ΚΑΙ ΠΑΛΙ, αγαπητοί μου, ή αγία μας Εκκλησία εορτάζει και πανηγυρίζει την εορτή των κορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για αυτούς. είναι άξιοι κάθε ευγνωμοσύνης.
Από τότε πού άφησαν την τελευταία τους πνοή έχουν περάσει αιώνες. Μέσα στο μακρό αυτό διάστημα πόσα δεν συνέβησαν, πόσα συστήματα και Ιδέες δεν άλλαξαν! Βασιλείς, αυτοκράτορες, στρατηγοί πέρασαν, και σήμερα τ' όνομα τους έχει λησμονηθεί. Σκόνη έγιναν τα σώματα τους. Όμως του Πέτρου του ψαρά και του Παύλου του σκηνοποιού τα ονόματα εξακολουθούν να συγκινούν τον χριστιανικό κόσμο. Γιατί; Διότι υπήρξαν ευεργέτες όλων.
Ευεργέτες; Ναι, ευεργέτες. Υποθέστε ότι ένας ξένος έρχεται στο μέρος σας, φωνάζει τον πρόεδρο της κοινότητος και του λέει• Επειδή αγάπησα τον τόπο, σας δωρίζω χίλιες λίρες. Όλοι τότε, μικροί και μεγάλοι, θα πουν Μπράβο, μεγάλη ευεργεσία! Θα τον τιμήσουν, θ' ανοίξουν τα σπίτια να τον υποδεχθούν, θα βάλουν τη φωτογραφία του στο γραφείο της κοινότητος, θα τον ανακηρύξουν μεγάλο ευεργέτη τους. Όποιος κάνει το καλό ονομάζεται ευεργέτης. Άλλα οι απόστολοι, θα ρωτήσετε, τι καλό έκαναν στον κόσμο; Προσέφεραν λεπτά ό Πέτρος και ό Παύλος; Πού να τα βρουν! Φτωχός ψαράς ό ένας, φτωχός σκηνοποιός ό άλλος. Λεφτά δεν είχαν, πορτοφόλι δεν είχαν, κτήματα δεν είχαν, σπίτι δεν είχαν. Φτωχοί και οι δυο σαν το Χριστό. Αφού λοιπόν δεν έδωσαν χρήματα, θα πει κάποιος, δεν έκαναν τίποτα σπουδαίο. Λάθος κάνεις, κύριε. Μπορεί να 'χεις του κόσμου τα χρήματα, και καλό να μην κάνης. Δεν κάνει κανείς καλό με τα λεφτά μόνο - όχι! Τα λεφτά, ως επί το πλείστον, είναι κατάρα, χολέρα της ανθρωπότητας. Οι απόστολοι δεν είχαν λεφτά. Αν έψαχνες τον Πέτρο και τον Παύλο, μια δραχμή δεν θα εύρισκες πάνω τους. Είχαν όμως κάτι πού αξίζει παραπάνω από τα λεφτά είχαν την αλήθεια της πίστεως και προσέφεραν τα λόγια του Θεού.
Πολλές φορές ένας καλός λόγος σώζει ένα σπίτι, ενώ μια κακή συμβουλή διαλύει ένα αντρόγυνο. Πολλές φορές ένας καλός λόγος σφάζει τον κόσμο, ενώ ένας κακός λόγος βάζει φωτιά σ' ένα χωριό και διαλύει τον κόσμο. Δεν είναι λοιπόν μόνο τα λεφτά. Παραπάνω από τα λεφτά είναι ή διδασκαλία της αληθείας, ό λόγος του Θεού, το κήρυγμα του ευαγγελίου. Αυτά τα λόγια του Χριστού σκόρπισαν στον κόσμο οι άγιοι αυτοί απόστολοι, και για αυτό είναι μεγάλοι ευεργέτες.
Για να συνειδητοποιήσουμε την ευεργεσία τους, πρέπει ν' αναλογισθούμε τι ήταν ό κόσμος όταν αυτοί βγήκαν στο κήρυγμα, πώς ήταν ό κόσμος προτού να 'ρθη ό Χριστός. Ανοίξτε τα βιβλία και διαβάστε. τι πίστευαν οι προγονοί μας; Ό αρχαίος κόσμος ζούσε στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας. τι θα πει ειδωλολατρία; Δεν πίστευαν στον αληθινό Θεό• πίστευαν στα είδωλα, στους ψεύτικους θεούς, δηλαδή στα κτίσματα. Βλέπανε παραδείγματος χάριν το ποτάμι να φουσκώνει και να κάνη πλημμύρα, και έλεγαν Το ποτάμι είναι Θεός!
Βλέπανε τη θάλασσα ν' αφρίζει με άγρια κύματα;
—Ή θάλασσα είναι Θεός. Άκουγαν τη νύχτα το λιοντάρι να μουγκρίζει;
—Το λιοντάρι είναι Θεός. Θεός το ποτάμι, ή θάλασσα, τα λιοντάρια, τα φίδια, τα ζώα. Θεός ακόμη - τι;
Απίστευτο• Θεός τα σκόρδα, τα κρεμμύδια! Θεός τα ποντίκια, οι γάτες! Μέχρι αυτού του σημείου είχε καταπέσει ό κόσμος. Αφάνταστα πράγματα... Και μόνο αυτά; Οί ειδωλολάτρες πολλές φορές υποχρέωναν ορισμένες οικογένειες το χρόνο να κάνουν - τι; Να θυσιάσουν τα αθώα παιδιά τους! Τα 'παιρναν οι μανάδες στην αγκαλιά, τα πήγαιναν στους ναούς, κ' εκεί οι Ιερείς των ειδώλων τα έσφαζαν με μαχαίρι σαν αρνιά. Αυτά συνέβαιναν τότε. Ή γυναίκα ήταν ένα σκουπίδι, τα παιδιά περιφρονημένα, οι άντρες άγρια θηρία. Ή ανθρωπότης στο σκοτάδι. Οι δαίμονες κυριαρχούσαν στον κόσμο.
Ποιος έδιωξε τα δαιμόνια; Ποιος ημέρωσε τον άντρα; Ποιος πήρε τη γυναίκα και την ύψωσε ψηλά; Ποιος πήρε το παιδί, το αγκάλιασε με αληθινή στοργή και το έκανε παιδί του Θεού; Ποιος έκανε το καλό αυτό στον κόσμο; Οι απόστολοι!
Πώς έκαναν την ευεργεσία αυτή οι απόστολοι; Ξεκίνησαν παίρνοντας τα λόγια του Χρίστου και τα σκόρπισαν σ' όλη τη γη. Και που δεν πήγαν. Όπως ό γεωργός παίρνει στις φούχτες το σπόρο και τον σκορπάει δεξιά κι αριστερά, άνω και κάτω, και δεν αφήνει καμιά γωνιά του χωραφιού του χωρίς να τη σπείρει, έτσι και οί σποριάδες αυτοί, οί απόστολοι, πήραν στα χέρια το σπόρο του ουρανού και τον έσπειραν σ' όλη την οικουμένη.
