Ο Παππούλης προσηύχετο πολύ. Και ήθελε και τα δικά του πνευματικά παιδιά να κάνουν το ίδιο. Ιδιαίτερα σε εμένα ήθελε, με κάθε τρόπο, να με πείσει να το κάνω. Γι'; αυτό συνεχώς μου μιλούσε, για την δύναμη της προσευχής. Προσευχή, παιδί μου, Ανάργυρε, έλεγε, σημαίνει συνομιλία με τον ίδιο τον Θεό, που είναι ο Πλάστης, είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος! Είναι Εκείνος που έπλασε τον άνθρωπο κατ'; εικόνα και ομοίωση Του. Είναι Εκείνος που έφτιαξε αυτά που βλέπουμε, αλλά και εκείνα που δεν βλέπουμε με τα ανθρώπινα μάτια μας. Τέλος είναι εκείνος που δεν αρνιέται ποτέ να συνομιλήσει μαζί μα, αρκεί να του το ζητήσουμε εμείς, όποτε θέλουμε και όσες φορές θέλουμε. Δεν πρόκειται να μας πει ποτέ όχι. Αντίθετα, είναι πάντα πρόθυμος να μας ακούσει με προσοχή και με αγάπη όπως κάνει κάθε καλός Πατέρας, όταν του το ζητά το παιδί του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και να μας δώσει ότι του ζητήσουμε, αρκεί να είναι αυτό που του ζητάμε προς το συμφέρον της ψυχής μας. Αλήθεια αναλογίστηκες ποτέ παιδί μου να συνομιλήσεις έστω και μια φορά με κάποιον από τους σημερινούς άρχοντες της Πατρίδας μας και να έγινε η επιθυμία σου; αν όχι σου συνιστώ να το τολμήσεις. Θα διαπιστώσεις ότι η επιθυμία σου θα παραμείνει απλώς επιθυμία! Ουδέποτε θα δεχτούν να μιλήσουν μαζί σου. Το πολύ-πολύ να σε παραπέμψουν σε κανένα παρακατιανό, για να σε ξεφορτωθούν ...; Αντίθετα ο Κύριος μας που είναι ο Βασιλεύς των Βασιλέων, δεν πρόκειται ποτέ να σε παραπέμψει σε κανέναν και δεν πρόκειται ποτέ να αρνηθεί να συνομιλήσει μαζί σου, δια της προσευχής και πρόσθεσε: τα καταλαβαίνεις αυτά που σου τα λεω; - Ασφαλώς ναι, Παππούλη μου, του απάντησα. -; Και, όμως εμένα κάτι μου λεει, πως δεν θέλεις να τα καταλάβεις. Γιατί, εάν τα καταλάβαινες, θα έκανες πιο πολύ προσευχή. -; Μα, προσεύχεστε εσείς για μένα, προσέθεσα. -;Και όταν τρώγω εγώ, χορταίνεις εσύ; με ρώτησε! Οπότε με αφόπλισε τελείως! -; Άκουσε Ανάργυρε, μου λεει. Θα σου κάνω μια πρόταση, αλλά θέλω εξ αρχής να μου υποσχεθείς, ότι θα την δεχτείς, και θα την τηρήσεις. -;σας το υπόσχομαι, Παππούλη. Είμαι έτοιμος να κάνω ότι μου πείτε. -;Ε! τότε σου προτείνω να προσευχόμεθα την ίδια ώρα ακριβώς, και οι δυο μαζί. Και ο ένας θα προσεύχεται για τον άλλο.
Συμφωνήσαμε και υποσχεθήκαμε. Καθορίσαμε, μάλιστα και την ώρα της προσευχής. Ήταν η 10 μ.μ. Ο Παππούλης, όπως μου εξήγησε, πίστευε πάρα πολύ σ'; αυτό το είδος της προσευχής. Τα αποτελέσματα, μου έλεγε, της κοινής προσευχής, είναι καταπληκτικά. Θα το διαπιστώσεις και μόνος σου. Θέλω όμως, ακριβώς στις 10 μμ. Να είσαι πιστός στο ραντεβού μας. Να μην παραλείψεις, ούτε μία φορά να τηρήσεις την υπόσχεσή σου. Και εγώ θα κάνω το ίδιο.
