main menu

Επιλέξτε ετικέτα για εμφάνιση των αντιστοιχων αναρτήσεων. Αρχική Σελίδα

Απενεργοποιημένη Λειτουργία

28 Μαΐ 2014

Στην αυλή της Αναλήψεως ( μικρό διήγημα )



 
Στις γειτονιές της Παραλίας λίγο μετά τον μεγάλο πόλεμο και τις ανήλιαγες μέρες του αδερφικού μίσους  , τα χώματα  άρχισαν ξανά να μοσχοβολάνε τους ανθούς των δέντρων και να τους μπερδεύουνε με την αλμύρα της θάλασσας , που κάποτε έφτανε ως τις ρίζες τους . Ο μπάρμπα Λύσαντρος , Παραλιώτης από τα γεννοφάσκια του δεν σταμάτησε ποτέ του να περιδιαβαίνει ολημερίς στους δρόμους  της όμορφης πόλης τους και να μεριμνά για όλες τις Εκκλησιές και τα απόμερα   ξωκκλήσια . Ακόμα και στον πόλεμο δεν άφησε αφώτιστη Εκκλησιά ούτε μια νύχτα .

Δεν απόχτησε φαμίλια δικιά του . Από παιδάκι μικρό ορφάνεψε από τους Άγιους  γονιούς του  , τότες πεθαίνανε απ το τίποτα οι ανθρώποι ,  και έμενε μαζί με την αδερφή του και έπειτα με την δική της οικογένεια στο σπίτι  με το μεγάλο περιβόλι, με τις ελιές , τις  πορτοκαλιές ,  τις λεμονιές και τις ροδιές , τα ζωντανά και όλου του Θεού τα καλά. Αγρότες και οι δυο τους τα καταφέρανε καλά με την γη που τους άφησαν πίσω οι γονήδες τους . Τη σεβάστηκαν και εκείνη  τους σεβάστηκε χαρίζοντάς  τους  γενναία τον επιούσιο και την  μακαρία ελεημοσύνη που δεν την λησμόνησαν  ποτές τους.    Όλοι τον αγαπάγανε για την καλοσύνη του , την γαλήνια όψη του προσώπου του και την σιγανή του φωνή που δεν την ύψωσε ποτέ , ακόμα και όταν κάποιοι τον κοροϊδεύανε φωναχτά ένα απόγευμα στο καφενείο αλλοπαρμένο και αλλαφροΐσκιωτο . Ίσα- ίσα που αυτούς συνέχεια τους χαιρέτιζε με αγάπη απροσποίητη ,  όποτε κι όπου κι αν τους έβλεπε , που κάποια στιγμή σταματήσανε και δεν τον ξαναπειράξανε . Αυτό που χαιρότανε πολύ να το ακούει ο  μπάρμπα Λύσαντρος  ήτανε όμως  ένα προσωνύμι που του είχανε ταιριάξει  τα ανήψια του , της αδερφής του τα παιδιά που τον αγαπάγανε σαν τον Πατέρα τους , που τον χάσανε τα καψερά  άδικα από χέρι αδερφικό στα τρισκατάρατα του εμφυλίου τα χρόνια  . Τον φωνάζανε  Άγρυπνο , γιατί όσα χρόνια τον θυμόντουσαν δεν τον είχανε δει ποτέ του να κοιμάται . Στο κελάκι του , όπως το έλεγε , ένα δωμάτιο που έχτισε πίσω απο την Εκκλησία της Αναστάσεως, σε μια γωνιά στη βορεινή μεριά του κτήματος  ,  πάντα βλέπανε φως τη νύχτα . Ξέρανε πως όποτε και να πηγαίνανε εκεί θα τον βρίσκανε ξυπνητό να διαβάζει για τους Αγίους του και να καίει λιβάνι Αγιονορείτικο. Τα είχε καταφέρει  και ταξίδεψε από τον Πειραιά με το καράβι μια φορά και έμεινε για μέρες πολλές στο Άγιο Όρος στη Μονή του Γρηγορίου , που πήγαιναν πολύ οι Πελοποννήσιοι εκείνα τα χρόνια. Και από τότε που γύρισε , μια ήταν η λαχτάρα του και η ευχαρίστησή του . Να βρίσκει παπάδες φιλακόλουθους , και να πηγαίνει σε αγρυπνίες
