24 Αυγ 2012

Τ΄όνειρο ...του Αγίου Φανουρίου


Όταν ήμουν μικρός θυμάμαι πως σχεδόν όλα τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια …το σκαγα απ το σπίτι στο χωριό και συναντιόμουν με όλα τα άλλα τα παιδιά στην …καμάρα που χε δροσιά ,και καταστρώναμε το σχέδιο …οι άλλοι οι μεγάλοι από νωρίς μέσα στη λάβα του μεσημεριού ήταν ήδη σε ένα απ τα αναρίθμητα μικρά μανιάτικα ξωκκλήσια και ξεχορτάριαζαν τις μικρές αυλές και ασβέστωναν με την ψυχή τους να μοσχοβολήσει η γειτονιά γιορτή …Εμείς με τα κοφίνια για τους άρτους έπρεπε να τραβήξουμε για τις απάνω ρούγες εκεί που τα βασιλικά σταυρολούλουδα και οι καλοκαιρινοί κατηφέδες περίμεναν καρτερικά την δική τους σειρά να γίνουν αγιασμένοι , πλέκοντας ευωδιαστό στεφάνι στον Άγιο της ημέρας …Είχαμε και ένα εκκλησάκι στο χωριό που οι μεγάλοι το λέγανε :Αη Χαραλάμπη μα εγώ πάντα το έλεγα Άγιο Φανούριο …και οι μεγάλοι με διόρθωναν …μα εγώ πάντα έτσι θα το λέω και ας με συγχωρέσει του Φλεβάρη ο αγαπημένος Άγιος …γιατί όσα χρόνια και αν περάσουν πάντα θα θυμάμαι αυτό το πανηγύρι των ψυχών που στήνονταν εκεί κάθε χρόνο στα τέλη του Αυγούστου …και μείς τα παιδιά που ήδη είχαμε κάπως αδιόρατα αρχίσει να μελαγχολούμε με το φευγιό της καλοκαιρινής ξεγνοιασιάς ευχαριστούσαμε ενδόμυχα τον Άη Φανούρη που έκανε το θαύμα του μαζεύοντας στη χάρη του ένα χωριό ολάκερο και τόσα μοσχομύριστα ταψιά σκεπασμένα με τα πιο λευκά δαντελωτά …κι ας μην είχε… δικό του εκκλησάκι και ας τον …φιλοξενούσε χρόνια τώρα κάποιος άλλος … Τώρα στα 40 μου έχω ένα όνειρο που κάθε χρόνο στις 27του μήνα της Παναγιάς ,θερμαίνεται όλο και πιότερο αντικρύζοντας τα βλέμματα των θυγατέρων μου όταν καμαρώνουν μπρος την πίττα που φτιάξανε στον Άγιο ,όταν ξαναατενίζω τις δώδεκα παραστάσεις του μαρτυρίου του μια-μια με τον Άγιο να αναδύει πίστη ακλόνητη φρόνημα μαρτυρικό και Αγάπη για τον Χριστό και όλα τα παιδιά Του .Να φτιάξουμε ένα μικρό εκκλησάκι στην χάρη του Αγίου , με αυλή που να χωρά όλα τα γλυκά τάματα των πιστών και υπέροχα απλοϊκών ανθρώπων που του ζητούν να τους φανερώσει απο το πιο μικρό και ασήμαντο αντικείμενο μέχρι το πιό πολύτιμο αγαθό της ζωής μας , την ελπίδα της σωτηρίας ,την σιγουριά της αιωνιότητας ...
Νώντας Σκοπετέας .Απόσπασμα απο ραδιοφωνική εκπομπή του εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως με τίτλο:Ο Φιλοξενούμενος Άγιος Φανούριος )

12 Αυγ 2012

Νύχτα παραμονής στην Παναγιά την Πρέκλα ...