Και οί πρώτοι πού πίστεψαν —το βεβαιώνει ή ιστορία— είναι οί Έλληνες. Το λέει ή αγία Γραφή εις μνημόσυνο αίώνιον της φυλής μας (6λ. Πράξ. 16,11 κ.έ.). Έξω από την Καβάλα ήταν τότε μια πόλις με 300.000 κόσμο πού λεγόταν Φίλιπποι. Σώζονται ακόμη ερείπια, σώζεται και ή φυλακή όπου είχαν φυλακίσει τον απόστολο Παύλο. Εκεί λοιπόν, στο ποταμάκι πού τρέχει έξω από τους Φιλίππους, βαπτίσθηκαν οί πρώτοι Χριστιανοί της Ευρώπης. Κατόπιν ό Παύλος από την Καβάλα πήγε στη Θεσσαλονίκη, στη Βέροια, στη Νάουσα, στην Κατερίνη, στην Αθήνα, στην Κόρινθο, στην Πρέβεζα, στην Κύπρο, στην Κρήτη. Μπορεί αυτό να ενοχλεί κάποιους, αλλά πρέπει να σβήσουμε και να κάψουμε την αγία Γραφή για να διαγραφούν ή τιμή και ή δόξα πού ανήκουν στην πατρίδα μας• οί Έλληνες πρώτοι πίστεψαν στο Χριστό δια του κηρύγματος του αποστόλου Παύλου.
Έπειτα ό Πέτρος. Όπως ό αετός πετάει με τα χρυσά του φτερά, έτσι και αυτός πέταξε και έφθασε μέχρι τη 'Ρώμη. Εκεί κήρυξε και εκεί σταυρώθηκε για το Χριστό.
Οί απόστολοι Πέτρος και Παύλος πέταξαν παντού και κήρυξαν το ευαγγέλιο του Χριστού. Για αυτό αυτοί οί δυο είναι μεγάλοι ευεργέτες του κόσμου. Μέρες και νύχτες, από χωριό σε χωριό, από λαγκαδιά σε λαγκαδιά, από θάλασσα σε θάλασσα, από φυλακή σε φυλακή, από μαρτύριο σε μαρτύριο, έως ότου άφησαν την τελευταία τους πνοή.
Αυτούς τους ευεργέτες τιμούμε σήμερα. Και πρέπει να τους δείχνουμε ευγνωμοσύνη και αγάπη με κάθε τρόπο. Πώς μπορούμε να τους δείξουμε την αγάπη μας; Όχι μόνο με λόγια. Όχι να τους Θυμούμεθα μια φορά το χρόνο, στην εορτή τους, έτσι τυπικά. Πρέπει οί απόστολοι να μπουν στο σπίτι μας. Πώς θα μπουν στο σπίτι μας; Ό Παύλος έγραψε δεκατέσσερις επιστολές και ό Πέτρος δύο καθολικές. Τα λόγια τους είναι αθάνατα. Αν πάτε στη Μόσχα, παρ' όλο πού ήταν άθεο το κράτος, έξω άπ' το Κρεμλίνο είχαν γράψει σε ταμπέλα με ρωσικά γράμματα τα λόγια του Παύλου «Όποιος δεν θέλει να δουλεύει, να μην τρώει» (Β' Θεό. 3,10). τι είναι το Ευαγγέλιο! βόμβα ατομική είναι, ήλιος είναι, ψωμί είναι, νερό είναι, σίδερο και ξίφος είναι!
Λοιπόν, είσαι πατέρας; στο σπιτάκι σου άνοιξε την αγία Γραφή, μελέτησε τα λόγια των αποστόλων. Πετάξτε από τα σπίτια σας την τηλεόραση! Αυτό στην Αμερική το κατάλαβαν και μεγάλοι επιστήμονες ρίχνουν το σύνθημα• «Έξω από τα σπίτια οί τηλεοράσεις!». Προφήτευσε γι' αυτό ό άγιος Κοσμάς ό Αιτωλός πριν διακόσα χρόνια και είπε• Όταν θα πλησιάζη το τέλος, θα προηγηθούν δύο πράγματα• θα δείτε τις γυναίκες γυμνές στο δρόμο και θα βγει ένα κουτί πού θα τρελάνει τον κόσμο. Ήρθε το κουτί και τρέλανε μικρούς και μεγάλους• μπήκε ό διάβολος στο σπίτι.
Αδέρφια μου, σας μιλώ με πόνο. Πετάξτε τηλεοράσεις και ράδια! Ψευτιές και κακοήθειες μεταδίδουν. Θα καταστραφούν τα παιδιά σας, θα διαφθαρεί όλη ή κοινωνία. Σάς συνιστώ ανοίξετε ένα ράδιο και μια τηλεόραση. 'Ράδιο είναι το Ευαγγέλιο, τηλεόρασης είναι ό απόστολος Πέτρος και ό απόστολος Παύλος. Γονείς και παιδιά, μικροί μεγάλοι, ανοίξτε το Ευαγγέλιο! Διαβάστε το πρωί. Και το βράδυ, αντί να κάθεστε ώρες στην τηλεόραση, ανοίξτε τις επιστολές και διαβάστε τα λόγια του Παύλου και του Πέτρου. Και να είστε βέβαιοι, ότι τα λόγια αυτά σώζουν τον άνθρωπο, αυτά είναι ό λυτρωμός του κόσμου.
Έξω από το Ευαγγέλιο, έξω από την Εκκλησία, μακριά από το Θεό, δεν υπάρχει σωτηρία.
Κι αν εμείς το Χριστό τον αρνηθούμε, και οί πέτρες πού πατούμε θα φωνάξουν «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός' αμήν» (Φιλ. 2,11 και θ. Λειτ.).
επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης
Πολλές φορές ένας καλός λόγος σώζει ένα σπίτι, ενώ μια κακή συμβουλή διαλύει ένα αντρόγυνο. Πολλές φορές ένας καλός λόγος σφάζει τον κόσμο, ενώ ένας κακός λόγος βάζει φωτιά σ' ένα χωριό και διαλύει τον κόσμο. Δεν είναι λοιπόν μόνο τα λεφτά. Παραπάνω από τα λεφτά είναι ή διδασκαλία της αληθείας, ό λόγος του Θεού, το κήρυγμα του ευαγγελίου. Αυτά τα λόγια του Χριστού σκόρπισαν στον κόσμο οι άγιοι αυτοί απόστολοι, και για αυτό είναι μεγάλοι ευεργέτες.
Για να συνειδητοποιήσουμε την ευεργεσία τους, πρέπει ν' αναλογισθούμε τι ήταν ό κόσμος όταν αυτοί βγήκαν στο κήρυγμα, πώς ήταν ό κόσμος προτού να 'ρθη ό Χριστός. Ανοίξτε τα βιβλία και διαβάστε. τι πίστευαν οι προγονοί μας; Ό αρχαίος κόσμος ζούσε στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας. τι θα πει ειδωλολατρία; Δεν πίστευαν στον αληθινό Θεό• πίστευαν στα είδωλα, στους ψεύτικους θεούς, δηλαδή στα κτίσματα. Βλέπανε παραδείγματος χάριν το ποτάμι να φουσκώνει και να κάνη πλημμύρα, και έλεγαν Το ποτάμι είναι Θεός!
