main menu

Επιλέξτε ετικέτα για εμφάνιση των αντιστοιχων αναρτήσεων. Αρχική Σελίδα

Απενεργοποιημένη Λειτουργία

28 Ιαν 2013

«Καλὸ εἶναι νὰ ὑπάρχεις, ἀλλὰ νὰ ζεῖς εἶναι ἄλλο πρᾶγμα»





…Σκέφτηκα λοιπόν τούτη την ευχή να σας δώσω …σήμερα που κόβετε την Βασιλόπιτά σας και την δίνω και στον ταλαίπωρο  εαυτό μου 
Αυτήν την νέα χρονιά να ανταμώσουμε … να αγαπήσουμε και να μιμηθούμε την αγιότητα των ταπεινών ανθρώπων …Αυτών που ευαρεστώντας τον Θεό , ενέπνευσαν και συγκίνησαν τις γραφίδες των μεγάλων "Αγίων" των Ελληνικών και όχι μόνο γραμμάτων …
 Θα ήθελα να γνωρίσουμε μερικούς από αυτούς τους Ταπεινούς Γίγαντες όπως μας τους συστήνει με δάκρυα χαράς ο Μέγας Φώτης Κόντογλου …Το ξεχωριστό με αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο του Θεού είναι ότι κανείς από αυτούς δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας …Ξέρετε γιατί ; Γιατί δεν είναι μόνο ότι μας συστήνει υπαρκτά πρόσωπα… που μύρισε τις ευωδιαστές τους ανάσες και λούστηκε από το γαλήνεμα των πάντα υγρών  ματιών τους , μα γιατί ακόμη και αυτούς που φαίνονται να ναι γεννήματα της φαντασίας του , κάπου τους έχουμε όλοι μας συναντήσει …και πολλές φορές τους έχουμε λοιδορήσει λόγω , έργω , ή διανοία …κλείνοντάς τους ερμητικά  την πόρτα της ψυχής μας …
Αυτή είναι λοιπόν η ευχή μου …Φέτος να ανακαλύψει η μνήμη και η ψυχή τέτοιους ταπεινούς ανθρώπους και να τους αγαπήσει... διάπλατα μα κυρίως ανυπόκριτα …  Τα μάτια τους γίνονται βρῦσες καὶ τρέχουνε  μ᾿ αὐτὰ τα δάκρυα  ποτίζεται τὸ ὁλόδροσο κι ἀμάραντο δέντρο τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς όπως πολύ όμορφα σημειώνει ο ίδιος ο Κόντογλου …