 όπου και να γίνονταν . Και γίνονταν πολλές τότε , μιας και ο κόσμος είχε αληθινό φόβο Θεού και ευλάβεια πονεμένη . Ακόμα και στην πιο μακρινή μεριά  της πόλης έφτανε από νωρίς το απόγευμα στα πόδια πάντα , για να βοηθήσει όπως μπορούσε στις ετοιμασίες . Να βάλει στους άρτους τα κεριά  , να ανάψει όλα τα καντήλια , να αφήσει λαδάκι , νάμα , πρόσφορο και όλα τα απαραίτητα για του Θεού τη λατρεία . Κι άμα έβρισκε και κανέναν Ιερέα γρα
μματιζούμενο και ψάλτη που ήξεραν από τυπικό Μοναστηριού  και μεγάλωναν τις Αγρυπνίες ως το ξημέρωμα , πως το ευχαριστιότανε …. Εκείνος όρθιος για όλες τις ώρες,  βοήθαγε όπως μπορούσε στο ψαλτήρι , είτε διαβάζοντας ,είτε ψέλνοντας κανένα γνωστό  προσόμοιο του εσπερινού και του όρθρου . Και όλο με χαμηλωμένο το κεφάλι μπαινόβγαινε στο ιερό να διακονήσει τον Παπά …Πολλές φορές στο τελείωμα , αν με δική του παρότρυνση γινόταν η αγρύπνια κάποιου πιο «άγνωστου» Αγίου , θα έδινε και λίγα χρήματα στον Ιερέα να τα μοιραστεί με τον ψάλτη … -για την ψυχή των πεθαμένων μου … έλεγε και απομακρυνόταν βιαστικά ...
Και έπειτα πολύ του άρεσε  να επιστρέφει στο σπίτι περπατώντας αργά  , δίπλα απ τη   Θάλασσα και να οσφραίνεται του χαράματος τις μυρωδιές και να ακούει τους πρώτους ήχους του Θεού …Κι αυτός πάντα να έχει στα χείλη του έναν ύμνο γι Αυτόν που αγάπησε τόσο και Του αφιέρωσε τη ζωή του , ζώντας   σαν καλόγερος μες στον κόσμο  με τις μέριμνές του και  το μεγάλωμα των τριών ανεψιών του .Τί είναι αυτό που ψέλνεις συνέχεια Θείε Λύσαντρε  ; τον  ρώτησε ο Πότης ο μικρότερος μια μέρα που ήταν οι δυο τους στο κελάκι του . Και εκείνος βάλθηκε να του ψάλει όσο καλύτερα μπορούσε ένα κάθισμα από της Εβδομάδας τα  πρωινά του Πλαγίου του πρώτου στην Παρακλητική :   Πάντες αγρυπνήσωμεν, καί Χριστώ υπαντήσωμεν, μετά πλήθους ελέους και λαμπάδων φαεινών, όπως τού νυμφώνος ένδον αξιωθώμεν, ο γάρ τής θύρας έξω φθεγγόμενος, άπρακτα τώ Θεώ κέκραγεν, Ελέησόν με…. Έψαλλε μπρος στο εικονοστάσι  και έπειτα γύρισε στον μικρό :  
-Έχω πει στον Παπα- Δημήτρη , αυτό που άκουσες να το λέμε στην αρχή της Αγρυπνίας και αυτός να λιβανίζει …Το θυμάμαι απ το Άγιον Όρος …τι όμορφα που ήτανε τότε μάνα μου !!  Πάντες αγρυπνήσωμεν  ! -Είδες γιατί  σε λέμε Άγρυπνο Θείε ;  Και εκείνος γέλασε απ την ψυχή του και τον αγκάλιασε όλο στοργή …
Κυλήσανε ευλογημένα τα χρόνια... Αρχές καλοκαιριού ήτανε  κι  ο Μπάρμπα-Λύσαντρος στα πρώτα του γεράματα ετοιμαζότανε από βραδύς για την μεγάλη μέρα που ξημέρωνε στον κόσμο . Δεν τα χε καταφέρει να βρει καμιά αγρυπνία να γίνεται για της Αναλήψεως. Άλλωστε η  παλιά Εκκλησιά στην μεγάλη πλατεία πανηγύριζε με μεγαλοπρέπεια . Ο Δεσπότης έκανε τον Εσπερινό και θα ήτανε και την επόμενη μέρα από  πρωί να ψάλει τις καταβασίες …Θεω καλυφθες ο βραδγλωσσος γνφ….αλλά και την ενάτη της μεγάλης εορτής που τόσο συγκινούσε τον Μπαρμπα –Λύσαντρο  :  γγελοι, τν νοδον το Δεσπτου, ρντες ξεπλττοντο, πς μετ δξης πρθη, π τς γς ες τ νω….
Παραξενεύτηκε η αδερφή του μόλις τον άκουσε  έξω  τόσο αργά …
