«Για
τη δική μου αδυναμία, τη λύπη που έχω, πώς τολμώ να παραπονιέμαι στον Θεό που
πήρε το δικό μου άνθρωπο, στην καλύτερη πνευματική κατάσταση που μπορούσε να
φτάσει και στη μόνη ευκαιρία που είχε για να σωθεί; Τολμώ να βάζω τα
συναισθήματά μου, πάνω από το γεγονός της σωτηρίας του ανθρώπου που
"δήθεν" αγαπώ; Και αν δεν ισχύει το "δήθεν" τότε γιατί
συνεχίζω να παραπονιέμαι; Δοξολόγα τον Θεό που εισάκουσε τις προσευχές σου και
έσωσε το δικό σου άνθρωπο, χαρίζοντάς του τον παράδεισο, τον παράδεισο τον
οποίο αν δεν επέτρεπε το δυσάρεστο (για σένα, όχι πλέον γι' αυτόν) γεγονός δεν
θα αποκτούσε ποτέ. Καθήκον σου να προσεύχεσαι γι' αυτόν που λες πως αγαπάς,
γιατί αν κάνεις τον πολύτιμο χρόνο γι' αυτόν, που έχεις (για να προσευχηθείς
υπέρ αυτού) για να συλλογίζεσαι και να λυπάσαι μόνο, τότε (έστω και) καθιστάς
εμμέσως τον Θεό υπαίτιο για τη λύπη σου, ενώ είναι υπαίτιος για τη σωτηρία του.
Και αυτή είναι η αλήθεια που ο εγωισμός σου τη θολώνει, υποτιμώντας την πρόνοια
Του. Έτσι το γεγονός της σωτηρίας του αγαπημένου σου, γίνεται αιτία από εσένα
και την ανθρώπινη, χωρίς πνευματικότητα συναισθηματικότητά σου, να
αμφισβητείται η πρόνοια του Θεού. Έτσι με την έκφραση σου κατά του Θεού, όχι
μόνο δεν μακαρίζεις, αλλά μαγαρίζεις το όνομά Του. Όχι μόνο δεν Τον αναπαύεις
αλλά Τον μαγαρίζεις απέναντι στον Πανάγαθο (χωρίς να φταίει Ο Θεός). Τελικά τί
είναι συμφέρον για την αγάπη του προσώπου που αγαπάς; Να θυσιάσεις χρόνο από τη
ζωή σου για να προσεύχεσαι υπέρ του, ή απλά να παραπονιέσαι που ο εαυτός σου
έχασε τη συναισθηματική του ηρεμία με το χαμό του αγαπημένου σου; Τελικά τον
αγαπάς αυτόν ή αγαπάς περισσότερο τη συναισθηματική σου κατάσταση που θα είχες
εάν ζούσε;» (Κυπριανός Παπαϊωάννου)
Το
έχουμε σκεφτεί τόσες φορές αυτό το …σενάριο, για το δικό μας σχέδιο σωτηρίας…Και
αν επιτρέψει ο Θεός, ο δικός μου άνθρωπος να φύγει νέος, από ασθένεια, από
κάποιο ατύχημα, από δόλιο χέρι δαιμονοκίνητο..Το παιδί μου, το σπλάχνο μου, ο
άνθρωπός μου…Δεν μπορέσαμε ποτέ να γράψουμε έστω και κατ’ επίφαση, μια τέτοια
σκέψη δοξολογική σαν του Κυπριανού μας την διδαχή. Το πάντων ένεκεν του Ιερού
Χρυσοστόμου, των χειλέων μόνο, πάντοτε ωραία φτιασιδωμένο και ειπωμένο σε περιστάσεις επιδεικτικής
ανθρωπαρέσκειας και εκείνο το β, ριζωμένο στην καρδιά της μακαριότητας, να
λυπεί τον Κύριό μας, που θλιμμένα και πατρικά συνάμα, μας αποκαλεί ανόητους και βραδείς τη καρδία. Μας σπλαχνίζεται
όμως πάλιν και πολλάκις ο Λυτρωτής και
Σωτήρας μας και στέλνει στο διάβα μας προς την Εμμαούς των αδυνάμων και
ολιγοπίστων, κάποιους διαλεχτούς Του
συνοδοιπόρους, με ορθάνοιχτα τα μάτια της
ψυχής τους, για να μας πουν εκείνο το «θαρσείτε»
του Χριστού μας και το «θρήνου ο καιρός
πέπαυται» του εν δεξιοίς καθημένου Αγγέλου…Όπως τον κυρ Δημήτρη τον Παναγόπουλο,
που άφησε εντολή στην γυναίκα του, την ευλογημένη κυρά Αγγελική του, να μην
τολμήσει να μαυροφορέσει μετά την κοίμησή του. Εκείνη την φωτογραφία της, δίπλα
στον κεκοιμημένο Ιεροκήρυκα του Παραδείσου, χωρίς ίχνος πένθους και διαμαρτυρίας
στον Ουρανό, πόσες φορές δεν την έχουμε μελετήσει…Αμέτρητες σελίδες της πνευματικής
μας οκνηρίας αναπληρώνει αυτή η φωτογραφία…Μαζί με δυο ακόμη! Η πρώτη, είναι η
φωτογραφία του κεκοιμημένου Κυπριανού…Χίλιες φορές συγγνώμη ζητάμε για αυτό μας
το απύθμενο θράσος, να έχουμε κάτι τόσο προσωπικό και ιερό στα χέρια μας, μα
και στο προσκυνητάρι μας. Τον άψυχο Κυπριανό μας, πριν ενωθεί ξανά με τη γη εξ ης ελήφθη. Η αγιασμένη
του μορφή, κατάστικτη μεν από το φονικό καύμα, αλλά υπερκόσμια πανέμορφη και γαλήνια.