Βλέπανε τη θάλασσα ν' αφρίζει με άγρια κύματα;
—Ή θάλασσα είναι Θεός. Άκουγαν τη νύχτα το λιοντάρι να μουγκρίζει;
—Το λιοντάρι είναι Θεός. Θεός το ποτάμι, ή θάλασσα, τα λιοντάρια, τα φίδια, τα ζώα. Θεός ακόμη - τι;
Απίστευτο• Θεός τα σκόρδα, τα κρεμμύδια! Θεός τα ποντίκια, οι γάτες! Μέχρι αυτού του σημείου είχε καταπέσει ό κόσμος. Αφάνταστα πράγματα... Και μόνο αυτά; Οί ειδωλολάτρες πολλές φορές υποχρέωναν ορισμένες οικογένειες το χρόνο να κάνουν - τι; Να θυσιάσουν τα αθώα παιδιά τους! Τα 'παιρναν οι μανάδες στην αγκαλιά, τα πήγαιναν στους ναούς, κ' εκεί οι Ιερείς των ειδώλων τα έσφαζαν με μαχαίρι σαν αρνιά. Αυτά συνέβαιναν τότε. Ή γυναίκα ήταν ένα σκουπίδι, τα παιδιά περιφρονημένα, οι άντρες άγρια θηρία. Ή ανθρωπότης στο σκοτάδι. Οι δαίμονες κυριαρχούσαν στον κόσμο.
Ποιος έδιωξε τα δαιμόνια; Ποιος ημέρωσε τον άντρα; Ποιος πήρε τη γυναίκα και την ύψωσε ψηλά; Ποιος πήρε το παιδί, το αγκάλιασε με αληθινή στοργή και το έκανε παιδί του Θεού; Ποιος έκανε το καλό αυτό στον κόσμο; Οι απόστολοι!
Πώς έκαναν την ευεργεσία αυτή οι απόστολοι; Ξεκίνησαν παίρνοντας τα λόγια του Χρίστου και τα σκόρπισαν σ' όλη τη γη. Και που δεν πήγαν. Όπως ό γεωργός παίρνει στις φούχτες το σπόρο και τον σκορπάει δεξιά κι αριστερά, άνω και κάτω, και δεν αφήνει καμιά γωνιά του χωραφιού του χωρίς να τη σπείρει, έτσι και οί σποριάδες αυτοί, οί απόστολοι, πήραν στα χέρια το σπόρο του ουρανού και τον έσπειραν σ' όλη την οικουμένη.
Και οί πρώτοι πού πίστεψαν —το βεβαιώνει ή ιστορία— είναι οί Έλληνες. Το λέει ή αγία Γραφή εις μνημόσυνο αίώνιον της φυλής μας (6λ. Πράξ. 16,11 κ.έ.). Έξω από την Καβάλα ήταν τότε μια πόλις με 300.000 κόσμο πού λεγόταν Φίλιπποι. Σώζονται ακόμη ερείπια, σώζεται και ή φυλακή όπου είχαν φυλακίσει τον απόστολο Παύλο. Εκεί λοιπόν, στο ποταμάκι πού τρέχει έξω από τους Φιλίππους, βαπτίσθηκαν οί πρώτοι Χριστιανοί της Ευρώπης. Κατόπιν ό Παύλος από την Καβάλα πήγε στη Θεσσαλονίκη, στη Βέροια, στη Νάουσα, στην Κατερίνη, στην Αθήνα, στην Κόρινθο, στην Πρέβεζα, στην Κύπρο, στην Κρήτη. Μπορεί αυτό να ενοχλεί κάποιους, αλλά πρέπει να σβήσουμε και να κάψουμε την αγία Γραφή για να διαγραφούν ή τιμή και ή δόξα πού ανήκουν στην πατρίδα μας• οί Έλληνες πρώτοι πίστεψαν στο Χριστό δια του κηρύγματος του αποστόλου Παύλου.
Έπειτα ό Πέτρος. Όπως ό αετός πετάει με τα χρυσά του φτερά, έτσι και αυτός πέταξε και έφθασε μέχρι τη 'Ρώμη. Εκεί κήρυξε και εκεί σταυρώθηκε για το Χριστό.
Οί απόστολοι Πέτρος και Παύλος πέταξαν παντού και κήρυξαν το ευαγγέλιο του Χριστού. Για αυτό αυτοί οί δυο είναι μεγάλοι ευεργέτες του κόσμου. Μέρες και νύχτες, από χωριό σε χωριό, από λαγκαδιά σε λαγκαδιά, από θάλασσα σε θάλασσα, από φυλακή σε φυλακή, από μαρτύριο σε μαρτύριο, έως ότου άφησαν την τελευταία τους πνοή.
Αυτούς τους ευεργέτες τιμούμε σήμερα. Και πρέπει να τους δείχνουμε ευγνωμοσύνη και αγάπη με κάθε τρόπο. Πώς μπορούμε να τους δείξουμε την αγάπη μας; Όχι μόνο με λόγια. Όχι να τους Θυμούμεθα μια φορά το χρόνο, στην εορτή τους, έτσι τυπικά. Πρέπει οί απόστολοι να μπουν στο σπίτι μας. Πώς θα μπουν στο σπίτι μας; Ό Παύλος έγραψε δεκατέσσερις επιστολές και ό Πέτρος δύο καθολικές. Τα λόγια τους είναι αθάνατα. Αν πάτε στη Μόσχα, παρ' όλο πού ήταν άθεο το κράτος, έξω άπ' το Κρεμλίνο είχαν γράψει σε ταμπέλα με ρωσικά γράμματα τα λόγια του Παύλου «Όποιος δεν θέλει να δουλεύει, να μην τρώει» (Β' Θεό. 3,10). τι είναι το Ευαγγέλιο! βόμβα ατομική είναι, ήλιος είναι, ψωμί είναι, νερό είναι, σίδερο και ξίφος είναι!
Λοιπόν, είσαι πατέρας; στο σπιτάκι σου άνοιξε την αγία Γραφή, μελέτησε τα λόγια των αποστόλων. Πετάξτε από τα σπίτια σας την τηλεόραση! Αυτό στην Αμερική το κατάλαβαν και μεγάλοι επιστήμονες ρίχνουν το σύνθημα• «Έξω από τα σπίτια οί τηλεοράσεις!». Προφήτευσε γι' αυτό ό άγιος Κοσμάς ό Αιτωλός πριν διακόσα χρόνια και είπε• Όταν θα πλησιάζη το τέλος, θα προηγηθούν δύο πράγματα• θα δείτε τις γυναίκες γυμνές στο δρόμο και θα βγει ένα κουτί πού θα τρελάνει τον κόσμο. Ήρθε το κουτί και τρέλανε μικρούς και μεγάλους• μπήκε ό διάβολος στο σπίτι.
Αδέρφια μου, σας μιλώ με πόνο. Πετάξτε τηλεοράσεις και ράδια! Ψευτιές και κακοήθειες μεταδίδουν. Θα καταστραφούν τα παιδιά σας, θα διαφθαρεί όλη ή κοινωνία. Σάς συνιστώ ανοίξετε ένα ράδιο και μια τηλεόραση. 'Ράδιο είναι το Ευαγγέλιο, τηλεόρασης είναι ό απόστολος Πέτρος και ό απόστολος Παύλος. Γονείς και παιδιά, μικροί μεγάλοι, ανοίξτε το Ευαγγέλιο! Διαβάστε το πρωί. Και το βράδυ, αντί να κάθεστε ώρες στην τηλεόραση, ανοίξτε τις επιστολές και διαβάστε τα λόγια του Παύλου και του Πέτρου. Και να είστε βέβαιοι, ότι τα λόγια αυτά σώζουν τον άνθρωπο, αυτά είναι ό λυτρωμός του κόσμου.
Έξω από το Ευαγγέλιο, έξω από την Εκκλησία, μακριά από το Θεό, δεν υπάρχει σωτηρία.