Βγήκε στην αυλή την μπροστινή και γλυκά του μίλησε όπως πάντα :
 -Για πού με το καλό τόσο αργά αδερφέ ; δεν έχει αγρυπνία πουθενά αποσπερού  …ρώτησα εγώ και έμαθα από τον κυρ- Θεοφάνη τον επίτροπο …
-Ναι δεν έχει αγρυπνία απόψε Παρασκευούλα μου , μα εγώ θα πάω στην Ανάληψη … - Από τώρα ; Άσε τουλάχιστον να ξημερώσει και πας…πέσε και λιγάκι να ξεκουραστείς …καλά σε λένε τα ανήψια σου Άγρυπνο  του είπε χαμογελώντας …Πλησίασε στο κεφαλόσκαλο και με ψιθυριστή φωνή μίλησε στην αδερφή του : -Η Μάνα μας  κάποτε , δεν στο χω πει ποτέ , μου χε διηγηθεί  , σαν σε όνειρο το θυμάμαι , πως πολλοί άνθρωποι πιστοί , την νύχτα πριν ξημερώσει  της Αναλήψεως  καρτερούν ξάγρυπνοι … και ξέρεις δεν πρέπει να κλείσουν μάτι …γιατί μόνο έτσι …- Πες μου γιατί σταμάτησες ; του είπε εκείνη συγκινημένη … Δεν τα κατάφερε κείνος να κρύψει τα δάκρυά του που κύλησαν απ τα μάτια του …γιατί μόνο έτσι Παρασκευούλα μου αν είναι και καθαροί  θα δουν το Χριστό να αναλήφεται στον ουρανό …Ένα φως που όμοιό του δεν υπάρχει στον κόσμο μας , ανεβαίνει στα ψηλά και έπειτα χάνεται ….- Και εσύ το χεις δει ποτέ σου αδερφέ μου σαν την μανούλα μας  ; Εγώ ..εγώ δεν είμαι άξιος για τέτοια Θεία οράματα .. Αλλά που ξέρεις μπορεί φέτος να με λυπηθεί ο Θεός και να μου δώσει λιγάκι απ τα θαυμάσιά του , να βρω και εγώ λίγη πίστη και να ελπίσω στον Παράδεισο ……Δεν του πε τίποτα …τον κοίταξε κατάματα  σαν να τον έβλεπε  για πρώτη της  φορά και έπειτα έκανε κάτι που τον άφησε άναυδο …χωρίς εκείνος  να προλάβει να κάνει κίνηση ,του  πήρε το χέρι και το φίλησε και άφησε και εκείνη δάκρυα να κυλήσουν απ τα δικά της τα μάτια… -Να πας στην ευχή του Χριστού μας αδερφέ μου και εύχομαι απόψε να Τον δεις να αναλήφεται …ξανά!
Πήρε εκείνος ο μακάριος αργά- αργά τον δρόμο για την Ανάληψη …Χάθηκε μέσα στης νοσταλγίας το όνειρο που τον ακολουθούσε σε ολάκερή  του τη ζωή και προχωρώντας πλάι στη θάλασσα , σκεφτόταν την μανούλα  του τη μακαρίτισσα που έφυγε νέα , μα τόσα άγια λόγια πρόλαβε και του είπε να τον συντροφεύουνε παντοτινά , τον πατέρα του που δεν τον πρόλαβε να τον χαρεί ,μα θυμότανε  πάντα το λεβέντικο παράστημά του και ότι έκανε ολοένα τον σταυρό του  , την αδερφή του την πονεμένη που όλο  του αγαλλίαζε  το μέσα του …Θυμήθηκε τότε κι όλες τις φορές που είχε αξιωθεί  στ αληθινά και όχι σ όνειρο  να αντικρύσει  εκείνη την υπέροχη λάμψη  δίχως ποτέ του να ξεστομίσει τίποτα  σε κανέναν μη και χάσει τη χάρη … 
Και ξημέρωσε το πρώτο φως της μεγάλης της Γιορτής …και ο μπαρμπα –Λύσαντρος καθισμένος στο ασβεστωμένο  πεζούλι στην  αυλή της Αναλήψεως αισθανόταν την χαρά των πρώτων Μαθητών όταν γεμίσανε οι ψυχές τους με Πνεύμα Άγιο και ένοιωσε ξανά την βεβαιότητά τους  για τον Υιό του Θεού , τον λυτρωτή του κόσμου….
  Δξα τ καταβσει σου Σωτρ, δξα τ βασιλείᾳ σου, δξα τ ναλψει σου, μνε φιλνθρωπε….
Χρόνια πολλά μπάρμπα Λύσαντρε …και του χρόνου άξιος !
Καλό και ολόφωτο Παράδεισο !