Πάμε λοιπόν να γνωρίσουμε μέσα απο τα αναστάσιμα γραφτά του ψυχογράφου της Ρωμιοσύνης , κάποιους από αυτούς τους αληθινά ταπεινούς και μακαρίους… θριαμβευτές του θείου ελέους ….Να θυμηθούμε αυτό που τόσο μοναδικά μας προέτρεπε ο Κυρ -Φώτης , να ζούμε αληθινά . Αληθινή ζωή είναι μονάχα η εν Χριστώ ζωή  και αληθινή χαρά... η πονεμένη . Καλό είναι να υπάρχεις έλεγε , αλλά να ζεις είναι άλλο πράγμα ...
....Οπότε μπορώ, ξεμακρύνω από την ταραχή της σημερινής ζωής. Κάθουμαι στο σπίτι μου, μακρυά από τον κόσμο. Ζωγραφίζω κανένα εικόνισμα, γράφω καμιά ιστορία ή καμιά σκέψη για τον εαυτό μου, φιλοτεχνώ κανένα χειρόγραφο, ή κουβεντιάζω με κανέναν απλόν άνθρωπο, πού δεν τρέχει για ν' αρπάξει πολλά λεφτά, κ' είναι ήσυχος καί βλογημένος...
Οι τέτοιοι άνθρωποι δεν λείψανε ολότελα στον καιρό μας, καί γι' αυτό το πράγμα δοξάζω τον Θεό μέρα-νύχτα. Ζούνε ειρηνικά, ήσυχα, απλά, φτωχικά, μα αυτοί για μένα είναι οι πιο πλούσιοι. Η ζωή τους έχει νοστιμάδα, ενώ των αλλουνών, εκείνων πού βρίσκουνται ολοένα σε στριφογύρισμα, σαν μηχανές, η ζωή τους είναι δίχως καμιά νοστιμάδα. Λέγω «η ζωή τους», μα ποια ζωή; Αυτοί δεν έχουνε τον καιρό να ζήσουνε. Όλο βιάζονται, ο νους τους βρίσκεται αλλού, στα χρήματα, στις επιχειρήσεις, στα πολιτικά. Ολοένα αγωνία. Ολοένα ανησυχία. Ολοένα νευριασμός, από τις δουλειές τους, από τα κέρδη κι από τις ζημιές τους, από την παγκόσμια κατάσταση, από τον φόβο μήπως γίνει πόλεμος, από τ' ανεβοκατέβασμα του χρυσαφιού στο χρηματιστήριο, από τα παιδιά τους, πού σπουδάζουνε στην Αγγλία καί στην Αμερική, από τα σπίτια τους, από τα μαγαζιά τους, από τα χτήματά τους, από τα καράβια τους. Το κεφάλι τους βρίσκεται μέσα σ' ένα βουερό σύννεφο από σκοτούρες, πού το τσιμπάνε σαν να 'ναι σφήγκες ακαταμέτρητες. Μα καί στον ύπνο τους βασανίζουνται, δε μπορούνε να κλείσουνε μάτι από τα τρυπάνια πού τριβελίζουνε το μυαλό τους. Κι όλα αυτά λένε πως τα τραβάνε για να μαζέψουνε λεφτά, καί μ' αυτά να απολάψουνε τη ζωή, ως πού πεθαίνουνε καί μπαίνουνε μέσα σε μαρμαρένια μνήματα πού τους χτίζουνε κείνοι πού τους κληρονομήσανε. Μα κι αυτοί αρχίζουνε την ίδια ζωή χαρισάμενη πού πέρασε ο πεθαμένος, ως πού να χωθούνε κι αυτοί μέσα στο ίδιο μεγαλόπρεπο μπουντρούμι. Αυτή είναι η λεγόμενη «ζωή» για τους δραστήριους αυτούς ανθρώπους.
Δεν υπάρχει πιο θλιβερό πράγμα από μια τέτοια ζωή. Θαρρείς πως τους άρπαξε μια ρόδα καί τους στριφογυρίζει, δίχως να μπορούνε να ξεκολλήσουνε από τα γρανάζια της. Πεθαίνουνε, χωρίς να δοκιμάσουνε μήτε ένα γενναίο αίσθημα, δίχως να δροσιστούνε από μια χριστιανική πράξη, χωρίς ν' απομείνουνε μια στιγμή μοναχοί με τον εαυτό τους ή με τους αγαπημένους τους, να ειρηνέψουνε λίγο, να απογευτούνε μια στάλα τη ζωή. Την έχουνε... ακουστά την αληθινή ζωή. Αγοράζουνε όλα τα εργαλεία της ζωής, ακόμα καί τα πιο ακριβά, καί μοναχά να τη ζήσουνε δε μπορούνε, οι δυστυχισμένοι. Είναι σαν τον Τάνταλο, πού έβλεπε το νερό διψασμένος, καί δε μπορούσε να πιει.
Η φτώχεια τους είναι μεγάλη. Αυτό πού λένε τα συναξάρια για τους Αγίους, πως αποχτήσανε δηλαδή όλα τα πλούτη με τη φτώχεια, «τη πτωχεία τα πλούσια», γι' αυτούς τους ανθρώπους πού μιλούμε, γυρίζει στ' ανάποδο, δηλαδή με τον πλούτο γίνουνται πάμπτωχοι, «τω πλούτω εκτήσαντο την πτωχείαν». Έχω δει πολλούς τέτοιους ανθρώπους καί ξέρω καλά πόσο δυστυχισμένοι είναι στ' αλήθεια, μ’ όλο το απ’ έξω λαμποκόπημα. Η πιο μεγάλη ευτυχία τους είναι πως με τις σκοτούρες πού έχουνε, δεν νοιώθουνε πως είναι ζωντανοί. Όσο για τις λιγοστές ώρες, πού βρίσκουνται έξω από τον ανεμοστρόβιλο πού είπαμε πως τους στριφογυρίζει, εμ’ τότε είναι πού δε μπορούνε να νοιώσουνε τίποτα, γιατί η παραζάλη δεν τους αφήνει, καί γιατί έχουνε χάσει, τη γεύση της ειρηνικής κ' ήσυχης ζωής. Κι ο άνθρωπος πού δεν νοιώθει ειρήνη καί ησυχία μέσα στην ψυχή του, είναι δυστυχισμένος, καθώς λέγει κ' ένας άγιος: «ο αλλότριος της ειρήνης αλλότριος εστί της χαράς».