Κι αν εμείς το Χριστό τον αρνηθούμε, και οί πέτρες πού πατούμε θα φωνάξουν «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός' αμήν» (Φιλ. 2,11 και θ. Λειτ.).
επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης

Για το λόγω αυτό, η σωτηρία του Παύλου είναι πρακτικής μορφής, και απαιτεί πίστη. Στο θέμα αυτό η ελληνική επίδραση δεν μπορεί παρά να είναι μόνο φραστική-επιφανειακή. Η Παύλεια Σωτηρία είναι απαλλαγή από την αμαρτία και επιτυγχάνεται με το βάπτισμα (Τίτ. 3:5), τη χάρη του θεού (Εφεσ. 2:5, και με την πίστη του ατόμου (Εφεσ. 2:8).Αντιθέτως, στο ελληνιστικό περιβάλλον, π.χ. ο Αντίγονος Α' ή ο Πτολεμαίος Α', εξαιτίας της σωτηρίας κάποιας πόλης, ονομάστηκαν "Σωτήρες". Το ίδιο έγινε αργότερα με Ρωμαίους ανώτατους λειτουργούς και μάλιστα με τον αυτοκράτορα που παρουσιάζεται σαν σωτήρας του κόσμου, που εισάγει μια νέα σωτήρια εποχή για όλη την ανθρωπότητα. Επίσης, με την όλο και εντονώτερη αναζήτηση της σωτηρίας από το άτομο, κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, Σωτήρες ονομάζονταν και εκείνοι που, σαν τον Επίκουρο, με τη διδασκαλία τους υπόσχονταν την εσωτερική απελευθέρωση. Όσο για τους όρους πνεύμα, ψυχή, σαρξ, ο Παύλος έδειχνε να εξαρτάται από την μετάφραση των εβδομήκοντα καθώς με τον όρο πνεύμα αποδίδει το εβραϊκό ruah, εμπλουτισμένο με τη Χριστιανική, προσωπική του πείρα. Ο Παύλος χρησιμοποιεί τον όρο "πνεύμα" για να δηλώσει το ανθρώπινο πνεύμα, αυτό που ο Έλληνας θα ονόμαζε "ψυχή". Όμως στον Παύλο (πρβλ. Α' Κορ. 15:44 εξ.) ο "ψυχικός" άνθρωπος είναι ο άνθρωπος χωρίς το Πνεύμα Θεού, ο άνθρωπος της λογικής και της φυσικής θρησκείας, σε αντίθεση με τον "πνευματικό" άνθρωπο. Αλλά και σε άλλα ζητήματα, όπως είναι το "υιός θεού", βλέπουμε πως οι ελληνιστικοί "υιοί θεού" δεν υψώθηκαν στη θεότητα μέσω της ευσέβειας και της πίστεως, ούτε από τη δύναμη της πίστης μιας κοινότητας, αλλά ανακηρύχθηκαν έτσι είτε από αυτοκρατορικά διατάγματα, είτε από δική τους αξίωση. Επίσης, στις ελληνιστικές θεότητες υπάρχει μια πλήρη μεταμόρφωση της ανθρώπινης φύσης μέσα στο Θείο ώστε τίποτε δεν απομένει από τον αρχικό άνθρωπο πέρα από την εξωτερική εμφάνιση. Στον Παύλο όμως η ανθρώπινη ύπαρξη του Χριστού τονίζεται ενάντια σε κάθε Δοκητική πεποίθηση (Ρωμ. 1:3, Α' Κορ. 15:3-4, Γαλ. 4:4, Ρωμ. 8:3-4, Α'. Τιμ. 3:16, Β' Κορ. 5:15, Τίτ. 2:14).Έτσι, ο χριστιανισμός του Παύλου έμεινε πιστός στη βιβλική ιστορική προοπτική της ιστορίας και είναι δύσκολο να συνδεθεί η διδασκαλία του με κάποιο μυστικιστικό, υπερβατικό σωτηριολογικό μύθο, όπως συμβαίνει στις Μυστηριακές Θρησκείες και στο Γνωστικισμό, όπου, μετά την απόρριψη της ιστορίας και της παράδοσης, η θρησκευτική φαντασία δούλεψε ελεύθερα μέσα στο χώρο του άγνωστου μεταφυσικού. Στον Παύλο, το υπερβατικό χριστολογικό δόγμα σχετίζεται, σε κάθε σημείο του, όχι μόνο ουσιαστικά μ' αυτό που ήταν ο ιστορικός Ιησούς αλλά και με τη συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα των χρόνων εκείνων.Έχουν γραφεί πολλές μελέτες για διατυπωθούν απόψεις περί μιας επανίδρυσης του χριστιανισμού από τον Παύλο επειδή η μεσσιανική εσχατολογία των Ευαγγελίων οδηγείται σε μια επεξεργασμένη και εξελιγμένη χριστολογία. Ο Χριστιανισμός όμως δεν μπορούσε να μείνει αδιάφορος μπροστά στην πραγματικότητα της εποχής που ήταν η καταπίεση της Ρώμης, όπως εκφράζονταν ιδίως στην αυτοκρατορική λατρεία, και στη μάταιη προσπάθεια του ιουδαϊκού επαναστατικού μεσσιανικού κινήματος να βρει διέξοδο.Το όλο ζήτημα φαίνεται να παραμένει βιβλικό και ιουδαϊκό μέχρι τέλους: στόχος είναι παντού ο νέος κόσμος του Θεού, η καινή κτίση, η κυριαρχία του Θεού πάνω στον κόσμο, η βασιλεία του Θεού. Απλώς, για την Εκκλησία, ήρθε η κατάλληλη στιγμή για να αποκαλυφθούν όσα ήταν αληθινά:
• Η θεολογία του Παύλου απαντά στην Γνωστική κοσμολογία με τη συμμετοχή του Χριστού στη δημιουργία του κόσμου. Δεν χωρίζει η δημιουργία από τη σωτηρία. Ο Σωτήρας του κόσμου είναι ο αγαθός και καλοπροαίρετος Δημιουργός και όχι ο απολυταρχικός Καίσαρας.
• Η σύνδεση της προΰπαρξης του Ιησού με μεγάλους σταθμούς στην ιστορία του Ισραήλ, εκτός των άλλων, τονίζει και τα εξής: η εμφάνιση του Ιησού Χριστού δεν είναι κάτι πρωτοφανές στην ιερή ιστορία αλλά μια πράξη που έχει σωτηριολογικά προηγούμενα στην ιστορία τού λαού του Θεού.
• Η κένωση και ταπείνωση του Χριστού ταυτίζει τον θείο κόσμο με τους καταδυναστευμένους και καταπιεσμένους. Η "εξουσία" του Χριστού δεν μοιάζει με την εξουσία του Καίσαρα αφού είναι διάκονος και βασιλεύει με τη διακονία της αγάπης
• Η επάνοδος του Χριστού εκτός άλλων θα αποτελέσει και την τελική νίκη κατά των εχθρών της ανθρωπότητας ένας από τους οποίους είναι και ο θάνατος που σε όλη την ιουδαϊκή Αποκαλυπτική φιλολογία είναι ταυτόσημος προς την καταπίεση, τα βάσανα και την απόγνωση του λαού του Θεού από τους διάφορους κατακτητές.