                                                                   Νώντας Σκοπετέας



(απόσπασμα απο την εκπομπή του Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως με τίτλο : Στον Ουρανό της Αναλήψεως , στην αιώνια άνοιξη ...) 
Αφιερωμένο στην μνήμη των απλών και πτωχών τω πνεύματι απανταχού αγρυπνησάντων την παραμονή της μεγάλης Γιορτής …

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...

Ας επιλέξουμε ...Το τίμημα ή το αντίτιμο ...
Βαπτίστηκες και αναγεννήθηκες ... Μετανόησες κάτω από πετραχήλι και ξαναβαπτίστηκες ... Μετέλαβες τα άχραντα μυστήρια και ένιωσες ξανά βαπτισμένος εις το όνομα του τρισυπόστατου Θεού ... Υπάρχει ακόμα ένα βάπτισμα το τέταρτο κατά σειρά .. το βάπτισμα της ομολογίας ...στο αίμα της Πίστης ... Άραγε πόσοι από εμάς θα το αγαπήσουμε ; Τον Αναστάντα Θεό ας ομολογήσουμε ...Και ας πληρώσουμε το τίμημα της Ομολογίας ...όχι το αντίτιμο της απωλείας ...! Καλό Παράδεισο ! ( Νώντας Σκοπετέας. 2009)

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου. Ακούστε το από την αδελφή μας Νεκταρία Καραντζή

Απολυτίκιο Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου. Ακούστε το από την αδελφή μας  Νεκταρία Καραντζή
Τον θαυμάσιον μύστην Χριστού υμνήσωμεν , Μηλεσίου το κλέος και των Γερόντων φωνή , την βοήθειαν ημών και διόρασιν ˙ Τον αναπαύσαντα σοφώς τας ψυχάς των ασθενών , του πνεύματος συνεργεία . Πορφύριον Καυσοκαλυβίτην ,επικαλέσωμεν άπαντες. // Nώντας Σκοπετέας 27-11-2013 Απολυτίκιο με την ευκαιρία της επισήμου Αγιοκατατάξεως του Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου . Σημ: Το απολυτίκιο δεν περιέχεται σε αναγνωρισμένη ακολουθία , αλλά είναι προϊόν ευλαβείας και απέραντης ευγνωμοσύνης , προς τον Μεγάλο Άγιο του Θεού , στην μεγάλη η μέρα της Αγιοκατατάξεώς του .

Ουράνια Συντροφιά...

