Ένας Άγιος λιγότερο γνωστός …Προστάτης μιάς πόλης από την οποία έλειψε για περίπου 600 χρόνια ..Βέβαια ήταν πάντα εκεί άγρυπνος φρουρός ,άοκνος βοηθός .. μοναδικό στήριγμα στις δυσκολίες ..δέκτης ολόθερμων προσευχών και παρακλήσεων ..Η πιο δυνατή προσευχή...αυτή που τον εκλιπαρούσε να γυρίσει σπίτι του για πάντα …
Ο ΑΓΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ (ΕΟΡΤΑΖΕΙ ΣΤΙΣ 3 ΤΟΥ ΜΑΗ )
Ο βίος και τα έργα του Αγίου Πέτρου, αποτελούν περίλαμπρο μνημείο που μαρτυρά την Εκκλησιαστική Δόξα της τότε Αγιωτάτης Επισκοπής Άργους. Είναι όντως πολύεδρος, πολύτιμος λίθος που εκπέμπει φως σωτηρίας και λαμπρύνει την όλη ιστορία της πόλης μας. Ο «από βρέφους Κυρίω ανατεθείς» Πέτρος, εγεννήθη εις το ένδοξο Βυζάντιο. Ιερός και άγιος πόθος να υπηρετήσει τον Κύριο και Θεό του, είχε κατακυριεύσει την ψυχή και την διάνοια του. Πρώτος ο Παύλος, ο πρωτότοκος της οικογένειας επιλέγει την οδό της ένθεης διαβίωσης. Την οδό των στερήσεων, των δοκιμασιών, της προσευχής και της προσφοράς. Ακολουθεί ο Διονύσιος και κατόπιν οι Γονείς και η νεαρή αδελφή τους, δεχθέντες το θείο κάλεσμα, επέλεξαν την οδό της θυσίας, της αυταπάρνησης, και « ήγαγον τον Σταυρόν της μοναχικής πολιτείας ακολουθήσαντες τον Χριστό».
Λίγο αργότερα νεαρώτατος κατά την ηλικία ο Πέτρος μετά του μικρότερου αδελφού του Πλάτωνος « καταλιπόντες τον κόσμον και τον οίκον αυτών απήλθον εις ερημικούς τόπους, τη ασκήσει και τη νηστεία και ταις προσευχαίς δουλεύοντες τω Κυρίω». Εγκαταλείπουν την περιουσία τους και τις ανέσεις που αυτή τους διασφάλιζε, και επιλέγουν τον τραχύ αλλά ωραίο αγώνα της μοναστικής ζωής. Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του, τον καθιστούν πρότυπο στην μοναστική κοινότητα. Οι συνομήλικοι του τον αγαπούν και τον έχουν ως πρότυπο. Επιδιώκουν να τον μιμηθούν. Εκείνος, πάντοτε εύχαρις και μειλίχιος, αναλαμβάνει τις πιο σκληρές και ταπεινές εργασίες, ενισχύοντας την ταπεινοφροσύνη και την υπομονή του. Στις συγκεντρώσεις και τις συντροφιές εκφράζει με σοβαρότητα και ευφράδεια μοναδική, τις μεγάλες αλήθειες της πίστης επικαλούμενος ρητά ή αποφθέγματα των Πατέρων της Εκκλησίας αλλά και των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων. Η υπομονή, η καρτερικότητα, η αυστηρή ασκητική ζωή, η συνεχής προσευχή τον οπλίζουν με γαλήνη, δύναμη και εγκράτεια..
« το κάλλος και η λαμπρότης της ψυχής αυτού εγίγνοντο κατάδηλα και επί του σώματος, του οποίου η ωραιότης θαυμασίως απέστιλβε, διότι είχε, κατά τον αυτόπτην μαθητήν, και το σχήμα και το βάδισμα και το βλέμμα, και το μειδίαμα αξιοθαύμαστα.».
Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός, Ιεράρχης σοφός και λόγιος, πληροφορείται τα χαρίσματα, την αξιοσύνη και την ευσέβεια του Μοναχού Πέτρου και επιθυμεί να τον τιμήσει με τον βαθμό της Αρχιερωσύνης. Ο κενός Αποστολικός θρόνος του Μητροπολίτη Κορίνθου θεωρείται από τον Πατριάρχη ως η κατάλληλη ευκαιρία. Καλεί τον Πέτρο και του εκφράζει την επιθυμία του αυτή.
Ο Πέτρος, «το επικίνδυνον του πράγματος ευλαβούμενος», αρνείται κατηγορηματικά. Μετά την άρνηση του, ο Πατριάρχης προσφεύγει στον μεγαλύτερο αδελφό του Παύλο, το οποίον και καθιστά Μητροπολίτη Κορίνθου.
Παρά τις συνεχείς αρνήσεις του Αγίου Πέτρου, ο Πατριάρχης δεν σταματά να προσπαθεί να πείσει τον Πέτρο να αποδεχτεί την Αρχιερωσύνη, την οποία από ταπεινοφροσύνη αυτός μονίμως αρνείται.
Για να αποφύγει τις πιέσεις και να μην πικράνει «εν τη αγαθή και αγία προσπαθεία του» τον Πατριάρχη, μεταβαίνει στην Κόρινθο, κοντά στον αδελφό του. Αλλά η θεία χάρις καταδιώκει τον Πέτρο. Χηρεύει η θέση της επισκοπής Άργους και Αργείοι και Ναυπλιείς απευθύνονται προς τον Μητροπολίτη Κορίνθου Παύλο, ζητούντες επιμόνως ως επίσκοπο της περιοχής τους τον Πέτρο.
Επιμένουν, ικετεύουν και ισχυρίζονται ότι αρτιμελή νήπια πεθαίνουν αβάπτιστα και πολλοί πεθαμένοι θάβονται χωρίς να ψαλλεί η σχετική ακολουθία. Επιτυγχάνουν τελικά, καμφθέντος του Αγίου, να αποδεχτεί την θέση του επισκόπου.
Λίγο αργότερα νεαρώτατος κατά την ηλικία ο Πέτρος μετά του μικρότερου αδελφού του Πλάτωνος « καταλιπόντες τον κόσμον και τον οίκον αυτών απήλθον εις ερημικούς τόπους, τη ασκήσει και τη νηστεία και ταις προσευχαίς δουλεύοντες τω Κυρίω». Εγκαταλείπουν την περιουσία τους και τις ανέσεις που αυτή τους διασφάλιζε, και επιλέγουν τον τραχύ αλλά ωραίο αγώνα της μοναστικής ζωής. Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του, τον καθιστούν πρότυπο στην μοναστική κοινότητα. Οι συνομήλικοι του τον αγαπούν και τον έχουν ως πρότυπο. Επιδιώκουν να τον μιμηθούν. Εκείνος, πάντοτε εύχαρις και μειλίχιος, αναλαμβάνει τις πιο σκληρές και ταπεινές εργασίες, ενισχύοντας την ταπεινοφροσύνη και την υπομονή του. Στις συγκεντρώσεις και τις συντροφιές εκφράζει με σοβαρότητα και ευφράδεια μοναδική, τις μεγάλες αλήθειες της πίστης επικαλούμενος ρητά ή αποφθέγματα των Πατέρων της Εκκλησίας αλλά και των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων. Η υπομονή, η καρτερικότητα, η αυστηρή ασκητική ζωή, η συνεχής προσευχή τον οπλίζουν με γαλήνη, δύναμη και εγκράτεια..
« το κάλλος και η λαμπρότης της ψυχής αυτού εγίγνοντο κατάδηλα και επί του σώματος, του οποίου η ωραιότης θαυμασίως απέστιλβε, διότι είχε, κατά τον αυτόπτην μαθητήν, και το σχήμα και το βάδισμα και το βλέμμα, και το μειδίαμα αξιοθαύμαστα.».
Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός, Ιεράρχης σοφός και λόγιος, πληροφορείται τα χαρίσματα, την αξιοσύνη και την ευσέβεια του Μοναχού Πέτρου και επιθυμεί να τον τιμήσει με τον βαθμό της Αρχιερωσύνης. Ο κενός Αποστολικός θρόνος του Μητροπολίτη Κορίνθου θεωρείται από τον Πατριάρχη ως η κατάλληλη ευκαιρία. Καλεί τον Πέτρο και του εκφράζει την επιθυμία του αυτή.