Η Εκκλησία δέχεται ότι δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί το υπερφυσικό από την ίδια την πορεία της. Ισχυρίζεται ότι ο απόστολος Παύλος είπε για τον Χριστό πράγματα, πέρα (και όχι αντίθετα) από τους λόγους, που ο ίδιος ο Χριστός είπε για τον εαυτό του και από όσα οι Ευαγγελιστές έγραψαν για τον Χριστό. Επίσης πιστεύει ότι για να λεχθεί κάτι γνήσιο και ορθό πέρα από τους ευαγγελικούς λόγους και πάνω από τις ανθρώπινες νοητικές δυνάμεις, είναι απαραίτητη η προσωπική μετοχή στον Χριστό. Οι διαβεβαιώσεις "ζώ δε ούκέτι έγώ, ζή δέ έν έμοί Χριστός" και "δοκώ δέ κάγώ πνεύμα Θεού έχειν" δείχνουν την πεποίθηση της Εκκλησίας ότι μόνο βιώνοντας την αλήθεια μπορεί κανείς να μιλήσει γι? αυτήν.Σχετικά με τη γλώσσα του Παύλου, ο Χριστιανισμός αποδέχεται ασφαλώς τη χρήση της εποχικής γλώσσας, ισχυρίζεται όμως ότι γίνεται με σαφή συνείδηση ότι δεν υπάρχει αναλογία ή αντιστοιχία μεταξύ του εγγενούς περιεχομένου των παραπάνω φιλοσοφικών όρων και της αλήθειας, που επιθυμούσαν με αυτούς να δηλώσουν.Για το λόγω αυτό έπρεπε να εξηγηθεί ότι η βασιλεία του Θεού δεν είναι κοσμική βασιλεία, όπως την κατανοούσαν οι Εβραίοι και οι Ρωμαίοι, ότι η μακαριότητα είναι κάτι άλλο και δεν έχει σχέση με τρίτο ή πέμπτο όροφο του ουρανού, ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από το μηδέν και ο άνθρωπος κατ' εικόνα Θεού και δεν είναι ο άνθρωπος "γένος" του Θεού, όπως το εννοούσαν οι στωικοί.Παρά τη γνωριμία του με την ελληνική παιδεία, οι ρίζες της ζωής και της σκέψεως του Παύλου παραμένουν πάντοτε εβραϊκές. Αν αντιπαραβάλλουμε τη σκέψη του με εκείνη ενός άλλου ελληνιστή Ιουδαίου, του Φίλωνα, θα δούμε πως ο τελευταίος, ενώ παραμένει ένας ευσεβής και πιστός Ιουδαίος, προβαίνει στην ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης με σχήματα πλατωνικά και μετα - πλατωνικά, τα οποία αποδέχεται ως απόλυτη αλήθεια.Ο Παύλος δεν ακολουθεί τον ίδιο δρόμο. Η όλη θρησκευτική του τοποθέτηση είναι βασικά εβραϊκή, αφού εκεί βρίσκονται πραγματικά οι ρίζες του. Από την άποψη αυτή ότι και αν γνωρίζει ή χρησιμοποιεί από τον μη ιουδαϊκό κόσμο, δεν είναι ικανό να αλλοιώσει ουσιαστικά τη θρησκευτική νοοτροπία του.Ένα γεγονός και μόνο είναι αυτό που φαίνεται να αλλοιώνει πραγματικά τη σκέψη του: η συνάντησή του με τον Ιησού Χριστό, που δεν είναι μόνο "μωρία" για τους Έλληνες, αλλά και "σκάνδαλο" για τους Ιουδαίους. Ο Παύλος κατανοείται καλύτερα μόνον ως πρωτότυπος στοχαστής, που δίνει τόσο στις εβραϊκές όσο και στις ελληνικές κατηγορίες και λέξεις νέο περιεχόμενο και σημασία, εμπνευσμένα από το γεγονός του Χριστού και την εμπειρία της Εκκλησίας. Η θεώρηση του κόσμου και της ιστορίας γίνεται πλέον από τη σκοπιά του αναστημένου Χριστού και τον οδηγεί σε μια αναθεώρηση της ελληνικής "σοφίας".



Κατόπιν, από τη Βέροια αναγκάστηκε να φύγει για την Αθήνα. Ο συγγραφέας των Πράξεων παραθέτει ομιλία του Παύλου στην Πνύκα και αναφέρει δύο ονόματα, τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη και τη Δάμαρι μεταξύ των πενιχρών καρπών της επισκέψεως αυτής. H ιεραποστολική δράση του Παύλου στην Αθήνα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιτυχία. Το αντίθετο θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς. Ο Λουκάς έχει συνείδηση των προβλημάτων που παρουσιάστηκαν εκεί και των δυσχερειών που περικλείει το θέμα Ευαγγέλιο - Ελληνισμός. Γενικά παρατηρεί, ότι οι Αθηναίοι αντιμετώπισαν τον Παύλο με σκεπτικισμό και με τη φράση "ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου". Το κήρυγμα περί της αναστάσεως των νεκρών φαίνεται να υπήρξε, κατά τον Λουκά, η κύρια πέτρα του σκανδάλου για τους Αθηναίους φιλοσόφους. Στην ομιλία του όπως παραδίδεται στις Πράξεις, ο Παύλος προσπάθησε να ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός ακροατηρίου με φιλοσοφική παιδεία, τελικά όμως, στην Αθήνα δεν ιδρύθηκε Εκκλησία.Ο επόμενος σταθμός της περιοδείας είναι η εμπορική πόλη της Κορίνθου όπου γνώρισε τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα, ένα ανδρόγυνο Εβραίων, οι οποίοι ήταν επίσης σκηνοποιοί. Είχαν φθάσει πρόσφατα στην Κόρινθο από την Ρώμη, έπειτα από ένα διάταγμα του αυτοκράτορα Κλαυδίου, με το οποίο απελάθηκαν οι Εβραίοι από την πρωτεύουσα. Στην Κόρινθο ο Παύλος παρέμεινε ενάμιση χρόνο κοντά στους Ακύλα και Πρίσκιλλα και έγραψε τις δύο επιστολές προς Θεσσαλονικείς.Στις Πράξεις αναφέρεται ένα επεισόδιο, κατά το οποίο ο Παύλος παρουσιάστηκε στον ανθύπατο Γαλλίωνα. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό για την χρονολόγηση του βίου του Παύλου, διότι βάσει μιας επιγραφής, η οποία ανακαλύφθηκε στους Δελφούς, ο Γαλλίων ανέλαβε αυτό το αξίωμα το 51 μ.Χ.Από την Κόρινθο μαζί με τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα φεύγουν για την Έφεσο, από την οποία επισκέπτεται την Καισαρεία της Παλαιστίνης και ίσως για λίγο και τα Ιεροσόλυμα, για να ξαναγυρίσει στην Αντιόχεια, όπου δεν μένει πολύ και ούτε επανέρχεται.