Όπως είπα, γνώρισα κάμποσους απ’ αυτούς τους ανθρώπους, τους πλούσιους, τους τρισδυστυχισμένους πλούσιους. Δεν μιλώ για κείνους πού έχουνε πλούτη, μα έχουνε όμως καί δυστυχίες, αρρώστιες, μαλώματα κι, άλλα τέτοια κακά. Μιλώ για κάποιους πού είναι πλούσιοι, δίχως να 'χουνε τέτοιες δυστυχίες, καί πού ωστόσο δεν νοιώθουνε την αληθινή χαρά της ζωής. Αυτοί, τις ώρες πού θέλουνε να μείνουνε μακρυά από τις σκοτούρες τους, είναι πιο δυστυχισμένοι, γιατί οι ψυχές κ' οι καρδιές τους είναι άδειες. Τί να την κάνουνε την ησυχία; Η ησυχία είναι βλογημένη για όποιον έχει τον από μέσα πλούτο, κι όχι τον απέξω. Γι’ αυτό, σε τέτοιες ώρες, βαριούνται, τους πιάνει η πλήξη, πνίγουνται σαν να βρίσκουνται μέσα στο άδειο διάστημα, δίχως αγέρα ν’ ανασάνουνε. Επειδή μάθανε να ζούνε με την ταραχή, με την αγωνία. Γι' αυτούς δεν υπάρχει ζωή έξω από τις σκοτούρες, από τις έγνοιες, από το νευρίασμα. Καταδικαστήκανε σ' αυτή την καταδίκη. Είναι κείνοι πού ξεγελαστήκανε από τον σατανά, πού είπε στον Χριστό: «Πέσε, προσκύνησέ με, για να γίνουνε οι πέτρες ψωμιά. Πέσε, προσκύνησέ με, για να σου δώσω όλα τα βασίλεια της γης». Δώσανε στον πονηρό την ψυχή τους, καί πήρανε αυτά πού τους έταξε. Μα, χωρίς ψυχή, αυτά είναι στάχτη, τίποτα. Τί να τα κάνουνε; Η ψυχή είναι πού τα κάνει όλα να υπάρχουνε καί να 'χουνε αξία για τον άνθρωπο. Για τούτο είπε ο Χριστός: «Τί θα τον ωφελήσει τον άνθρωπο αν κερδίσει όλον τον κόσμον, καί ζημιωθεί την ψυχή του;»
Τούτοι λοιπόν είναι οι πιστοί του σατανά. Γι’ αυτόν κάνουνε όλα όσα κάνουνε κ’ οι πιστοί του Χριστού για το Θεό. Καί νηστεύουνε, καί προσεύχουνται ολοένα στον Μαμωνά, καί τραβάνε αγόγγυστα το κρύο, τη ζέστη, καί κάθε κακοπάθηση, την αγρύπνια, τους κόπους, τις βρισιές, τα μαλώματα, την καταφρόνεση. Μα, στο τέλος, αυτά είναι τα μοναχά κέρδη τους, όπως είπαμε παραπάνω. Ο διάβολος πήρε την ψυχή τους, καί δε μπορούνε να νοιώσουνε καμιά χαρά, αφού δεν υπάρχει η ψυχή πού τη νοιώθει.
Πόσες φορές είδα τέτοιους πλούσιους να κοιτάζουνε με ζήλεια καί με παράπονο κάποιους φτωχούς, πού κατέχουνε τον αληθινό τον πλούτο, τον πλούτο τον απομέσα, καθώς καί την ειρηνική ζωή πού ζούνε! Οι τέτοιοι φτωχοί είναι, κατά τα λόγια του Παύλου, «ως λυπούμενοι, αεί δε χαίροντες, ως πτωχοί, πολλούς δε πλουτίζοντες, ως μηδέν έχοντες, καί τα πάντα κατέχοντες». Έχουνε την ελπίδα καί την ειρήνη του Χριστού, πού έλεγε στους μαθητές Του: «Τη δική μου την ειρήνη σας δίνω. Δεν σας δίνω εγώ την ειρήνη, πού δίνει ο κόσμος». Καί ποια είναι, η ειρήνη πού δίνει, ο κόσμος; Η ψεύτικη ειρήνη, πού δεν είναι ειρήνη, αλλά ταραχή καί ζάλη καί οργή. Τέτοια είναι η ειρήνη, πού λένε πως θέλουνε τα έθνη καί οι άνθρωποι της αμαρτίας.
Γι' αυτό κ' εγώ κάθουμαι, όσο μπορώ, μακρυά από τον φουρτουνιασμένον κόσμο κι από τις ψεύτικες απολαύσεις του, καί ζω με τους απλούς καί ήσυχους χριστιανούς, με «τα τέκνα της ειρήνης»,
Ο Δαυίδ λέγει: «Τίς εστί πλούσιος; ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος». Λοιπόν, τούτοι οι φίλοι μου είναι «οι εν τω ολίγω αναπαυόμενοι». Γι' αυτό είναι κ' ειρηνικοί. Γιατί η πλεονεξία κάνει φτωχή την ψυχή του ανθρώπου.