Προχωρώντας με τον Παππούλη, φτάσαμε στην αφετηρία των λεωφορείων του Πολυγώνου. Αυτήν την φορά δεν με άφησε να τον ακολουθήσω μέχρι το σπίτι του, όπως συνήθως έκανα. Όχι, μου λέει, δεν θα έρθεις μαζί μου. Θα πας σπίτι σου. Προ ολίγου υποσχεθήκαμε κάτι. Πρέπει να αρχίσεις αμέσως. Από απόψε. Το γοργόν και χάριν έχει. Υπάκουσα. Ο Παππούλης επιβιβάστηκε στο λεωφορείο και εγώ περίμενα την αναχώρηση του. Μόλις ξεκίνησε το λεωφορείο, θυμάμαι καλά, μου χτύπησε το τζάμι και μου είπε: Στις 10 ακριβώς! Νομίζω πως αυτή την στιγμή βλέπω την μορφή του και ακούω την φωνή του! Το πρόσωπο του έλαμπε και ομοίαζε με αγγελικό! Ήταν βέβαια, και κατά 30 χρόνια νεώτερος. Στην πιο δημιουργική ηλικία.
Περίμενα στην αφετηρία μέχρι την στιγμή που το λεωφορείο χάθηκε μέσα στο χάος της απέραντης Αθήνας κουβαλώντας μαζί του και έναν άγνωστο, μέχρι τότε, Άγιο της Εκκλησίας του Δεσπότου χριστού και αμέσως μετά έφυγα τροχάδην για το σπίτι μου, προκειμένου να είμαι απόλυτα συνεπής στο ραντεβού της προσευχής.
Πράγματι! Στις 10 μ.μ. κλείστηκα στο δωμάτιο μου και άρχισα να προσεύχομαι. Όμως, από το πρώτο κιόλας λεπτό, άρχισαν να διαπερνούν το σώμα μου έντονα ρεύματα , που άρχιζαν από τα κάτω άκρα και έφθαναν μέχρι την κεφαλή μου και τανάπαλιν(!), ενώ ένα ισχυρό άπλετο φως πλημμύρισε όλο το δωμάτιο μου και μου έδινε την εντύπωση, ότι βρισκόμουν μέσα σε φλόγες, οι οποίες, όμως δεν με έκαιγαν! Στην αρχή τρόμαξα πολύ και λίγο έλειψε να καταληφθώ από πανικό ! αμέσως όπως συνειδητοποίησα ότι όλα αυτά τα φαινόμενα απέρρεαν από την δύναμη της προσευχής του Παππούλη και όχι μόνο ηρέμησα, αλλά καταλήφθηκα από μια πρωτοφανή αγαλλίαση, που μου έδινε την εντύπωση ότι δεν πατούσα καθόλου στην γη! Όλα αυτά συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος της προσευχής. Την άλλη μέρα η πρώτη μου δουλειά ήταν να επικοινωνήσω με τον Παππούλη. Ήμουν αποφασισμένος να μην του πω τίποτα. Ήθελα πρώτα να μιλήσει ο παππούλης. Και έτσι έγινε. Μόλις ζήτησα την ευχή του, ο παππούλης με ιδιαίτερη ικανοποίηση και με τρανταχτά γέλια, μου είπε: Τρόμαξες ε! Και λίγο έλειψε να το βάλεις στα πόδια ...; Όμως εγώ σε έβλεπα μέσα σε έντονο φως, που πλημμύριζε όλο το δωμάτιο σου και εσύ περιχαρής ανέβαινες -;ανέβαινες σαν να ήθελες να φτάσεις στο Θρόνο του Κυρίου! Βλέπεις τι δύναμη έχει αυτού του είδους η προσευχή; Συνέχισε και θα με θυμηθείς. Πράγματι! Τον θυμάμαι. Και θα τον θυμάμαι όχι μόνον σ'; αυτή, αλλά και στην άλλη ζωή. Γιατί τα φαινόμενα αυτά προϊόντος του χρόνου, έγιναν τόσο έντονα ώστε να μην μπορώ να τα περιγράψω!