Για όλη την περιοδο αυτή οι Πράξεις δίνουν ελλιπείς πληροφορίες, τις οποίες τελικά αντλούμε από τις επιστολές του Παύλου. Για παράδειγμα, δεν αναφέρονται στις Πράξεις οι κίνδυνοι που πέρασε ο Παύλος και μαρτυρούνται στα Α' Κορ. 15:32 ή Β' Κορ. 1:8-10 και η σωτηρία του από βέβαιο θάνατο με την αυτοθυσία των Ακύλα και Πρίσκιλλας (Ρωμ. 16:3-4). Τα περιστατικά που περιγράφονται ("εθηριομάχησα", "το απάκριμα του θανάτου", "τον εαυτών τράχηλον υπέθηκαν") ίσως σημαίνουν σημαίνουν, μία ή και δύο φυλακίσεις του Παύλου στην Έφεσο.Αναφέρονται πάντως κάποια σημαντικά γεγονότα όπως η ύπαρξη κάποιων αιρέσεων στην Έφεσο, όπως οι αγνοούντες το Άγιο Πνεύμα πρώην οπαδοί του Ιωάννη του Βαπτιστή (Πράξ. 19:2), οι Ιουδαίοι που έκαναν εξορκισμούς στο όνομα του Ιησού (19:13), όπως και μια αναταραχή που προκλήθηκε από κάποιον αργυροχόο που λεγόταν Δημήτριος, επειδή πολλοί μεταστρέφονταν από τα κυρήγματα του Παύλου και έτσι υπήρχε κίνδυνος να μείνουν χωρίς δουλειά οι τεχνίτες που ζούσαν από τις πωλήσεις ομοιωμάτων του ναού της Άρτεμης στην Έφεσο (Πράξ. 19:23-41).Από τη δραστηριότητα του Παύλου κατά το διάστημα της περιοδείας αυτής ξεχωρίζουν οι σχέσεις του με την Εκκλησία της Κορίνθου, που προκαλούν τα επανειλημμένα του ταξίδια εκεί και την αλληλογραφία (Α και Β επιστολές προς Κορινθίους).Η αλληλογραφία του με την Κόρινθο αποκαλύπτει τις μεγάλες δυσκολίες οι οποίες μπορούσαν να ανακύψουν. Ο Παύλος είχε την πρόθεση να κηρύξει στην Τρωάδα, αλλά είχε τόση αγωνία για την Κόρινθο, ώστε έφυγε για την Μακεδονία, ελπίζοντας να συναντηθεί με τον Τίτο κατά την επιστροφή του. Τον συναντά τελικά μάλλον στους Φιλίππους καθώς εκείνος επέστρεφε φέρνοντας καλά νέα και ότι η επιστολή είχε θετικά αποτελέσματα. Με αισθήματα μεγάλης ανακούφισης ο Παύλος έγραψε την Β' επιστολή προς Κορινθίους η οποία διαπνέεται από το θέμα της συμφιλίωσης. Ένα άλλο θέμα της Β' προς Κορινθίους είναι ο έρανος για τους φτωχούς της Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ ως ένα δώρο το οποίο ο Παύλος θεωρούσε σύμβολο τής ενότητας μεταξύ των εξ Ιουδαίων και των εξ εθνών Εκκλησιών. Ήταν άλλωστε πραγματικότητα, το συνεχιζόμενο πρόβλημα που δημιουργούσε μια ομάδα η οποία υποστήριζε πως οι εξ εθνών χριστιανοί της Γαλατίας έπρεπε να περιτιμηθούν και να τηρούν τον Νόμο. Το πρόβλημα αυτό προβάλλεται στην Προς Γαλατάς Επιστολή.Από τις προϋποθέσεις και το περιεχόμενο των επιστολών προς Κορινθίους, διαφαίνεται η φύση των προβλημάτων που προκάλεσε στον εκεί Ελληνισμό το κήρυγμα του Χριστιανισμού. Η ατομοκρατία που χαρακτηρίζει τους Έλληνες στην ιστορική τους ζωή δημιουργεί προβλήματα στην ενότητα της Εκκλησίας της Κορίνθου με τις διαιρέσεις πού παρουσιάζονται εκεί. Η ροπή προς τη "γνώση" και τη "σοφία" συνδυασμένη με την ατομοκρατία υποχρεώνει τον Παύλο να τονίσει τη "μωρία του σταυρού", να αντιπαρατάξει στην ανθρωποκεντρική ελληνική σοφία τη "σοφία του Θεού" και να θέσει την αγάπη που "οικοδομεί" παραπάνω από τη γνώση που "φυσιοί".
Όλα αυτά μαζί με μια ηθική εμπνευσμένη από την ιδέα του "σώματος", στην εκκλησιολογική του σημασία, και της αναστάσεως των νεκρών απηχούν την πρώτη προσπάθεια του Χριστιανισμού να προσαρμόσει τον Ελληνισμό σε μια θρησκεία ιουδαϊκής προελεύσεως και τις δυσκολίες πού είχε η προσπάθεια αυτή.Κατά το χρονικό αυτό διάστημα και μάλιστα κατά την τρίτη επίσκεψη του Παύλου στην Κόρινθο όπου έμεινε τρεις μήνες, γράφεται και η Προς Ρωμαίους επιστολή, ένα βαθύτατα θεολογικό κείμενο, που αποκαλύπτει μεταξύ άλλων την τοποθέτηση του Παύλου στο ζήτημα της ακριβούς θέσεως των εθνικών στον κορμό του Χριστιανισμού. Από την άποψη αυτή το κείμενο ενδιαφέρει άμεσα τη σχέση Χριστιανισμού και Ελληνισμού στους πρώτους χρόνους. Ίσως ο Παύλος επεδίωκε να δημιουργήσει κάποιο έρεισμα που θα του επέτρεπε να χρησιμοποίηση τη Ρώμη ως βάση για μια εξόρμηση προς δυσμάς.Κατόπιν και ενώ είχε σκοπό να αναχωρήσει με πλοίο για την Ιερουσαλήμ, την τελευταία στιγμή αποκαλύφθηκε σχέδιο δολοφονίας του Παύλου, από τους Ιουδαίους και έτσι αποφασίσθηκε η μετάβαση στην Ιερουσαλήμ "διά Μακεδονίας" (Πράξ. 20:3). Πριν φτάσει στην Ιερουσαλήμ έμεινε μερικές ημέρες στην Καισάρεια όπου κάποιος προφήτης που λεγόταν Άγαβος, προέβλεψε τη σύλληψη του Παύλου στα Ιεροσόλυμα, όπου τελικά πήγε ο Παύλος συνοδευόμενος από χριστιανούς της Καισάρειας και έτσι έληξε η τρίτη αποστολική περιοδεία.