Μια μέρα πριν, ο πατήρ Χριστόδουλος παρήκουσε τις κλειστόκαρδες συμβουλές και τις
κυνικές εντολές των «ειδικών του
εφήμερου» και στον δρόμο ζήτησε από τον οδηγό που μετέφερε το σώμα του
Κυπριανού μας, να κάνει στάση. Τον είχαν προειδοποιήσει να μην ανοιχτεί το
φέρετρο, γιατί το θέαμα ήταν αποκρουστικό του είπαν και μακάβριο…Ξεριζωμένο όμως
το β για τον πατέρα Χριστόδουλο. Αμέτρητες Κυριακές, διαβάζοντας το εωθινό Ευαγγέλιο,
στα δεξιά του κενού μνημείου της Αγίας Τράπεζας στον ναό των Κορυφαίων στο Αυγόρου,
ξέχωνε κάθε ελάχιστη ρίζα του…Άνοιξε εκείνο το…σφαλισμένο παράθυρο και αντίκρισε
το ανέσπερο Φως στο πρόσωπο του παιδιού του.
-Είναι ο Κυπριανός μου! Ω γλυκύ μου τέκνο!
Δεν τρόμαξε διόλου! Χάρηκε τόσο, που ξαφνιάστηκε
ακόμα και ο ίδιος. Αναστάσιμη χαρά! Βεβαία Ελπίδα! Δόξα τω Θεώ! Μύριες δόξες!
Η
επόμενη…φωτογραφία-ανεξίτηλο θυμητάρι, είναι εκείνη της κυρίας Σοφίας μας, της μάνας
του Βασίλη μας. Πενήντα μέρες έψαχνε το παιδί της. Δόλιοι συναυτουργούντες, άρπαξαν
την χαρά και την αγνότητά του. Απ’ την αρχή σχεδόν γνώριζε η μάνα! Το μόνο που γύρευε,
ήταν το άψυχο σώμα του να αποθέσει σε ένα μνήμα της Αιώνιας Ζωής, κάθε νύχτωμα
Μεγάλης Παρασκευής, εκεί να του λέει το πρώτο Χριστός Ανέστη... Σαν εντοπίστηκε, την κάλεσαν να τον
αναγνωρίσει! Ανέβηκε την πλαγιά, τον δικό της κακοτράχαλο Γολγοθά και στάθηκε
δίπλα του.
-Είναι ο Βασίλης μου! Ω φως των οφθαλμών μου!
Αμέσως
έστρεψε της λαβωμένης καρδιάς της τα μάτια ψηλά και τύπωσε τον Ζωοποιό Σταυρό
στο σώμα της, στέλνοντας σε όλους μας μήνυμα!
Εξομολογείσθε τω Κυρίω! Δοξολογήστε τον Θεό! Έτσι μας μήνυσε!
Στον
γλυκό Παράδεισο, μαζί σεργιανάνε ο Κυπριανός μας και ο Βασίλης μας. Αντάμα τους
έχουμε και εμείς, σε ένα μικρό προσκυνητάρι, να φωτίζει η φλόγα του καντηλιού
τα πρόσωπά τους. Να χαμηλώνουμε τα μάτια μας σε κάθε αντιφέγγισμά της και να τους
παρακαλάμε να μεσιτεύουν, αν ποτέ επιτρέψει ο προνοητής Χριστός μας να φτάσει και για εμάς εκείνη η ώρα, να
μακαρίσουμε και να μην μαγαρίσουμε το Άγιο όνομά Του...
Νώντας
Σκοπετέας
17-02-2026

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Γράψτε τα σχόλιά σας εδώ...