Μακάρι να προσεύχεται και τώρα μαζί μου. Δεν θα ήθελα τίποτε άλλο. Γένοιτο!
Ανάργυρος Ι. Καλιάτσος
Ο Πατήρ Πορφύριος: Ο Διορατικός, ο Προορατικός, ο Ιαματικός
Επτάλοφος 1996

Εκτός αυτών και τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα, το προ της Πεντηκοστής και το προ των Απόκρεω έχουν θεσμικό χαρακτήρα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Αυτά δε καθιερώθησαν ως γενικά μνημόσυνα υπέρ των νεκρών, για όσους τυχόν δεν έχουν συγγενείς που να ενδιαφερθούν γι' αυτούς και γενικά υπέρ όλων των ευσεβώς κοιμηθέντων επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου.
Τα μνημόσυνα, λοιπόν, συνδέονται αναπόσπαστος με τη Θ. Λειτουργία και πρέπει σε συνδυασμό με αυτήν να τελούνται. Το «αντί μνημόσυνου» που καμμιά φορά γράφεται δεν είναι σωστό. Το μνημόσυνο δεν αντικαθίσταται. Μπορείς να δώσεις μια δωρεά σε ένα ίδρυμα ή σε κάποιον φτωχό, όχι όμως αντικαθιστώντας την προσευχή με αυτήν, αλλά συμπληρώνοντάς την. Τα μνημόσυνα συνοδεύονται από κόλλυβα. Τα κόλλυβα είναι στάρι βρασμένο με διάφορα άλλα στοιχεία.
Το σιτάρι είναι το σύμβολο της Αναστάσεως. Την εικόνα του την εχρησιμοποίησεν ο ίδιος ο Κύριος για να υποδηλώσει την ανάσταση. Γι' αυτό και το χρησιμοποιούμε κι εμείς. Έπειτα όλοι οι χριστιανοί που μετέχουν στο μνημόσυνο δοκιμάζουν από το στάρι και εύχονται για την ανάπαυση της ψυχής του κεκοιμημένου. Όλα αυτά εντάσσονται στα πλαίσια των λειτουργικών πένθιμων εκδηλώσεων και των νεκρικών ορθοδόξων εθίμων του λαού μας. Τα κόλλυβα καθιερώθηκαν από τον 4ον αιώνα. Τα έτρωγαν οι χριστιανοί και ηύχονταν «Μακάρια η μνήμη αυτού». Και σήμερα εύχονται «Θεός σχωρέσ' τον».
Ανακεφαλαιώνοντες επαναλαμβάνουμε ότι οι προσευχές για τους κεκοιμημένους, τα μνημόσυνα, οι Θ. Λειτουργίες κ.λ.π. στηρίζονται στην ευσπλαχνία του Θεού και στην παράδοση της Εκκλησίας. Πιστεύουμε ότι ο Θεός ακούει ημών Α' Ιωάνν. ε' 14.
Πιστεύουμε ακόμη ότι ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Και μαζί με τον άγιον Κύριλλον Ιεροσολύμων διακηρύττουμε ότι «μεγίστη δέησις (ωφέλεια)» για τους νεκρούς μας είναι το μνημόσυνο. Και μαζί με τον ιερό Χρυσόστομο επαναλαμβάνουμε ότι οι προσευχές υπέρ των κεκοιμημένων προσφέρουν σ' αυτούς «τινά παραμυθίαν». Γι' αυτό στα μνημόσυνα πρέπει να παραμένουν όλοι και να προσεύχονται. Ο νεκρός υπέρ του οποίου γίνεται το μνημόσυνο δεν είναι ξένος.