Θέλει να ταξιδέψει ο νους τούτες τις ώρες τις άγια καρτερικές ..Να σε πάει ως τα σκαλιά της Μεγαλόχαρης να δεις πως ο πόνος και η ελπίδα που χαρίζει η Μάνα του κόσμου , αναδεύονται ευλογημένα με τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης ..Nα σε οδηγήσει στο πιο ταπεινό προσκυνητάρι Της το φρεσκοασβεστωμένο με μια χάρτινη εικόνα της Κοίμησής Της και ένα διαμαντένιο φως καντηλιού να μερώνει το σκοτάδι της πιο γλυκιάς παραμονής γιορτής …
Να νοσταλγείς κάτι που ποτέ σου δεν έζησες , λίγοι μπορούν να σε κάνουν …
Ο Κυρ Αλέξανδρος είναι ένας απ αυτούς …Πάμε αμέτρητους καιρούς αγνούς και ευλαβικούς πριν στον χρόνο να αγρυπνήσουμε στην Παναγιά την Πρέκλα νύχτα παραμονής Δεκαπενταυγούστου …
(ν.σ)
……Ήδη ενύκτωνε και εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως μετά το λιτόν σαρακοστιανόν, το οποίον έφαγον καθ’ ομάδας καθίσαντες οι διάφοροι προσκυνηταί εδώ κι’ εκεί επί των χόρτων και των ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατά μίμησιν εκείνων τα οποία συνηθίζονται εις τα μοναστήρια, και φέρων τρεις γύρους περί τον ναόν, το έκρουσε μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν: «τον Αδάμ,Αδάμ,Αδάμ!» είτα εις ιαμβικόν: «το τάλαντον, το τάλαντον!»
Ευθύς τότε τα δύο παιδία του Φραγκούλα και πέντε ή εξ άλλοι μικροί μοσχομάγκαι ανερριχήθησαν επάνω εις την στέγην του ναού, άνωθεν της θύρας, και ήρχισαν να βαρούν τρελλά, αλύπητα, αχόρταστα, τον μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τον κρεμάμενον από δύο διχαλών ξύλων, εκεί επάνω. Ύστερον από πολλάς φωνάς, μαλώματα και επιπλήξεις του Φραγκούλα, του μπάρμπα-Δημητρού, του ψάλτου και του Παναγιώτου της Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δεν εκουράζετο να τρέχη εις όλα τα εξωκκλήσια και να κάμνη «κουμάντο», έως ου επί τέλους η Δημαρχία ηναγκάσθη να τον αναγνωρίση ως ισόβιον επίτροπον όλων των εξοχικών ναών), τα παιδία μόλις έπαυσαν οψέποτε να κρούουν τον κώδωνα, κ’ εξεκόλλησαν τέλος από την στέγην του ναΐσκου. Ο παππά-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, και ήρχισεν η Ακολουθία της Αγρυπνίας.
Ο Φραγκούλης ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην την εσπέραν, ώστε από του «Ελέησόν με ο Θεός», της αρχής του Αποδείπνου μέχρι του «Είη το όνομα», εις το τέλος της λειτουργίας, όπου η παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος –όλα τα έψαλλε και τα απήγγειλε μόνος του, από του δεξιού χορού, μόλις επιτρέπων εις τον κυρ – Δημητρόν τον κάτοχον του αριστερού χορού να λέγει κι’ αυτός από κανένα τροπαράκι, διά να ξενυστάξη. Έψαλε το «Θεαρχίω νεύματι» και εις τους οκτώ ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κυρ – Δημητρός, «δεν εύρισκεν εύκολα τον ήχον». Εις το τέλος του Εσπερινού, μοναχός του εδιάβασε το Συναξάρι, και, χωρίς να πάρη ανασασμόν, μοναχός του πάλιν άρχισε τον εξάψαλμον. Έψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς και Προκείμενα, είτα όλον το «Πεποικιλμένη» έως το «Συνέστειλε χορός», και όλον το «Ανοίξω το στόμα μου», έως το «Δέχου παρ’ ημών». Είτα έψαλε Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας και Μετάληψιν, προς χάριν όλων των ητοιμασμένων διά την θείαν Κοινωνίαν, και εις την λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, το Χερουβικόν, το «Αι γενεαί πάσαι», το Κοθινωνικόν κ.τ.λ.
Όλα αυτά τα ενθυμείτο ακόμη, ως να ήταν χθες, ο γερο-Φραγκούλας, και είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη και μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τα οποία συνέβησαν εις την Λιτήν, μικρόν προ του μεσονυκτίου, κατά την έξοδον της ιεράς εικόνος εις την ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχον κολλήσει πολλά και χονδρά; κηρία, τα πλείστα έργα αυτών των ιδίων χειρομάλακτα, τα δε κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας και περικοκλάδας από τον Παναγιώτην της Αντωνίτσας, τον πρόθυμον εις την υπηρεσίαν της ιεράς πανηγύρεως, είχον λαμπαδιάσει, εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε να πάρη φωτιά το φελόνι του παππά, είτα και το γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης της Αντωνίτσας, μη ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τας ογκώδεις δέσμας των φλεγόντων κηρίων, τας έφερε κάτω εις το έδαφος κ’ επάτει δυνατά με τα τσαρούχια του, διά να τα σβύση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον να μη πατή τα κηρία, γιατί είναι κρίμα.