Εδώ, σε τούτη την άκρη πού κάθουμαι, είμαι μακάριος. Αντίκρυ μου κάθεται μια χήρα θεοφοβούμενη, η Αθηνά, με τον αδελφό της τον Χαράλαμπο, πού είναι σαν τον άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Το φτωχόσπιτό τους είναι για μένα πιο έμορφο από τ' αρχοντόσπιτα, με την ξερολιθιά, με τα ταπεινά δεντράκια, με τα λουλούδια του καί με τ' αγιασμένα βότανά του, το δεντρολίβανο, τη μαντζουράνα, τον βασιλικό, τον δυόσμο, την αψιθιά, τον απήγανο. Τέτοια έχει καί το μικρό περβολάκι μου. Τύφλα να 'χουνε οι μεγάλοι κήποι πό 'χουνε τ' αρχοντόσπιτα!
Παραπέρα είναι άλλοι τέτοιοι φτωχοί, ο Κώστας ο κουτσός, ψάλτης καί καντηλανάφτης, η αδελφή του Ελένη, ο μπάρμπα-Λιάς ο μπαλωματής, κανονάρχος, η κυρά Ουρανία, πού σαν ήτανε κορίτσι πήγαινε στον άγιο Ελισαίο πού ψέλνανε ο Παπαδιαμάντης κι ο Μωραϊτίδης,( ένοιωσα ανείπωτη χαρά και συγκίνηση  όταν πριν από λίγα χρόνια διαβάζοντας τον βίο ενός ταπεινού Αγίου του Αγίου  Παπά Νικόλα του Πλανά ανακάλυψα κι ύστερα ρωτώντας πληροφορήθηκα, ότι μαζί με τον Κυρ Αλέξανδρο και τον σπουδαίο Μωραϊτίδη στις ιστορικές Αγρυπνίες του Αγίου Ελισσαίου  έψελνε και ο Γεώργιος διδάσκαλος εκ Μάνης …ήταν ο πατέρας της Γιαγιάς μου ο προπάππους μου ...Γεώργιος Κασκαμπούρης ,για να σας συστήσω απόψε και έναν δικό μου ταπεινό )  ...και συνεχίζει ο Κόντογλου να μας συστήνει και να μας σφιχταγκαλιάζει με τους δικούς του ταπεινούς της καρδιάς τους εκλεκτούς …..  ο μπάρμπα Στέλιος, οι γερόντισσες Ματρώνα, Άννα, Μελάνη καί Παϊσία, κάποια παλληκαράκια γεμάτα ευλάβεια, σαν τον Γιώργη τον Κύπριο καί τον Βασίλη τον Πλάτανο, ο πάτερ Χρυσόστομος ο Μουστάκας από τη Ρόδο, ο πάτερ Ιωσήφ από τη Νάξο, ο πάτερ Γερόντιος από την Κόνια, ο πάτερ Αμφιλόχιος από την Πάτμο, κι άλλοι ασκητές πού έρχονται στο σπίτι μου, ο Ισαάκ Πιλάβιος, εραστής της βυζαντινής μουσικής, ο πάτερ Θεόφιλος ο Αγιορείτης, ο κοσμογυρισμένος καπετάν-Ηρακλής Γιαβάσογλου, καί κάμποσοι άλλοι. Όλοι τούτοι έχουνε απάνω τους την ταπείνωση καί τη χάρη της θεοσέβειας, πού τα νοστιμεύει όλα. Είναι πάντα καλοδεχτικοί, πλούσιοι σε αισθήματα, χαρούμενοι, γιατί «καρδίας ησυχαζούσης, το πρόσωπον θάλλει», καί «άνθρωπος ολιγομέριμνος καί ελπίζων τω Κυρίω, πράος εστί
καί ησύχιος»,
Αυτοί είναι οι φίλοι μου, οι δικοί μου. Όσα θέλει ένας πλούσιος για να ζήσει μια μέρα, φτάνουνε για να ζήσουνε τρεις καί τέσσερες απ’ αυτούς για έναν χρόνο. Καί όμως, σ' αυτούς απάνω είναι η ευλογία του Θεού, Αυτοί είναι «οι μηδέν έχοντες καί τα πάντα κατέχοντες». Ζούνε κρυφά από τον κόσμο. Κανένας σπουδαίος δεν τους ξέρει καί κανέναν σπουδαίον δεν γνωρίζουνε.
Πολλές φορές κάθουμαι καί συλλογίζουμαι καί λέγω: Να, αυτοί δεν ζούνε με τόση απλότητα καί με ένα τίποτα; Ναί, ζούνε, καί μάλιστα είναι πιο φχαριστημένοι από τη ζωή.
Τί χρειάζεται λοιπόν τόση φασαρία πού κάνουνε άλλοι στον κόσμο, για να μαζέψουνε πλούτη, για να ξακουστεί τ' όνομά τους, βασανιζόμενοι καί κάνοντας αδικίες, χωρίς να νοιώθουνε καμμιά χαρά; Δεν πάνε να μάθουνε από τους φτωχούς, πού είπα, με ποιόν τρόπο μπορεί ν' αποχτήσει ο άνθρωπος την ειρήνη της διάνοιας καί την ελπίδα!
«Υιοί ανθρώπων, έως πότε βαρυκάρδιοι; Ίνα τί αγαπάτε ματαιότητα καί ζητείτε ψεύδος;»  
 Ευλογημένο Καταφύγιο -Εκδ.Ακρίτας
Απόσπασμα από Ομιλία του νώντα σκοπετέα με τίτλο :"Στην νέα χρονιά με τους ταπεινούς του Κυρ-Φώτη" που πραγματοποιήθηκε  στον Πολιτιστικό Σύλλογο Αργολίδας "Τελέσιλλα" , στα πλαίσια της κοπής της Πρωτοχρονιάτικής πίττας του Συλλόγου ,  στις 26-01-2013






