π' ατος εναι νήσυχες σερπαντίνες, λλοι κρατον τ παράστημα λόϊσο, λεπτ κα σεμν κιονίσκο βυζαντινο τρούλλου. φορεσι τους περιποιημένη. Τ ράσο κατακαίνουργο. Τ πανωκαλύμαυχον ψογο. Εναι αστηρ τ πρωτόκολλο στ Βατοπέδι. ταν μπκα στ Καθολικ κι εδα τος μαύρους των σκιους ν γεμίζουν τ σωτερικ το ναο κρυμμένοι στ στασίδια, ντοιχισμένοι, θλεγε κανείς, δίστασα ν πάρω τ θέση πού μο δωκαν σ’ να στασίδι. κτελοσαν τν κολουθία το σπερινο μ σοβαρότητα, πως καλς τεχνίτης τ ργο του. νιωθα λοιπν πς κανένας λαϊκς δν χει δουλει κε. ζήτησα κάποια γωνιά. λες ο γωνις ταν πιασμένες. λα τ σκοτάδια εχαν καλόγερους. Μ δυσκολία βρκα να πόμακρο στασίδι γι ν παρακολουθήσω λην ατ τν τελετικν αστηρότητα. Ο καλόγεροι εναι τοποθετημένοι, πως πάντα, κατ τάξιν εραρχίας κα ξίας. Λάθη στ πρωτόκολλο δν πιτρέπονται. ρθιοι κρατον τ στασίδια τους. Τ κανονάρχημα γίνεται σύμφωνα μ τ μοναστηριακ παράδοσή του.
κανονάρχης, πο εναι πάντα καλόγερος, πηγαίνει διάκοπα π τ δεξι στν ριστερ ψάλτη, πειδ διος εναι ποχρεωμένος ν κανοναρχήση κα στος δυό. συχα νεμίζεται στς πλάτες του τ εδικό του νδυμα, μαρος αλακωτς μανδύας, προωρισμένος μόνο γι' ατ τν πηρεσία. Στν πρτο νάρθηκα, στ «λιτή», στέκουν ο κουρασμένοι, ο λιγώτερο χρήσιμοι γι τν κολουθία. Στν ξωνάρθηκα, ο ντελς γέροι. Δ θέλω ν κρίνω τν ψαλμδία. μουσικ ατή, μ τν νατολική της τεχνοτροπία, πο δν πακούει σ κανόνα, πως λς ο νατολικές, εναι μι παράδοση κα χει τν ξία τν παλιν πραγμάτων. ς μ ζητομε τ μουσικ ξία τς βυζαντινς ψαλμδίας, τουλάχιστον στ γιον ρος. Περιπλεγμένη μ τ λαττώματα πο βλασταίνουν φθονα μ τν καιρ γύρω στς καλλιέργητες παραδόσεις, γινε μι λαϊκ τέχνη, χωρς σχεδν μελωδικ γραμμή, φορτωμένη κεντήματα, κτελεσμένη μ τημελησία, πο τν κάνει πι μορφη κα σκοτεινή. Δν παύει μως ν εναι κάτι παλιό, κα σν παλι ν χη τ μοναστηριακό του χαρακτρα, ποος, μαζ μ τς μαρες σκις τν καλογέρων, μ τς σπρες γενειάδες, μ τ αστηρ τυπικό, συντελε γι ν διεγείρη τ μυστήριο. λα εναι μοναστηρήσια, λα αστηρ κα θλιβερ κε μέσα. Δειλινό. ς λάμπη ξω λιος, ς πρασινίζουν ο ράχες, ς πηδάη τ κμα. Τ μοναστήρι χει τν ργασία του. σπερινς κρατε ρα πολλή. ν ο καλόγεροι διαβάζουν κα ψέλνουν, μετέωρος Παντοκράτορας, π τ ψος που τν νέβασαν ο ρχιτέκτονες τν πεταχτν τρούλλων, γρυπνε σ λην ατ τν τυπικότητα, κούει, βλέπει, κα εναι αστηρς γι κάθε παράλειψη, γι κάθε μετάνοια πο δν ταν τόσο βαθει στε ν πονέσουν τ κόκκαλα τν γονάτων!
Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Ζω το Μεγάλου Μοναστηριο
π τ «γιον ρος». θήνα, κδόσεις στία, 1934. Πηγή:http://ellas60.blogspot.com