Ο Πέτρος, «το επικίνδυνον του πράγματος ευλαβούμενος», αρνείται κατηγορηματικά. Μετά την άρνηση του, ο Πατριάρχης προσφεύγει στον μεγαλύτερο αδελφό του Παύλο, το οποίον και καθιστά Μητροπολίτη Κορίνθου.
Παρά τις συνεχείς αρνήσεις του Αγίου Πέτρου, ο Πατριάρχης δεν σταματά να προσπαθεί να πείσει τον Πέτρο να αποδεχτεί την Αρχιερωσύνη, την οποία από ταπεινοφροσύνη αυτός μονίμως αρνείται.
Για να αποφύγει τις πιέσεις και να μην πικράνει «εν τη αγαθή και αγία προσπαθεία του» τον Πατριάρχη, μεταβαίνει στην Κόρινθο, κοντά στον αδελφό του. Αλλά η θεία χάρις καταδιώκει τον Πέτρο. Χηρεύει η θέση της επισκοπής Άργους και Αργείοι και Ναυπλιείς απευθύνονται προς τον Μητροπολίτη Κορίνθου Παύλο, ζητούντες επιμόνως ως επίσκοπο της περιοχής τους τον Πέτρο.
Επιμένουν, ικετεύουν και ισχυρίζονται ότι αρτιμελή νήπια πεθαίνουν αβάπτιστα και πολλοί πεθαμένοι θάβονται χωρίς να ψαλλεί η σχετική ακολουθία. Επιτυγχάνουν τελικά, καμφθέντος του Αγίου, να αποδεχτεί την θέση του επισκόπου.
Επίσκοπος Άργους
Ως επίσκοπος, υπήρξε «λύχνος επί την λυχνίαν φαίνων πάση τη οικία της περιοχής Αυτού ου μην αλλά και εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος Αυτού και εις τα πέρατα της Οικουμένης τα ρήματα Αυτού».
Όταν, όπως αναφέρει ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, «Λοιμός επίεζε την του Πέλοπος επί τοσούτω δε ταύτην επεβόσκετο και κατέτρυχεν, ως και τας οικίας, και στενωπούς και άμφοδα και πλατείας, έτι δε και το ύπαιθρον εμπλησθήναι νεκρών » ο Άγιος « περιήρχετο τας οδούς συλλέγων τους θνήσκοντας, ανορθών τους επιδεομένους, κηδεύων ως συγγενής και προστάτης, τους εις οίκους νεκρούς».
Στήριξε κλονιζομένους, έθρεψε πεινώντας, Λύτρωσε αιχμαλώτους από τους πειρατές, προστάτευσε αδυνάτους ως η διωκόμενη κόρη υπό τινος Στρατηγού, θεράπευσε δαιμονιζομένους, εβάπτισε απίστους, δίδαξε αδιαλείπτως λόγω και έργω.
Το έτος 920 και σε αρκετά προχωρημένη ηλικία, ασθενής κατά το σώμα αλλά ισχυρός κατά το πνεύμα και την πίστη, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και μετέσχε τοπικής Συνόδου, που είχε συγκαλέσει ο Πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός επί Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου.
Το επίγειο τέλος φτάνει ...Εκείνος, επί τριήμερον νουθετεί γαλήνια και ήρεμα τα πνευματικά του τέκνα. Τα συμβουλεύει να επιζητούν την μέλλουσα ζωή, εκπληρώνοντας τα καθήκοντα τους προς τον Θεό και τους συνανθρώπους τους.
Η φωνή του εξασθενεί. Ευλογεί όσους βρίσκονται δίπλα του και με νεύματα τους παρακαλεί να αποχωρήσουν.