Είναι μέλος της Εκκλησίας, μέλος δηλ. του ίδιου σώματος του Χριστού, και εμείς όλοι είμαστε «αλλήλων μέλη». Είναι γι' αυτό μεγάλη ωφέλεια η μνημόνευση του ονόματος κάποιου νεκρού στη διάρκεια της Θ. Λειτουργίας, γιατί ο Συμεών Θεσσαλονίκης παρατηρεί ότι ιδιαιτέρως ωφελούν τα μνημόσυνα που γίνονται κατά την ώραν «της φρικτότατης θυσίας».
Η Εκκλησία δεν μπορεί να υποσχεθεί ότι οι αμετανόητοι θα σωθούν με τα μνημόσυνα. Ο Κ. Καλλίνικος παρατηρεί σχετικά: «Γνωρίζω ότι υπάρχουν ηθικά πτώματα εις τα οποία ενέσεις δεν ισχύουν. Αλλά επίσης γνωρίζω ότι υπάρχουν αμαρτωλοί -κι αυτοί είναι οι την μεγάλην πλειονότητα αποτελούντες- οίτινες εμωλωπίσθησαν μεν, αλλά και δεν απέθανον, οίτινες έπεσον μεν, αλλά κρατούντες εις τας χείρας το ξίφος, οίτινες ενητένισαν κατά τας τελευταίας ώρας των την ασχημίαν των και ανέμιξαν υπόκωφόν τι «μνήσθητί μου Κύριε» με τους εσχάτους των παραληρισμούς. Και υπέρ των τοιούτων τις θα υποστήριξη πεισματωδώς ότι αι δεήσεις των επιζώντων δεν ωφελούν; Η μέση κατάστασις είναι κατάστασις απλώς εισαγωγική. Έχει μεν τελεσθή προσωρινή τις κρίσις κατά την εντεύθεν έξοδον της ψυχής, αλλ' η μεγάλη κρίσις, ήτις θα καθορίση εις το διηνεκές την θέσιν της δεν έχει λάβει ακόμη χώραν».
-Λοιπόν πόσες φορές έχεις ξαναέρθει στο Περιβόλι της Παναγιάς μας ;ρώτησα νιώθοντας σίγουρος πως θα μου απαντούσε ένα νούμερο απλησίαστο για εμένα …-Δεν έχω ξαναέρθει μου είπε χαμογελώντας γιατί κατάλαβε την έκπληξή μου …Ξέρεις εμένα στο Όρος με φέρνει ο Άγιος Γεώργιος…και έβγαλε από την τσέπη του μια μικρή εικονίτσα ..παρ την ευλογία μου είπε …Δεύτερο κύμα έκπληξης με κατέλαβε όταν αντίκρισα αντί του καβαλάρη τροπαιοφόρου έναν Άγιο με φουστανέλα και Σταυρό στο χέρι …Είναι ο Άγιος Γεώργιος ο Νεομάρτυρας εξ Ιωαννίνων …ο φουστανελάς μου είπε …
και μου διηγήθηκε την ιστορία του …Λίγους μόλις μήνες πριν η τρομακτική διάγνωση :Καρκίνος σε μια πολύ επιθετική μορφή …Εσπευσμένα στο χειρουργείο …Το ξημέρωμα της παραμονής ο Άγιος εμφανίστηκε στον ύπνο ενός συγγενούς του …αυτός τον ευλαβείται πολύ …-εγώ ήμουν τότε λίγο χλιαρός …καταλαβαίνεις μου είπε όπως δυστυχώς οι περισσότεροι σήμερα …. Του μήνυσε λοιπόν πως θα γίνω καλά ..πως λίγες ώρες μετά το χειρουργείο θα περπατήσω…και πως θα γίνω ιερέας και θα πάρω το όνομά του …τέλος είπε να έρθω στο Άγιο Όρος να επισκεφθώ τον Γέροντα Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό (τότε ήταν εν ζωή )ο οποίος είναι …άνωθεν διαπιστευμένος !!! σε θέματα ιεροσύνης …Όλα έγιναν όπως τα είπε …και να ’ μαι εδώ λοιπόν !!!…Ένοιωσα συγκλονισμένος και έστεκα μην μπορώντας να αρθρώσω λέξη …-Είχα γνωρίσει μόλις έναν μεγάλο σύγχρονο Άγιο με έναν τόσο συνταρακτικό τρόπο ….