Τελικά, και ενώ κινδύνευε σοβαρά η ζωή του, συνελήφθη (εν μέρει για να σωθεί η ζωή του από τον όχλο καθώς ήταν Ρωμαίος πολίτης) και τελικά διασώθηκε με τον τρόπο αυτό από τη ρωμαϊκή φρουρά της πόλης. Πριν την είσοδό τους στο στρατόπεδο, ο Παύλος παρακάλεσε το χιλίαρχο να του επιτρέψει να μιλήσει στο πλήθος. Το αίτημά του έγινε δεκτό οπότε ο απόστολος αναφέρθηκε στην καταγωγή του, στον Γαμαλιήλ, στην αφοσίωσή του προς την πατρώα θρησκεία, τη μεταστροφή του και την εντολή του Χριστού να κηρύξει το ευαγγέλιο (Πράξ. 21:37 εξ.). Όμως οι Ιουδαίοι αρνούνταν να ακούσουν περισσότερα και ζητούσαν τη θανάτωσή του, οπότε ο διοικητής μετέφερε τον Παύλο στο στρατόπεδο όπου ήταν ασφαλής ώστε την επόμενη ημέρα να μεταφερθεί προ του Μεγάλου Συνεδρίου για να απολογηθεί.Μπροστά στο Συνέδριο, ο Παύλος επανέλαβε όσα είχε πει στο πλήθος την προηγούμενη ημέρα αλλά τα λεγόμενά του έφεραν αναταραχή και ο Παύλος επέστρεψε και πάλι στο στρατόπεδο.Στο μεταξύ, ο ανεψιός του Παύλου έμαθε πως υπήρχε σχέδιο εξόντωσης του αποστόλου. Έτσι οργανώθηκε η μεταφορά του και με συνοδεία ισχυρής φρουράς οδηγήθηκε στην Καισάρεια, στην έδρα του ρωμαίου Επιτρόπου της Ιουδαίας, Φήλικα (Πράξ. 23:12-35). Εκεί κρατήθηκε ο Παύλος με την εντολή όμως να του παρασχεθεί άνεση και άδεια να βλέπει τους δικούς του ανθρώπους.Τελικά έμεινε φυλακισμένος στην Καισαρεία επί 2 χρόνια, οπότε τον Φήλικα διαδέχθηκε ο Επίτροπος Φήστος (Πράξ. 24:27). Οι Ιουδαίοι προσπάθησαν να πείσουν τον Φήστο να στείλει τον Παύλο στα Ιεροσόλυμα, με την κρυφή σκέψη να τους είναι πιο εύκολο να τον εξοντώσουν. Ο Φήστος διέταξε νέα δίκη του Παύλου, όπου παραβρέθηκαν εκπρόσωποι της ιουδαϊκής ηγεσίας. Καθώς ο Παύλος κατάλαβε πως σκοπός του Φήστου ήταν να ικανοποιήσει τους Ιουδαίους, επικαλέστηκε το δικαίωμα της εφέσεως που είχε κάθε ρωμαίος πολίτης ώστε να δικασθεί στη Ρώμη.Αναχώρησε τελικά για τη Ρώμη στα τέλη του φθινοπώρου. Ένα ναυάγιο όμως ανάγκασε τους επιβάτες να παραμείνουν επί τρεις μήνες στην Μάλτα, με αποτέλεσμα να φθάσουν στη Ρώμη την άνοιξη. Τις λεπτομέρειες του ταξιδιού προς τη Ρώμη, μας δίνουν οι Πράξεις στα κεφ. 27-28. Στη Ρώμη, έμεινε με ελαφρά δεσμά επί δύο χρόνια σε κατοικία "εν ιδίω μισθώματι", με φύλαξη στρατιώτη, περιμένοντας την εκδίκαση της υποθέσεώς του. Εξακολουθούσε όμως να κυρήττει στους επισκέπτες του για τη βασιλεία του θεού "μετά πάσης παρρησίας ακωλύτως" (Πράξ. 28:30-31).Σε αυτό το σημείο τελειώνει και η διήγηση των Πράξεων, χωρίς ο Λουκάς να μας πληροφορεί για την έκβαση της φυλακίσεως του αποστόλου. Μένουν έτσι τα γεγονότα που περιγράφονται στις Ποιμαντικές επιστολές ώστε να εξαχθούν τα συμπεράσματα για το βίο του Παύλου από το τέλος των Πράξεων και μετά.

Όταν ήρθε η ώρα να αρχίσει ο Χριστός μας την δημόσια δράση Του διάλεξε τους μαθητές και συνεργάτες Του, διάλεξε τους Αποστόλους Του, που θα έστελνε στα έθνη για να κηρύξουν το Ιερό Ευαγγέλιο και να βαπτίσουν τους πιστούς στο όνομα του Πατρός και του Υιού και τυ Αγίου Πνεύματος..
Δεν διάλεξε σοφούς, ούτε πλούσιους και ισχυρούς, για να επιβάλλουν τη Θεία Διδασκαλία Του στους Λαούς της γης. Διάλεξε απλούς, άσημους, αγράμματους και ανίσχυρους συνεργάτες και σε αυτούς ανάθεσε το σπουδαίο αυτό έργο. Και αυτό γιατί η Διδασκαλία του Κυρίου, το Ιερό Ευαγγέλιο δηλαδή, είναι Θεού Σοφία και δύναμη και δεν χρειάζεται την δύναμη και τη σοφία την ανθρώπινη.
Από τους ψαράδες της Γαλιλαίας διάλεξε ο Χριστός, τους πρώτους μαθητές Του, τα αδέρφια Ανδρέα και Πέτρο, παιδιά του Ιωνά και τα επίσης αδέρφια Ιάκωβο και Ιωάννη, παιδιά του Ζεβεδαίου.
Ελάτε, ακολουθήστε με και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων, τους είπε.
Και αυτοί αμέσως άφησαν πλοιάρια, δίκτυα και άλλα σύνεργα της ψαρικής, και τον πατέρα τους ο Ιάκωβος με τον Ιωάννη και τον ακολούθησαν για να γίνουν ψαράδες που θα ψαρεύουν μέσα στο τρικυμισμένο πέλαγος του κόσμου, ανθρώπινες ψυχές, με τα πνευματικά δίχτυα που θα τους έδινε ο Χριστός, για να τις οδηγούν στο ακύμαντο και ασφαλές λιμάνι της Βασιλείας του Θεού.
Και τους τέσσερις αυτούς πρώτους μαθητές Του, τους βρήκε την ώρα που εργάζονταν και τους κάλεσε. Εργατικούς ανθρώπους διάλεξε ο Κύριος για μαθητές του, γιατί ο Θεός ευλογεί την τίμια εργασία. Και ο ίδιος εργάζεται συνεχώς και ο Χριστός εργάζονταν σαν μαραγκός στο εργαστήρι του Ιωσήφ, οι Αγιοι Απόστολοι εργάζονταν. Εργατικούς μας θέλει και μας ο Θεός και όχι οκνηρούς , γιατί η όποια τίμια εργασία δεν είναι ντροπή, αλλά αρετή, ενώ ντροπή και αμαρτία είναι η τεμπελιά.
Εντύπωση μας κάνει η υπακοή και η αποφασιστικότητα των τεσσάρων ψαράδων της θάλασσας της Γαλιλαίας στην πρόσκληση του Κυρίου, να τον ακολουθήσουν και να γίνουν ψαράδες ανθρώπινων ψυχών. 
Από την στιγμή της βάπτισής μας είμαστε καλεσμένοι από τον Χριστό να τον ακολουθήσουμε, να τηρήσουμε τις εντολές Του, να εφαρμόσουμε αυτά που μας διδάσκει η Εκκλησία στην καθημερινή μας ζωή. Γιατί όταν μας μιλάει ο Ιερέας και μας συμβουλεύει, όταν κηρύττει τον λόγο του Θεού και μας γνωρίζει ποιος είναι ο δρόμος της Σωτηρίας ή όταν μελετούμε τον Θείο Λόγο, είναι σαν να μας μιλάει ο ίδιος ο Χριστός, που μας καλεί να τον ακολουθήσουμε, να μιμηθούμε την άγια ζωή Του.