11 Ιαν 2013

Η πίστη έρχεται με την συγκατάθεση της ψυχής μας ...


 
......Ἀθεΐα! Τίτλος μεγάλος κα καύχημα γι τν σημερινν νθρωπο. ποιος τν ποχτήσει (κα γι ν τν ποχτήσει, φτάνει ν χειροτονηθε μοναχός του πιστος),γίνεται παρευθς στ μάτια τν λλων σοφός, κι᾿ ς εναι μόρφωτος, σοβαρός, κι᾿ ς εναι γελοος, πίσημος κι᾿ ς εναι λογάριαστος, περάξιος κι᾿ ς εναι νάξιος, πιστήμονας κι᾿ ς εναι κουφιοκέφαλος.
Δν μιλ γι τν νθρωπο πο χει πόθο ν πιστέψει, μ δν μπορε, μ λο πο κατ βάθος πάντα ατία τς πιστίας εναι περηφάνεια, ατ χιά, πο κρύβεται τόσο πιτήδεια μέσα στν νθρωπο, πο δν μπορε ν τν καταλάβει.
πως κα νναι, ο νθρωποι πο γωνίζουνται κα πολεμνε μ τν πιστο αυτό τους, χουνε λη τη συμπόνεσή μας. Γι᾿ ατος παρακαλομε, σοι πιστεύουμε, ν τος βοηθήσει Θες ν πιστέψουνε, πως κανε σ κενον τν πατέρα πο εχε ρρωστο τ παιδί του, κα παρεκάλεσε τν Χριστ ν τ γιατρέψει. Κα Κενος το επε: «ν μπορες ν πιστέψεις, λα εναι δυνατ σ κενον πο πιστεύει». Κα τότε πατέρας το παιδιο κραξε μ δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε. Βοήθει μου τ πιστί», δηλαδ «χω πόθο ν πιστέψω, κι᾿ σύ, Κύριε, δυνάμωσέ τον».
Ο πιστοι, γι τος ποίους μιλομε, δν εναι τέτοιοι. χι μονάχα δν κλάψανε ποτέ, γι ν νοίξουνε μ τν πόνο κα μ τ συντριβ τν κλεισμένη πόρτα, τν πόρτα τς μετανοίας, πως κανε κενος δυστυχισμένος πατέρας πο γράφει τ Εαγγέλιο, λλ μήτε συγκινηθήκανε ποτέ τους, μήτε ασθανθήκανε καμμι πίκρα γι τν πιστία τους, μήτε νοιώσανε πς χουνε γι᾿ ατ καμμι εθύνη, κανένα φταίξιμο. λο τ φταίξιμο εναι το Θεο, πο δν φανερώνεται μπροστ τος ν τος πε: «λάτε, ψηλαφήσετέ με, πιάστε με, μιλεστε μαζί μου πως μιλτε μεταξύ σας, ναλύσετέ με μ τ χημεία σάς, κομματιάστε με μ τ μαχαίρι τς νατομίας σας, ζυγίστε με, μετρεστε με, κανοποιήσετε τς πιστες ασθήσεις σάς, χορτάσετε τ᾿ χόρταγο λογικό σας!».
Ατο ο ατοτιτλοφορούμενοι πιστοι, σ καιρ πο πιδείχνουνε τν ξυπνάδα τους, φουσκωμένοι π τν κούφιον γέρα τς περηφάνειας κι᾿ π τν πονηρ εστροφία το μυαλο τους, δν εναι σ θέση ο δύστυχοι, ν νοιώσουνε πόσο νόητοι κα στενόψυχοι φαίνουνται σ κείνους πο πιστεύουνε. Γιατ, γι ν πιστέψουνε, ζητνε κάποιες ποδείξεις πο κάνουνε τν πιστ ν τος λεεινολογε γι τν περιορισμένη ντίληψη πο χουνε γι τ πνεμα κα γι τ πνευματικ ζητήματα.  
πιστς ξέρει πολ καλ ς πο μπορονε ν φτάξουνε ο διαλογισμο το πιστου, γιατί, κι᾿ ατός, σν νθρωπος, τος χει κείνους τος λογισμούς, τος λογισμος τς σάρκας, τος λογισμος τούτου το κόσμου. ν πιστος εναι νύποπτος γι σα χει μέσα το πιστός, κα γι ,τι βρίσκεται παραπέρα π τν πρακτικ γνώση του, δηλαδ γι τ μυστήρια πο εναι κρυμμένα π τ μάτια του, κα πο γι᾿ ατ θαρρε πς δν πάρχουνε. Κι᾿ π τν νοησία του κορδώνεται, κα μιλ μ καταφρόνεση γι κείνους πο εναι σ θέση ν νοιώσουνε τ βαθύτερη σύσταση το κόσμου, ν ατς δυστυχς εναι τυφλς κα κουφός, κα θαρρε πς τ κούει λα κα πς τ βλέπει λα. πιστς χει πνευματικ μάτια κα πνευματικ ατιά, καθς κα κάποια «πρ ασθησιν». πιστος πς ν πάρει εδηση π κενον τν μυστικν κόσμο μόνο μ τ χονδροειδ μέσα πο χει, δηλαδ μ τς σωματικς ασθήσεις; Πς ν πιάσει τ λεπτ κι᾿ λλόκοτα μηνύματα κείνου το κόσμου, φο δυστυχς δν χει τς κεραες πο χρειάζουνται γι ν τ πιάσει;
πόστολος Παλος γράφει στν Α´ πρς Κορινθίους πιστολή του, μ τν τρόπο πο γνωρίζει μονάχα ατός, γι τ τί εναι σ θέση ν νοιώσει πιστός, κα τί μπορε ν νοιώσει πιστος: Λαλομε, λέγει, τ σοφία το Θεο πο εναι μέσα σε μυστήριο, κα πο εναι κρυμμένη, τ σοφία πο τν προόρισε Θεός, πρν π τος αἰῶνες, γι δόξα δική μας, κα πο δν τ γνώρισε κανένας π τος ρχοντες τούτου το κόσμου (δηλ. τος σοφος τς κοσμικς σοφίας), κα πο ξεσκεπάζει ατ πού, κατ τ Γραφή, δν τ εδε μάτι, κα πο δν τ᾿ κουσε ατί, κα πο δν νεβήκανε στν καρδι κανενς νθρώπου, κενα πο τοίμασε Θες γι κείνους πο τν γαπονε. λλ σ μς τ φανέρωσε Θες μ τ Πνεμα του τ γιο. πειδή, τ γιο Πνεμα λα τ ρευν, κα τ βάθη το Θεο.