Ο
Ο κλήρος και ο λαός των Ιωαννίνων μάταια προσπάθησαν να προλάβουν την άδικη απόφαση κατά του Γεωργίου και να τον πείσουν να δραπετεύσει από τη φυλακή και να φυγαδευτεί στην ελεύθερη Ελλάδα. Το μαρτύριο άρχισε. Του τρυπούσαν τα νύχια με βελόνες και έβαζαν στα στήθη του μεγάλες πέτρες. Εκείνος υπέμενε γενναία λέγοντας : «Είμαι Χριστιανός». Στις 17 Ιανουαρίου, ημέρα Δευτέρα, ο Άγιος απαγχονίστηκε στην αγορά και δέχθηκε από τον Σταυρωθέντα Κύριο το στέφανο του μαρτυρίου. Το ιερό λείψανό του παρέμεινε κρεμασμένο μέχρι τις 19 Ιανουαρίου και κατόπιν δωρίθηκε από τον Μουσταφά πασά στον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Ιωακείμ, ο οποίος τον ενταφίασε με τιμές στο ιερό βήμα του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αθανασίου.
Επί του τάφου και στην οικία του Αγίου τελέσθηκαν και τελούνται ως σήμερα πλείστα θαύματα. Στις 26 Οκτωβρίου 1971 έγινε η ανακομοιδή των ιερών λειψάνων αυτού, τα οποία εναπετέθησαν στο φερώνυμο ναό των Ιωαννίνων.

«Των μειζόνων ανθρώπων πόρρωθεν προκαταβάλλονται αι αρχαί». Είναι αληθινή η πατερική αυτή ρήση και απόλυτα εφαρμόζεται στο πρόσωπο του οσίου Γέροντος. Από μικρό παιδάκι, στην Κόνιτσα όπου μεγάλωσε, έδειχνε τα θεϊκά σημάδια με την αγιασμένη ζωή του. Σαν άλλος παιδαριογέρων, όπως ο συμπατριώτης του όσιος Σάββας ο ηγιασμένος, κατέπληττε τους απλούς συγχωριανούς του, που καταλαβαίνοντας ή υποψιαζόμενοι την ουσία της κρυφής ζωής του, του απένειμαν την προσφώνηση «ο καλόγερος». «Και αυτό το πράγμα με βοήθησε», έλεγε ο Γέροντας. «Πάντοτε σκεφτόμουνα· Αφού ο κόσμος με λέγει καλόγερο, τι θέση έχω εγώ μέσα στον κόσμο; Πρέπει να πάω σε μοναστήρι». Αλλά και πριν αρχίσει τους μοναστικούς του αγώνες, ο μακάριος Γέροντας έκαμε πολλές «θείες τρέλλες» από την πλησμονή της αγάπης του για τον Θεό. Μπορεί πολλά πράγματα ως παιδί να μην τα ένοιωθε σε όλο το βάθος τους, όμως τα έκαμε σαν θεοδίδακτος, αφού από μικρή ηλικία συνήθισε τις συχνές αγιοφάνειες στην χαριτωμένη ζωή του. Τον κυνηγούσε η βαθειά επιθυμία και ευχή του βαπτιστού και συνωνύμου του πατρός Αρσενίου, που ήθελε να αφήσει πνευματικόν απόγονο στην θέση του. Και τον άφησε και τον χαρίτωσε με τις πατρικές του ευλογίες. Ο Άγιος τον Άγιο… Και τον έστειλε στο Περιβόλι της Πανάγιας μας, όπου και πρόκοψε και πλήθη πιστών βοήθησε να νοιώσουν κάτι από την γλυκύτητα της θείας ζωής.
Αλλά και ο βαπτιστικός «φιλότιμο παιδί του φιλότεκνου Πατέρα», με την συγγραφή και κυκλοφορία του θαυμαστού βίου του Καππαδόκου αγίου ιερέως, απέδωσε στο έπακρον την πνευματική οφειλή του. Σαν να συναγωνίσθηκαν οι δυο τους Άγιοι, ποιος θα ξεπεράσει τον άλλο στο φιλότιμο και στην ευγνωμονητική ανταπόδοση.