Τότε εις των παρεστώτων υιός πλουσίου του τόπου, από εκείνους οίτινες είς το ύστερον κατέστησαν δανεισταί του Φραγκούλα –και όστις ελέγετο ότι εις τας εκλογάς εμελέτα να βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος-, ηκούσθη να λέγη ότι πρέπει να μάθουν να κάμνουν «οικονομία, οικονομία στα κηρία!... η νύχτα μεγαλώνει... ισημερία τώρα κοντεύει... έχει νύκτα...»
Αλλ’ αι γυναίκες, ενώ είξευραν καλλίτερα από εκείνον όλας τας οικονομίας του κόσμου, δεν εννιούσαν τι θα πη «οικονομία στα κηρία» αφού άπαξ είναι αγορασμένα και πληρωμένα και είναι μελετημένα και ταμένα εξ άπαντος να καούν διά την χάριν της Παναγίας. Μία απ’αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι’ εν θαύμα, το οποίον είχεν ακούσει από το συναξάρι του Αγίου Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις την Σαλονίκην, επέπληξεν αυστηρώς τον νεωκόρον, έχοντα την μανίαν να σβύνη μισοκαμμένα τα κηρία –και η γερόντισσα ήρχισε να το διηγήται χθαμαλή τη φωνή εις την πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες να καούν τα κηρία όσα προσφέρουν οι Χριστιανοί και μη αμαρτάνης...»
Την ίδίαν ώραν συνέβη και τούτο. Ενώ ο παππάς απήγγελε τας μακράς αιτήσεις της Λιτής, επισυνάπτων και τα ονόματα όλα ζωντανά και πεθαμένα, όσα του είχον υπαγορεύσει αφ’ εσπέρας αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως το τριπλούν «Κύριε Ελέησον» με την χονδρήν φωνήν του, και με όλον το πάθος της ψαλτικής του. Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις εφαίνετο να είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο Φραγκούλας εν τη ψαλτομανία του δεν επέτρεπε να πη κ’ εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι, άμα ήρχιζεν ο Δημητρός το δικό του, ο Φραγκούλας με την γερήν κεφαλικήν φωνήν του, εκθύμως συνέψαλλε, του ήρπαζε την πρωτοφωνίαν, και υπέτασσε κ’ εκάλυπτε την ασθενή και τερετίζουσαν φωνήν εκείνου) έλαβε το θάρρος να κάμη παρατήρησιν.
- Πειο σιγά, πειο ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα να λες το «Κύριε ελέησον», γιατί δεν ακούονται τα ονόματα, και θέλουν αι γυναίκες να τ’ ακούνε.
Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν να λέγωνται εκφώνως τα ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τον παππάν να γράψη. Εννοούσαν να τ’ ακούη κι’ ο Θεός, κι’ η Παναγία, κι όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν’ ακούση «τα δικά της τα ονόματα», και να τ’ αναγνωρίση, καθώς απηγγέλοντο αραδιαστά. Άλλως θα είχαν παράπονα κατα του παππά, κι’ ο παππάς αν ήθελε να φάη κι’ άλλοτε, εις το μέλλον, προσφορές, ώφειλε να τα έχη καλά με τις ενορίτισσαις.
Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος του Φραγκούλα, ούσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον εις τον πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά να φθάση εις το ους του, και του λέγει κρυφά:
- Πατέρα, άφησε και τον μπαρμπα – Δημητρό να ψάλλη «Κύριε ελέησον!!»
Τούτο ήτο ως έμπνευσις και βοήθημα διά τον Φραγκούλην. Επειδή ούτος δεν ήθελε φανερά να υπακούση εις την σχεδόν αυθάδη παραίνεσιν του Δημητρού, και πάλιν δεν ήθελε να δείξη ότι εθύμωσεν, εστράφη προς τον καλόν γέροντα και του λέγη:
- Πε, Δημητρό, σαράντα φορές το «Κύριε ελέησον».
Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις αν και είχε γηράσει, δεν είχε μάθει ακόμη καλά τα τυπικά, και δεν είξευρεν ακριβώς πότε κατά την Λιτήν το Κύριε ελέησον λέγεται τρις και... πότε τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι να το ψάλλη σαράντα φορές, ώστε ο παππάς εβιάσθη ν’ απαγγείλη ραγδαίως και αθρόα τα τελευταία ονόματα, και διά να είναι σύμφωνος με τον ψάλτην, ήρχισε προ της ώρας να λέγη: «... υπέρ του διαφυλαχθήναι, από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας» και τα εξής.
Τέλος μετά την λειτουργίαν ο παππάς, ο Φραγκούλας και η οικογένειά του και ολίγοι φίλοι εκάθισαν κ’ έφαγαν ομού και ηυφράνθησαν, και την εσπέραν ο Φραγκούλας επανήρχετο ειρηνικώς και με αγάπην, μετά της συζύγου και των τέκνων του υπό την οικιακήν στέγην…..
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου ( Απόσπασμα )