Ουράνια Συντροφιά...
Παλαιά συνηθίζαμε, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ν' αγιάζομε τα σπίτια. Κάποια χρονιά επήγα κι εγώ κι αγίαζα. Χτυπούσα τις πόρτες των διαμερισμάτων, μου ανοίγανε κι έμπαινα μέσα ψάλλοντας: "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...". Όπως πήγαινα στην οδό Μαιζώνος, βλέπω μια σιδερένια πόρτα. Ανοίγω, μπαίνω μέσα στην αυλή, που ήταν γεμάτη από μανταρινιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, και προχωρώ στη σκάλα. Ήταν μια σκάλα εξωτερική, που ανέβαινε πάνω και κάτω είχε υπόγειο. Ανέβηκα τη σκάλα, χτυπάω την πόρτα και παρουσιάζεται μια κυρία. Αφού μου άνοιξε, εγώ άρχισα κατά τη συνήθειά μου το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε...". Με σταματάει απότομα. Εν τω μεταξύ με ακούσανε και δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο βγαίνανε κοπέλες απ' τα δωμάτια. "Κατάλαβα, έπεσα σε οίκο ανοχής", είπα μέσα μου. Η γυναίκα μπήκε μπροστά μου να μ' εμποδίσει. -Να φύγεις, μου λέει. Δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το Σταυρό. Να φιλήσω εγώ το Σταυρό και να φύγεις, σε παρακαλώ. Εγώ τώρα πήρα σοβαρό και επιτιμητικό ύφος και της λέω: -Εγώ δεν μπορώ να φύγω! Εγώ είμαι παπάς, δεν μπορώ να φύγω! Ήλθα εδώ ν' αγιάσω. -Ναι, αλλά δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές. -Μα δεν ξέρομε αν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές ή εσύ. Διότι αν με ρωτήσει ο Θεός και ζητήσει να Του πω ποιος κάνει να φιλήσει το Σταυρό, οι κοπέλες ή εσύ, μπορεί να έλεγα: "Οι κοπέλες κάνει να τον φιλήσουν και όχι εσύ. Οι ψυχές τους είναι πιο καλές από τη δική σου". Εκείνη τη στιγμή εκοκκίνησε λίγο. Της λέω λοιπόν: -Άσε τα κορίτσια να φιλήσουν το Σταυρό. Τους έκανα νόημα να πλησιάσουν. Εγώ πιο μελωδικά από πρώτα έψαλλα το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...", διότι είχα μια χαρά μέσα μου, που ο Θεός οικονόμησε τα πράγματα να πάω και σ' αυτές τις ψυχές. Φιλήσανε όλες το Σταυρό. Ήταν όλες περιποιημένες, με τις πολύχρωμες φούστες κ.λπ. Και τους είπα: -Παιδιά μου, χρόνια πολλά. Ο Θεός μάς αγαπάει όλους. Είναι πολύ καλός και "βρέχει επί δικαίους και αδίκους". Όλοι Τον έχομε Πατέρα και για όλους μας ενδιαφέρεται ο Θεός. Μόνο να φροντίσομε να Τον γνωρίσομε και να Τον αγαπήσουμε κι εμείς και να γίνομε καλοί. Να Τον αγαπήσετε και θα δείτε πόσο ευτυχισμένες θα είστε. Κοιτάξανε απορημένες. Κάτι πήρε η ψυχούλα τους η ταλαιπωρημένη. -Χάρηκα, τους λέω τέλος, που μ' αξίωσε ο Θεός να έλθω σήμερα και να σας αγιάσω. Χρόνια πολλά! -Χρόνια πολλά, είπαν κι εκείνες κι έφυγα./Γ.Πορφύριος

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...

η προσευχή του Κυρ -Φώτη...
Σε ευχαριστώ, Κύριε πολυέλεε, σε υμνώ, σε δοξάζω, γιατί μ' έπλασες από το τίποτα. Αλλά δεν μ' έπλασες μοναχά μια φορά, αλλά και κάθε μέρα με πλάθεις από το τίποτα, επειδή και κάθε μέρα με βγάζεις από τον ίσκιο του θανάτου που ξαναπέφτω. Μέσα στον ακαταμέτρητο τον κόσμο, μέσα στη μερ­μηγκιά των ανθρώπων, είμαι ένα τίποτα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Και μολαταύτα τον κάθε άνθρωπο τον θυμάσαι και τον βρίσκεις και τον τραβάς προς εσένα, και τον ζωοποιείς από πεθαμένον, και τον ξαναπλάθει το πατρικό χέρι σου, σαν να είναι ο καθένας μας μοναχά αυτός στον κόσμο. Η κραταιά δύναμή σου βαστά όλη την κτίση κι' όλες τις ψυχές σαν νάναι μια και μοναχή. Και τις κάνεις να νοιώσουνε την αθανασία σαν νάναι μια και μονάχη η καθεμιά και σε νοιώθουνε πατέρα τους σπλαχνικόν, που δεν κουράζεται να συχωρά και να ξαναπλάθει τον εαυτό μας, που πεθαίνει κάθε ώρα από την αμαρτία. ~Φώτης Κόντογλου~