«Πρόβλημα εις διήγησιν» όσα αυτοψεί θεασάμεθα και αυτηκόως ακούσαμεν και κατά μεγίστη ευλογίαν Θεού εβιώσαμε κοντά στον άγιο αυτόν Άνθρωπο και μεγάλο Αγιορείτη ασκητή. Σαν μυθικό φαντάζει το όνομα του και η φωτεινή πορεία του θα σελαγίζει στο στερέωμα της Εκκλησίας μας και ο τάφος του στο Μοναστήρι του αγίου Θεολόγου στη Σουρωτή, θα γίνεται βρύση θαυματουργιών και παρακλητικής απαντήσεως των προβλημάτων των προσκυνητών, που τα εναποθέτουν με πόνο ψυχής και πίστη θερμή μπροστά στον απέριττο ξύλινο σταυρό του μνήματός του. Πιστεύομε δε πως ίσως και να αξιωθούμε να τον μνημονεύσουμε πολύ σύντομα μεταξύ των επισήμως ανεγνωρισμένων Αγίων της Εκκλησίας μας…
«Εξ ονύχων τον λέοντα”: Ομολογώ πως δεν θα μπορέσω για πολλούς λόγους να αναμνησθώ εδώ των πλέον σημαντικών εμπειριών μου από την πολυχρόνια γνωριμία μου με τον Γέροντα.
Καίτοι αυτός δεν έχει ανάγκη υστεροφημίας, ούτε κινδυνεύει από τις πτωχές ανθρώπινες κριτικές, όμως ζουν πρόσωπα που σχετίζονται με γεγονότα και δεν είναι φρόνιμο να βάλουμε σε πειρασμό αγαθούς αδελφούς. Θα αρκεσθώ γι’ αυτό σε ελάχιστα αλλά χαρακτηριστικά γεγονότα.
«Να σου πω ευλογημένη ψυχή: ας υποθέσουμε να πούμε. Διακόσια θεϊκά οράματα και οπτασίες βλέπω, αλλά πετώ τις εκατόν εννενήντα εννιά και κρατώ τη μία. Ξέρεις τι επικίνδυνο πράγμα είναι να ασχολούμαστε με οράματα και αποκαλύψεις; Δεν θα μας κατηγορήσει ο καλός Πατέρας για τη στάση μας αυτή, αντιθέτως θα μας επαινέσει κιόλας, γιατί δείχνομε πνευματική σωφροσύνη».
«Τρελλάθηκε ο κόσμος να πούμε. Μόνο εμένα και τον παπα Εφραίμ Κατουνακιώτη λένε άγιους. Ο παπα Έφραίμ, σύμφωνοι, είναι άγιος, αλλά εγώ δεν ξέρουν τι παλαιοτενεκές σκουριασμένος είμαι…Ο Θεός να με ελεήσει, να πούμε. Ξέρεις, ευλογημένη ψυχή; Σήμερα στο Άγιον Όρος πενήντα μεγάλοι άγιοι ζουν, αλλά είναι έξυπνοι και όχι σαν και μένα το βλάκα που βγήκε το όνομά μου και άιντε να το συμμαζέψω…
Παρακαλούν, να πούμε, τον Ουράνιο Πατέρα και του λένε: Μη μας φανερώσεις σ’ αυτή τη ζωή· κράτησε τη δόξα για τη μέλλουσα βασιλεία. Και ο φιλότεκνος Πατέρας ακούει τα φιλότιμα παιδιά Του και τους κάνει το χατήρι. Αλλά ξέρεις; Εμείς από εδώ στην ανατολική πλευρά, επειδή έχομε υγρασία και δεν ευδοκιμεί η αγιότητα, φιλοξενούμε μόνο δεκατέσσαρες, ενώ η άλλη πλευρά, η δυτική, που εχει περισσότερο ήλιο, μας ξεπερνά· έχει τριάντα έξι”.