7 Αυγ 2012

Καλή Παναγιά !


Στο μισοσκόταδο της γωνιάς δίπλα στο προσκυνητάρι της Αγίας του Θεού στέκεται όρθιος και σιγοψέλνει την μικρή παράκληση και θρηνεί και στενάζει …με τα μάτια κλειστά και την ζέστη του Αυγούστου να αγκαλιάζει την ελπίδα την άσβεστη πως αυτή η ψιθυριστή φωνή θα φτάσει στον Φιλάνθρωπο Θεό. Και έπειτα θα γονατίσει να νοιώσει την Αναστημένη χαρά των θλιβομένων να περνά σαν δροσερό αεράκι απ το πλάι ,ταχυνή βοήθεια …να αισθανθεί εκείνο το νεύμα το ποθούμενο, να σιγουρευτεί πως δεν θα παραβλεφθούν οι μέσα του κλαυθμοί και τα δάκρυα κι οι στεναγμοί …
Και έπειτα θα σηκωθεί . Θα προσκυνήσει με αγάπη εύλαλη Αυτήν που γέννησε το προαιώνιο το Φως και αμέτρητες φορές θα πει σε όποιον συναντήσουν τα υγρά του μάτια , αυτήν την ευχή που δεν την χορταίνει η ψυχή του : Καλή Παναγιά ! Σε λίγο ξημερώνει το δικό Της Πάσχα...
(νώντας σκοπετέας /Εν τω φωτί Σου οψόμεθα Φως)