Γράφει ο μαθητής του:
Και ημάς δε τους περί αυτόν τω Θεώ αναθείς και μικρόν καθ΄εαυτόν υποψιθυρήσας και τον σταυρόν τω προσώπω περιγραψάμενος και ιλαρόν επιβλέψας, γεγανωμένω και χαίροντι εοικώς ώσπερ υπομειδιών, τα όμματα μύσας αταράχως διαφήκε το πνεύμα.
Και φεύγει για τις αιώνιες πολιτείες του ανεσπέρου φωτός.
Τότε:
Και πάλιν ηθροίζετο τα πλήθη και συστήματα ιερά, και χοροί μοναστών περιστάντες το ιερόν εκείνο σώμα ύμνοις εγέραιρον και ψαλμοίς., και τον ιεροφόρον άραντες σκίμποδα υποβασταζόντων ιερέων δια μέσης της πόλεως υπό λάμπασιν ήεσαν άδοντες. Και περί δείλην οψίαν υποστρέφοντες το θείον της Θεοτόκου κατειλήφεσαν τέμενος και της ιεράς τελετής και μυσταγωγίας τελουμένης- ειωθός τούτο επι τοις ερχιεύσι γίνεσθαι- αθρόον φωτί το πρόσωπον περιλάμπετο του θείου ανδρός και λεπτός αυτώ περιερρείτο ιδρώς και τον χρώτα είχεν ερυθραινόμενον, ωσεί ζών και υπνών.
Επί 500 χρόνια, ο Άγιος αναπαύεται στην ιερή Αργειακή γη. Από τους Ουρανούς προστατεύει ως ο καλός ποιμήν το ποίμνιον του, « ο την Ψυχήν Αυτού θείς υπέρ των προβάτων».
Την 21η Ιανουαρίου του 1421 ξημερώνει αποφράς ημέρα για τους Αργείους. Ο Επίσκοπος των Καθολικών Secundus Nani ( Σιγουντονάνης ) δίδει εντολή να ανοίξουν τον τάφο του Αγίου. Η βάρβαρη ιεροσυλία πραγματοποιείται δυστυχώς από Χριστιανούς ( κατά το θρήσκευμα αλλά σκληρούς κατακτητές, κάτω από τους
οποίους στενάζει η Πατρίδα. Οι Λατίνοι επίσκοποι είναι οι κρατούντες, εκδιωχθέντων των Ορθοδόξων.)
Όταν ήνοιξαν τον τάφον εκείνον, εγένετο σεισμός εν τω τόπω και εξήλθεν ευωδία πλείστη και ο τάφος πεπληρωμένος φωτός και τα τίμια λείψανα σεμνώς κατακείμενα, α και λαβόμενοι τινές των πιστών εγένοντο πολλαί ιάσεις.
Δαιμονισμένος επί χρόνια πλησιάζοντας, θεραπεύεται και άλλου το παράλυτο και στρεβλωμένο χέρι αποκαθίσταται αμέσως.
Όταν ανοίχτηκε ο τάφος έγινε σεισμός και αναδίνονταν αρώματα. Τότε πολλοί πιστοί πήραν μερικά από τα λείψανα που είχαν θαυματουργές ιδιότητες. Προφανώς αυτός είναι και ο λόγος που στο Βατικανό βρέθηκε μόνο ένα μικρό μέρος των λειψάνων του Αγίου Πέτρου. Μέχρι σήμερα ο νυν μητροπολίτης Ιάκωβος, προκειμένου να πετύχει την επιστροφή των λειψάνων, χρειάστηκε να ταξιδέψει πολλές φορές στην Ιταλία.
Ενα από τα χαρακτηριστικά θαύματα του Αγίου Πέτρου, που περιγράφεται στη βιογραφία του, είναι το εξής:
«Μεγάλη πείνα πέφτει στην Πελοπόννησο. Με ρίζες και χλόη προσπαθούν να σταθούν στη ζωή οι κάτοικοι. Δεν έχουν δύναμη ούτε να θάψουν τους νεκρούς των, που γεμίζουν δρόμους και μονοπάτια. Στη δύσκολη και τραγική αυτή στιγμή ο Αγιος μένει όρθιος. Γονατίζει και υψώνει τα χέρια του στον ουρανό. Ζητά έλεος και βοήθεια για το ποίμνιό του. Συγχρόνως συγκεντρώνει σιτάρι, το αλέθει, γεμίζει πιθάρια. Ορίζει αρτοποιούς που ψήνουν και μοιράζουν ψωμί στον λαό της πόλεως και των χωριών. Ω του θαύματος! Το αλεύρι με την προσευχή και την ευλογία του Αγιου δεν τελειώνει. Οι κατάπληκτοι αρτοποιοί θέλουν να διαλαλήσουν το γεγονός, όμως δεν τους το επιτρέπει εκείνος. Τα πιθάρια, όμως, που δεν αδειάζουν καθόλου διαλαλούν το θαύμα».