Γιατί, ποις νθρωπος γνωρίζει τ μέσα το νθρώπου, παρ μονάχα τ πνεμα το νθρώπου πο εναι μέσα στν νθρωπο; τσι κα τ μυστήρια του Θεο δν τ γνωρίζει κανένας παρ μονάχα τ Πνεμα το Θεο. Κι᾿ μες δν πήραμε τ πνεμα το κόσμου (δηλ. τ φιλοσοφία κα τν κοσμικ γνώση), λλ τ Πνεμα το Θεο, γι ν γνωρίσουμε σα χάρισε σ μς Θεός. Κι᾿ ατ χαρίσματα) δν τ κφράζουμε μ τ λόγια πο διδάσκεται νθρώπινη σοφία, λλ μ λόγια πο διδάσκει τ γιο Πνεμα, μιλώντας σ πνευματικος νθρώπους μ πνευματικν τρόπο. Πλήν, νθρωπος πο χει τν σαρκικ γνώση (τν ρθολογισμό), δν παραδέχεται σα διδάσκει τ Πνεμα το Θεο, γιατ τ νομίζει γι νοησίες, κα δν εναι σ θέση ν καταλάβει πς νακρίνεται πνευματικά. πνευματικς μως νθρωπος, νακρίνει κάθε νθρωπο, ν ατς π κανέναν δν νακρίνεται».
πιστία πρχε πάντα. Μ σήμερα, μ τν ποτρόπαια ματαιοδοξία πο μς τρώγει, τν πιδείχνουμε σν ν μς δίνει τ μεγαλύτερη ξία. ποιος χει πίστη στν Θε κα στν λήθεια πο φανέρωσε, εναι καταφρονεμένος, σν στενόμυαλος κι᾿ νόητος, κα τραβ πάνω του λα τ περιγελάσματα. Λογαριάζεται γι «βλαμμένος» π τν πολν κόσμο, μάλιστα π τν κόσμο πο ξέρει ν τ καταφέρνει στ ζωή, ν «πετυχαίνει», ν βγάζει λεφτά, ν καλοπερν, ν μ δίνει πεντάρα γι τίποτα, κατ τ ρητ πο λέγει: «Φάγωμεν κα πίωμεν, αριον γρ ποθνήσκομεν». Γι τοτο, χρειάζεται ν χει θάρρος κα ν περιφρον τν κτίμηση το κόσμου κα τ λικ συμφέρον του, ποιος λέγει πς χει πίστη στν Θεό.
ν κενον πο καυχιέται πς δν πιστεύει σ τίποτα, α) Τν χει κόσμος σ μεγάλη πόληψη κα σεβασμό, μάλιστα σο περισσότερο πιστος λέγει πς εναι, τόσο περισσότερη εναι κτίμηση κα σεβασμς πο φανερώνει ξυπνος κα σοβαρς κόσμος στ πρόσωπό του. τέτοιος νθρωπος εναι συνοφρυωμένος, μ λίγα κα βαρει λόγια, ράθυμος κι᾿ πότομος, «θετικς νθρωπος», «γερ μυαλό». β) λα το ρχουνται βολικά, κα δν σκοτίζεται, δν στενοχωριέται γι τίποτα. Δν χει εθύνες κα ζαλορες: δ κάτω, λέγει, εναι Κόλαση κι᾿ Παράδεισος. ζω εναι γι ν τν πολαβαίνουνε ο ξυπνοι. Ο κοιμισμένοι κι᾿ ο φιονισμένοι ς πεθάνουνε».
ξ λλου, δν πάρχει πι εκολο πράγμα π τ ν κάνεις τν πιστο! Πατς να μονάχα κουμπί, κι᾿ λα σο ρχονται βολικά. διάβολος επε στν Χριστό: Πέσε, προσκύνησέ με, κα θ γίνουνε ο πέτρες ψωμιά, «ο λίθοι ρτοι».
Λέγει λοιπν ξυπνος : «Ν κάθεσαι, νθρωπος μ τετρακόσα μυαλά, ν χάνεις τν καιρό σου μ χαζομάρες, σν τς γρηές, μ θεούς, μ κόλαση κα μ παράδεισο, μ καντήλια, μ θυμιατά, μ δισκοπότηρα, μ παπάδες κα μ καλόγρηες! Κα σ ποι ποχή; Στν ποχή μας, πο πιστήμη στέλνει νθρώπους στος πλαντες! κος, φίλε μου, βλακεία πο χει ατς κόσμος;».
Ατ λένε γι τος πιστος ο ξυπνοι κα ο τιμημένοι τούτου το κόσμου, κα τος χειροκροτονε ο πολλοί, πο τος χουνε γι φρόνιμούς σε λα, πειδ δν κυνηγνε σκιους, λλ χουνε μυαλ γερό, κα πιτυχαίνουνε σ τι καταπιαστονε.
Ναί! πιτυχαίνουνε, γιατ, μ᾿ ναν λόγο, πιστία εναι « πλατεία πύλη κα ερύχωρος δός», πο δν πιστεύουνε πς εναι « πάγουσα ες τν πώλειαν», πως επε Χριστός, λλ «ες τν π γς εδαιμονίαν». ν πίστη εναι « στεν πύλη κα τεθλιμμένη δός», πο δν πιστεύουνε πς εναι « πάγουσα ες τν ζωήν», λλ «ες τν π γς δυστυχίαν κα περιφρόνησιν». «Πολλο εσιν ο εσερχόμενοι δι τς πλατείας πύλης» κατ τν λόγο το Κυρίου, «κα λίγοι εσιν ο ερίσκοντες τν στενν πύλην».
λοι ο πιστοι λένε πς ν βλέπανε να θαμα, θ πιστεύανε. Μ πίστη δν ρχεται μ τ βία, λλ μ τ συγκατάθεση τς ψυχς. Γι᾿ ατ σ σους ζητνε θαμα γι ν πιστέψουνε, δν δίνεται, κατ τν λόγο πο επε Χριστς στος Φαρισαίους: «Γενε πονηρ κα μοιχαλς σημεον πιζητε κα σημεον ο δοθήσεται ατή».
λλ κα θαμα ν δε νας πιστος, περηφάνεια δν τν φήνει ν πιστέψει, γι ν μ φανε εκολόπιστος κα καταφρονεθε.
 