Ποια στάση παίρνουμε στο κάλεσμα αυτό του Κυρίου;
Θα ανταποκριθούμε θετικά σαν χριστιανοί στην κλήση του Χριστού ή θα την αγνοήσουμε λέγοντάς Του έχε με παρατημένον;

Σε μια του περιοδεία, αναφέρεται από την παράδοση, πως ο άγιος μας πήγε και στην Κύπρο . Το καράβι, που τον μετέφερε στην Αντιόχεια από την Ιόππη, λίγο πριν προσπεράσουν το γνωστό ακρωτήρι του αποστόλου Ανδρέα και τα νησιά, που είναι γνωστά με το όνομα Κλείδες, αναγκάστηκε να σταματήσει εκεί σ' ένα μικρό λιμανάκι, γιατί κόπασε ο άνεμος. Τις μέρες αυτές της νηνεμίας τους έλειψε και το νερό. Ένα πρωί, που ο πλοίαρχος βγήκε στο νησί κι έψαχνε να βρει νερό, πήρε μαζί του και τον απόστολο. Δυστυχώς πουθενά νερό. Κάποια στιγμή, που έφτασαν στη μέση των δύο εκκλησιών, που υπάρχουν σήμερα, της παλαιάς και της καινούργιας, που 'ναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ο άγιος γονάτισε μπροστά σ' ένα κατάξερο βράχο και προσευχήθηκε να στείλει ο Θεός νερό. Ποθούσε το θαύμα, για να πιστέψουν όσοι ήταν εκεί στον Χριστό. Ύστερα σηκώθηκε, σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον βράχο και το θαύμα έγινε. Από τη ρίζα του βράχου βγήκε αμέσως μπόλικο νερό, που τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ' ένα λάκκο της παλαιάς εκκλησίας κι απ' εκεί προχωρεί και βγαίνει από μια βρύση κοντά στη θάλασσα. Είναι το γνωστό αγίασμα. Το ευλογημένο νερό, που τόσους ξεδίψασε, μα και τόσους άλλους, μυριάδες ολόκληρες, που το πήραν με πίστη δρόσισε και παρηγόρησε. Και πρώτα-πρώτα το τυφλό παιδί του καπετάνιου.
Ήταν κι αυτό ένα από τα πρόσωπα του καραβιού που μετέφερε ο πατέρας. Γεννήθηκε τυφλό και μεγάλωσε μέσα σε ένα συνεχές σκοτάδι. Ποτέ του δεν είδε το φως. Δένδρα, φυτά, ζώα αγωνιζόταν να τα γνωρίσει με το ψαχούλεμα. Εκείνη την ήμερα, όταν οι ναύτες γύρισαν με τα ασκιά γεμάτα νερό κι εξήγησαν τον τρόπο που το βρήκαν στο νησί, ένα φως γλυκιάς ελπίδας άναψε στην καρδιά του δύστυχου παιδιού.
Μήπως το νερό αυτό, σκέφτηκε, που βγήκε από τον ξηρό βράχο ύστερα απ' την προσευχή του παράξενου εκείνου συνεπιβάτη τους, θα μπορούσε να χαρίσει και σ' αυτόν το φως του που ποθούσε; Αφού με θαυμαστό τρόπο βγήκε, θαύματα θα μπορούσε και να προσφέρει. Με τούτη την πίστη και τη βαθιά ελπίδα ζήτησε και το παιδί λίγο νερό. Διψούσε. Καιγόταν απ' τη δίψα. Ο απόστολος, που ήταν εκεί, έσπευσε κι έδωσε στο παιδί ένα ποτήρι γεμάτο από το δροσερό νερό. Όμως το παιδί προτίμησε, αντί να δροσίσει με το νερό τα χείλη του, να πλύνει πρώτα το πρόσωπο του. Και ώ του θαύματος! Μόλις το δροσερό νερό άγγιξε τους βολβούς των ματιών του παιδιού, το χρόνιο σκοτάδι άρχισε να διαλύεται. Κι ένα φώς, ιλαρό φώς, άρχισε να λούζει τα γύρω πράγματα...
— Πατέρα, πατέρα, άρχισε να φωνάζει το παίδι πότε ψαχουλεύοντας και πότε τρέχοντας να βρει τον πατέρα. Κι ο καπετάνιος που τρόμαξε απ' τις φωνές του παιδιού τρέχει κι αυτός προς το μέρος που ακουόταν η φωνή. Στο αντίκρυσμα του παιδιού του σταμάτησε, έσκυψε κι άνοιξε την αγκαλιά του.
— «Παιδί μου, τι σου συμβαίνει»; ρώτησε με τρόμο ο πατέρας.
— «Βλέπω! Πατέρα μου, βλέπω! Για κοίτα με, βλέπω τη θάλασσα, τους ανθρώπους, τα πανιά του καραβιού μας που φουσκώνουν. Πατέρα, το ευλογημένο νερό που μου έδωκε εκείνος ο παππούλης, για να πιώ και να πλυθώ, αυτό μου χάρισε ό,τι ποθούσαμε. Το φως μου, πατέρα...»
Ύστερα από μικρή διακοπή που πέρασε μέσα σε δάκρυα κι αναφυλλητά ευγνωμοσύνης ο καπετάνιος σηκώθηκε κι είπε:
— «Παιδί μου, πάμε να βρούμε τον παππούλη που λες, για να τον ευχαριστήσουμε για ό,τι μας χάρισε!».
— «Όχι εμένα, είπε ο απόστολος που πλησίασε. Τον Χριστό να ευχαριστήσουμε όλοι. Αυτός μας έδωκε το νερό. Αυτός γιάτρεψε και το παιδί. Αυτός είναι ο αληθινός Θεός, που έγινε άνθρωπος κι ήρθε στον κόσμο για να μας σώσει!»




Στή μνήμη του μεγάλου αποστόλου ας κλίνει τακτικά με ευλάβεια το γόνυ της ψυχής κάθε Ελληνική καρδιά. Είναι ένας απ' τους αποστόλους που αγάπησαν την πατρίδα μας κι αγωνίστηκαν να της μεταδώσουν το ανέσπερο φως του Χριστού. Το μήνυμα του δε «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» ας γίνει και για μας σύνθημα ζωής.
«Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» φωνάζει και σ' εμάς ο Πρωτόκλητος μαθητής. Ο Χριστός ήταν και είναι ο μοναδικός Σωτήρας και Λυτρωτής των ανθρώπων. Έτσι τον γνωρίσαμε εμείς. Έτσι θα τον γνωρίσετε κι εσείς, αν τον αναγνωρίσετε Αρχηγό και Κύριο σας κι αν βάλετε το θέλημα και τον νόμο του οδηγό στη ζωή σας. Ναί! αν βάλετε το άγιο θέλημα και τον νόμο του οδηγό και σύντροφο στη ζωή σας. Γιατί ο Χριστός ήταν κι είναι «χθες και σήμερον ο Αυτός και εις τους αιώνας». Το σωστικό αυτό μήνυμα ας αγκαλιάσουμε με πίστη φλογερή όλοι ανεξαίρετα όσοι ποθούμε να δούμε στον μαρτυρικό αυτό τόπο καλύτερες μέρες. Ό,τι γκρεμίζει η αμαρτία ανορθώνει και ξαναφτιάχνει μόνο μια ειλικρινής μετάνοια. Με μια γνήσια μετάνοια και συντριβή ψυχής ας καταφύγουμε και πάλι όλοι στον Σωτήρα Χριστό κι ας του ζητήσουμε να συγχωρήσει κι εμάς όπως κάποτε τους Νινευίτες και να μας ξαναδώσει τη λευτεριά μας. Και θα μας ακούσει ο Κύριος. Οπωσδήποτε θα μας ακούσει. Μας το βεβαιώνει με τα άγια λόγια Του: «Επικάλεσαί με, μας λέγει, εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με». Παιδί μου, όπου και να 'σαι, φώναξε με στον πόνο σου. Και εγώ θα σε ακούσω ....