Τα Άγια λείψανα παραλαμβάνει ο Λατίνος Επίσκοπος -διαβάζουμε στον Ιωάννη Ζεγκίνη- και τα μεταφέρει στο Ναύπλιο, γιατί όπως αναφέρει ο συγγραφέας του, « βραχέος χρονικού» στις 17 Δεκεμβρίου του 1420, ημέρα Τετάρτη, εγένετο χειμών φοβερός, πλήθος αστραπών και βροντών και εχάλασεν ο νάρθηκας του Αγίου Ανδρέως, και ηνεώχθησαν αι πύλαι της εκκλησίας, και μνημεία ηνεώχθησαν και η καμπάνα έπεσε και σημεία εγένοντο εις τους τοίχους και εις τας πύλας ως από ξίφους».
Αργότερα τα Άγια λείψανα μεταφέρθηκαν στην Ρώμη.
Βαθύτατη επιθυμία Κλήρου και Λαού, ήταν η επιστροφή του Αγίου στην πόλη του ...
Ο Αγιος επέστρεψε 587 χρόνια μετά... στις 19 Ιανουαρίου του 2008.
Θα παραμείνει πλέον στον Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου, στο κέντρο της πόλης. Στις 4 το απόγευμα, όταν έγινε η υποδοχή των ιερών λειψάνων, χτυπούσαν οι καμπάνες σε όλες τις εκκλησίες της Αργολίδας. Χιλιάδες πιστοί, κληρικοί και μητροπολίτες από όλη την Ελλάδα συμμετείχαν στις εορταστικές εκδηλώσεις. Η συγκηνιτική υποδοχή έγινε στην είσοδο της πόλης. Μια υπέροχη μυρωδιά απο λιβάνι ήταν διάχυτη σε όλες τις γειτονιές του Άργους εκείνο το απόγευμα ,ενώ απο τα μπαλκόνια ροδοπέταλα έπεφταν ανθοστρώνοντας τους δρόμους που σε λίγο θα ...περιδιάβαινε ξανά ο Άγιος ...
Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι ο εικονιζόμενος στην φωτογραφία π. Παύλος ,σήμερα είναι πλέον ιερέας της Ορθοδόξου Εκκλησίας και μονάζει στην Ιταλία ….ένα σύγχρονο και άγνωστο σε πολλούς ...θαύμα του Αγίου !!!!

Γι’ αυτό και ο Κύριος εμφανίσθηκε την Κυριακή, τη μέρα της αναστάσεώς του, στους μαθητές του, ενώ απουσίαζε ο Θωμάς. Και πάλι στην όγδοη μέρα, δηλαδή την
Κυριακή, (πού τιμάμε σήμερα). Στο ίδιο σπίτι με κλειστές τις πόρτες εμφανίζεται στο διστακτικό Θωμά, για να τον οδηγήσει στην πίστη. Από τότε διαρκώς η Εκκλησία
του Χριστού επιτελεί τις συνάξεις, κυρίως τις Κυριακές. Και γι’ αυτό δεν πρέπει κανείς να απουσιάζει από τις ιερές και θεοπαράδοτες συνάξεις, και εγκαταλειφθεί
δίκαια από το Θεό και πάθη κάτι παρόμοιο με το Θωμά, που δεν ήλθε στην ώρα του. Ο Θωμάς όταν ήταν απών από τη σύναξη, έγινε άπιστος, όταν δε επανήλθε με
τους πιστεύοντας, τότε δεν αστόχησε στη πίστη του.