Φώτης Κόντογλου - θεΐα, τ καύχημα τς ποχς μας
Απόσπασμα απο το βιβλίο Μυστικ νθη



Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...
Βαπτίστηκες και αναγεννήθηκες ... Μετανόησες κάτω από πετραχήλι και ξαναβαπτίστηκες ... Μετέλαβες τα άχραντα μυστήρια και ένιωσες ξανά βαπτισμένος εις το όνομα του τρισυπόστατου Θεού ... Υπάρχει ακόμα ένα βάπτισμα το τέταρτο κατά σειρά .. το βάπτισμα της ομολογίας ...στο αίμα της Πίστης ... Άραγε πόσοι από εμάς θα το αγαπήσουμε ; Τον Αναστάντα Θεό ας ομολογήσουμε ...Και ας πληρώσουμε το τίμημα της Ομολογίας ...όχι το αντίτιμο της απωλείας ...! Καλό Παράδεισο ! ( Νώντας Σκοπετέας. 2009)

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου. Ακούστε το από την αδελφή μας Νεκταρία Καραντζή

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου. Ακούστε το από την αδελφή μας  Νεκταρία Καραντζή
Τον θαυμάσιον μύστην Χριστού υμνήσωμεν , Μηλεσίου το κλέος και των Γερόντων φωνή , την βοήθειαν ημών και διόρασιν ˙ Τον αναπαύσαντα σοφώς τας ψυχάς των ασθενών , του πνεύματος συνεργεία . Πορφύριον Καυσοκαλυβίτην ,επικαλέσωμεν άπαντες. // Nώντας Σκοπετέας 27-11-2013 Απολυτίκιο με την ευκαιρία της επισήμου Αγιοκατατάξεως του Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου . Σημ: Το απολυτίκιο δεν περιέχεται σε αναγνωρισμένη ακολουθία , αλλά είναι προϊόν ευλαβείας και απέραντης ευγνωμοσύνης , προς τον Μεγάλο Άγιο του Θεού , στην μεγάλη η μέρα της Αγιοκατατάξεώς του .

Ουράνια Συντροφιά...

Ουράνια Συντροφιά...
Παλαιά συνηθίζαμε, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ν' αγιάζομε τα σπίτια. Κάποια χρονιά επήγα κι εγώ κι αγίαζα. Χτυπούσα τις πόρτες των διαμερισμάτων, μου ανοίγανε κι έμπαινα μέσα ψάλλοντας: "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...". Όπως πήγαινα στην οδό Μαιζώνος, βλέπω μια σιδερένια πόρτα. Ανοίγω, μπαίνω μέσα στην αυλή, που ήταν γεμάτη από μανταρινιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, και προχωρώ στη σκάλα. Ήταν μια σκάλα εξωτερική, που ανέβαινε πάνω και κάτω είχε υπόγειο. Ανέβηκα τη σκάλα, χτυπάω την πόρτα και παρουσιάζεται μια κυρία. Αφού μου άνοιξε, εγώ άρχισα κατά τη συνήθειά μου το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε...". Με σταματάει απότομα. Εν τω μεταξύ με ακούσανε και δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο βγαίνανε κοπέλες απ' τα δωμάτια. "Κατάλαβα, έπεσα σε οίκο ανοχής", είπα μέσα μου. Η γυναίκα μπήκε μπροστά μου να μ' εμποδίσει. -Να φύγεις, μου λέει. Δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το Σταυρό. Να φιλήσω εγώ το Σταυρό και να φύγεις, σε παρακαλώ. Εγώ τώρα πήρα σοβαρό και επιτιμητικό ύφος και της λέω: -Εγώ δεν μπορώ να φύγω! Εγώ είμαι παπάς, δεν μπορώ να φύγω! Ήλθα εδώ ν' αγιάσω. -Ναι, αλλά δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές. -Μα δεν ξέρομε αν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές ή εσύ. Διότι αν με ρωτήσει ο Θεός και ζητήσει να Του πω ποιος κάνει να φιλήσει το Σταυρό, οι κοπέλες ή εσύ, μπορεί να έλεγα: "Οι κοπέλες κάνει να τον φιλήσουν και όχι εσύ. Οι ψυχές τους είναι πιο καλές από τη δική σου". Εκείνη τη στιγμή εκοκκίνησε λίγο. Της λέω λοιπόν: -Άσε τα κορίτσια να φιλήσουν το Σταυρό. Τους έκανα νόημα να πλησιάσουν. Εγώ πιο μελωδικά από πρώτα έψαλλα το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...", διότι είχα μια χαρά μέσα μου, που ο Θεός οικονόμησε τα πράγματα να πάω και σ' αυτές τις ψυχές. Φιλήσανε όλες το Σταυρό. Ήταν όλες περιποιημένες, με τις πολύχρωμες φούστες κ.λπ. Και τους είπα: -Παιδιά μου, χρόνια πολλά. Ο Θεός μάς αγαπάει όλους. Είναι πολύ καλός και "βρέχει επί δικαίους και αδίκους". Όλοι Τον έχομε Πατέρα και για όλους μας ενδιαφέρεται ο Θεός. Μόνο να φροντίσομε να Τον γνωρίσομε και να Τον αγαπήσουμε κι εμείς και να γίνομε καλοί. Να Τον αγαπήσετε και θα δείτε πόσο ευτυχισμένες θα είστε. Κοιτάξανε απορημένες. Κάτι πήρε η ψυχούλα τους η ταλαιπωρημένη. -Χάρηκα, τους λέω τέλος, που μ' αξίωσε ο Θεός να έλθω σήμερα και να σας αγιάσω. Χρόνια πολλά! -Χρόνια πολλά, είπαν κι εκείνες κι έφυγα./Γ.Πορφύριος

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...
Σε ευχαριστώ, Κύριε πολυέλεε, σε υμνώ, σε δοξάζω, γιατί μ' έπλασες από το τίποτα. Αλλά δεν μ' έπλασες μοναχά μια φορά, αλλά και κάθε μέρα με πλάθεις από το τίποτα, επειδή και κάθε μέρα με βγάζεις από τον ίσκιο του θανάτου που ξαναπέφτω. Μέσα στον ακαταμέτρητο τον κόσμο, μέσα στη μερ­μηγκιά των ανθρώπων, είμαι ένα τίποτα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Και μολαταύτα τον κάθε άνθρωπο τον θυμάσαι και τον βρίσκεις και τον τραβάς προς εσένα, και τον ζωοποιείς από πεθαμένον, και τον ξαναπλάθει το πατρικό χέρι σου, σαν να είναι ο καθένας μας μοναχά αυτός στον κόσμο. Η κραταιά δύναμή σου βαστά όλη την κτίση κι' όλες τις ψυχές σαν νάναι μια και μοναχή. Και τις κάνεις να νοιώσουνε την αθανασία σαν νάναι μια και μονάχη η καθεμιά και σε νοιώθουνε πατέρα τους σπλαχνικόν, που δεν κουράζεται να συχωρά και να ξαναπλάθει τον εαυτό μας, που πεθαίνει κάθε ώρα από την αμαρτία. ~Φώτης Κόντογλου~