“Είμαι ο άγιος Ραφαήλ καί ήρθα νά σέ κάνω καλά”. “Πώς μπήκες μέσα; Καί πώς θά μέ κάνεις καλά;” “Πίστεψέ με, καί αύριο θά είσαι καλά”. Εξαφανίστηκε.Συλλογιζόταν, πώς θά τόν γιάτρευε, ποιός είναι… Εμφανίζεται ο Ιερωμένος πάλι, μέ αυστηρή όμως όψη, καί τόν επιτιμά: “Τολμάς νά αμφιβάλλεις ότι μπορώ νά σέ θεραπεύσω;”. 'Εμεινε κατάπληκτος ο άρρωστος μέ τήν ιδέα τού πώς μπορούσε νά γνωρίζει τή σκέψη του ο Κληρικός εκείνος. “Δέν αμφιβάλλω, αλλά πώς θά μέ γιατρέψεις;” “Πίστεψέ με, Δημήτρη, καί αύριο θά είσαι καλά. Πρέπει όμως νά πιστέψεις”.
Σημειωτέον ότι, όση ώρα συνομιλούσε μέ τόν 'Αγιο, η νοσοκόμα προσπαθούσε νά τόν ηρεμήσει: “Δημήτρη, ηρέμησε. Γιατί παραμιλάς; Δέν είναι κανένας εδώ μέσα; Μόνο εγώ κι εσύ”. Τότε ο 'Αγιος τού λέει: “Αυτή δέ μέ βλέπει ούτε μέ ακούει. Μόνον εσύ”. Ωστόσο πάλι σκέψεις αμφιβολίας στό μυαλό τού αρρώστου: “Μάς δουλεύει ο πάτερ αυτός; Μήπως έχω τρελαθεί καί δέ βλέπω καλά; Τί μού συμβαίνει; Είναι δυνατόν;”
Γιά τρίτη φορά εμφανίζεται ο 'Αγιος μαζί μέ ένα κοριτσάκι μέ πλεξούδες, βαδίζοντας όμως τώρα. Πλησιάζοντάς τον τού λέει" “Κακομοίρη μου, δέν μέ πιστεύεις καθόλου. Δυό φορές ήρθα γιά χάρη τής μάνας σου, πού κλαίει απέξω καί μέ παρακαλάει, καί μιά γιά χάρη σου. 'Αλλη φορά δέν θά σού ξαναπαρουσιαστώ. Τρίτη καί τελευταία. Πίστεψέ με καί αύριο θά είσαι καλά”. Καί γυρίζοντας πρός τό κοριτσάκι: “Ρηνούλα, φέρε τήν τσάντα μου” (όπως τών ιατρών). 'Εβγαλε μιά άσπρη ιατρική ποδιά καί, βγάζοντας τά μώβ ράσα του, τή φόρεσε. “Δημητράκη, αύριο θά είσαι καλά, άν μέ πιστέψεις μόνο. Τώρα φεύγω, γιατί μέ χρειάζονται στό Λονδίνο. Πάμε, Ρηνούλα, τό παλικάρι αυτό θά γίνει καλά. Καί τό πόδι του καί τά πνευμόνια του είναι γερά”. Ο ασθενής κάλεσε τή μητέρα του, τής τά διηγήθηκε, κι εκείνη σταυροκοπήθηκε κλαίγοντας από συγκίνηση.
Τό πρωί ήρθαν, γιά νά τού κάνουν τή σοβαρή επέμβαση, αλλά διαπίστωσαν μέ τό σπινθηρογράφημα ότι οι θρόμβοι από πηχτό αίμα είχαν εξαφανιστεί από τά πνευμόνια καί τίς φλέβες του. Τού τοποθέτησαν μόνο φίλτρα στήν κάτω κοίλη φλέβα.
Σέ 4 μέρες πήρε εξιτήριο. Ο κ. Σπύρου είπε στή μητέρα του: “'Η κάποιον άγιο είχατε στήν οικογένειά σας ή κάποιος ήταν τυχερός”. Καί ο κ. Φιλίππου είπε στόν αδελφό του: “Σάν επιστήμονας δέν μπορώ νά τό εξηγήσω. Κάποιον έχετε εκεί πάνω”. Οι γονείς του ήρθαν καί έκαναν Παράκληση στό Μοναστήρι μας. Αργότερα έφεραν καί τόν ίδιο. Αναγνώρισε τόν 'Αγιο Ραφαήλ τών τριών θαυμαστών εμφανίσεων στό μεγάλο προσκυνητάρι, μόνο πού τόν είχε δεί μέ μώβ (ηγουμενικό) μανδύα καί έλαμπε τό στήθος του.

Χριστός Ανέστη εκ νεκρών
Θανάτω θάνατον πατήσας
Και τοις εν τοις μνήμασι
Ζωήν χαρισαμένος.





Σκέψου μια σπίθα πού έπεσε μέσα στη θάλασσα, μήπως μπορεί να σταθεί εκεί ή να φανεί; Όση σχέση έχει, λοιπόν,
μια σπίθα με το πέλαγος, τόση σχέση έχει η αμαρτία σου σε σύγκριση με τη φιλανθρωπία του Θεού. Και καλύτερα, θα έλεγα, όχι τόση, άλλα πιο πολλή. Γιατί
το πέλαγος, ακόμη και αν είναι απέραντο, έχει όριο, μέτρο και σύνορα. Η φιλανθρωπία όμως του Θεού είναι απεριόριστη. Γι’ αυτό σου επαναλαμβάνω. Είσαι αμαρτωλός;
Μην απελπίζεσαι»
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου - Αποφυγή της απογνώσεως
Το Τροπάριο της Κασσιανής
Ο Θεόφιλος προχώρησε στην επομένη και της έδωσε το μήλο. Λέγεται ότι ο έρωτάς του με την Κασσιανή δεν έσβησε ποτέ και υπάρχει ένας θρύλος σχετικός με το Τροπάριο: εκείνη ήταν στη μονή και το έγραφε, οπότε έμαθε ότι έρχεται ο βασιλιάς. Όταν άκουσε τα βήματά του, έφυγε, αφήνοντάς το μισοτελειωμένο. Τότε εκείνος πήρε το φτερό, το βούτηξε στη μελάνη και έγραψε επάνω στο αναλόγιό της, συμπληρώνοντας το ποίημα: «ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη» (ενώ ήταν στον Παράδεισο η Εύα το δειλινό, άκουσε κρότο και κρύφτηκε από φόβο). Εκείνη δεν διέγραψε τη φράση, αντίθετα συνέχισε και ολοκλήρωσε το έργο της.Κατά τον Βυζαντινολόγο Κρουμβάχερ: “«H Κασσιανή ήταν μία εξαίρετη μορφή και ότι το έργο της το διακρίνει ισχυρά πρωτοβουλία, βαθεία μόρφωσις, αυτοπεποίθησις και παρρησία. Πολύ συναίσθημα και βαθεία θεοσέβεια». Και ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης αναφερόμενος στο έργο της είπε : «Το χαρακτηρίζει γλυκύτης μέλους ακορέστου».
Από τα απόστιχα ιδιόμελα του όρθρου της Μ. Τετάρτης:
Μεταγραφή του Φώτη Κόντογλου: 

Τάχα δεν ήτον οικοκυρά κι αυτή στο σπίτι της και στην αυλήν της; Τάχα δεν ήτο κι αυτή, έναν καιρόν, νέα με ανατροφήν; Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία. Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον.
Κι ετήρει όλα τα χρέη της τα κοινωνικά, και μετήρχετο τα οικιακά έργα της, καλλίτερ’ από καθεμίαν. Είχε δε μεγάλην καθαριότητα εις το σπίτι της, κι εις τα κατώφλιά της, πρόθυμη ν’ ασπρίζη και να σφουγγαρίζη, χωρίς ποτέ να βαρύνεται, και χωρίς να δεικνύη την παραξενιάν εκείνην ήτις είνε συνήθης εις όλας τας γυναίκας, τας αγαπώσας μέχρις υπερβολής την καθαριότητα.