Μετά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή τον επισκέφθηκα. «-Βρε καλώς τονε. Τι έγινε, ευλογημένη ψυχή, εκεί πέρα ας υποθέσουμε; Πως πέρασες τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Την κράτησες τη νηστεία; πώς πήγες με το τριήμερο της πρώτης εβδομάδος;» -Με την ευχή Σας, Γέροντα, ναι. Την πρώτη μέρα εντάξει. Τη δεύτερη είχα ένα πονοκέφαλο ενοχλητικό. Τη νύχτα όμως της Τρίτης προς την Τετάρτη, τα χρειάσθηκα. Έβλεπα μπροστά μου κάτι ταψιά με μπακλαβάδες και καταΐφια. Πήγαινα να φάω και άκουγα μια φωνή· «Μη! έχομε τριήμερο»! Μετά έβλεπα κάτι καταρράκτες νερό να πέφτουν. Πήγαινα να πιω, άκουγα πάλι τη φωνή: “Μη! έχομε τριήμερο”. Αφήστε…
Ο Γέροντας γέλασε με την καρδιά του και είπε:
-Σιγά τη νηστεία να πούμε. Να σου πω κάτι; Το Σάββατο του Ακάθιστου είπα να κάνω με τους γείτονες αγρυπνία στο εκκλησάκι μου προς τιμήν της Παναγίας μας. Μόλις τελείωσε η Λειτουργία, θέλησα να τους ετοιμάσω ένα καφεδάκι, ακούγοντας συγχρόνως και τις ευχές της ευχαριστίας της Θείας Μεταλήψεως. Ακόμη δεν είχε φέξει καλά. Μόλις μπήκα στο κουζινάκι να ανάψω φωτιά, βλέπω στην γωνία και έλαμπαν δυο ματάκια. Νόμισα πως θα είναι κάποιος από τους γάτους ή ο Μωάμεθ ή ο Αραφάτ. Φώναξα λοιπόν. “Ψιτ, ψιτ, Αραφάτ, Μωάμεθ”. Άκουσα μια φωνούλα εξασθενημένη: -Ποιος Αραφάτ και Μωάμεθ, ευλογημένε! Εγώ είμαι, ο τάδε μοναχός (δεν μου αποκάλυψε το όνομά του αν και επέμεινα· “Θα του κάνουμε κακό πνευματικά”, είπε ο Γέροντας). -Βρε ευλογημένη ψυχή, πως βρέθηκες εδώ; -Να, μπήκα την ώρα της αγρυπνίας που ψάλλατε, γιατί πεινώ. Έχεις τίποτε να μου δώσεις να φάω; -Από πότε έχεις να φας; -Από τις Απόκριες ούτε νερό δεν ήπια! -Τι λες βρε ευλογημένη ψυχή να πούμε εκεί πέρα, θα πάθουν τα νεφρά σου! (Ξέρεις, πάτερ, πολλές φορές νήστεψα από τροφή για σαράντα μέρες, αλλά από νερό είναι επικίνδυνο, γιατί χαλούν τα νεφρά. Και αυτός ο ευλογημένος εδώ είχε τριάντα έξι μέρες χωρίς φαγητό και νερό…) Ευτυχώς που μου έφεραν την προηγούμενη μέρα άπό το Κουτλουμούσι ένα τάπερ πλαστικό με πιλάφι και καλαμαράκια. Του το έδωσα και άρχισε να το τρώει με τα χέρια. -Σιγά, βρε ευλογημένη ψυχή. Τι κάνεις; Εσύ θα φας και το πλαστικό να πούμε, και δεν έχω και λεφτά να πληρώσω στο Κουτλουμούσι…-Ξέρεις, Γέροντα, πεινάω, έχεις τίποτε άλλο; Είχα κάτι ελιές που είχαν γίνει σαν πετραδάκια άπό την πολυκαιρία. Τις κατέβαζε με τα κουκούτσια…-Σιγά βρε ευλογημένη ψυχή, θα σπάσει το στομάχι σου…Που να μ’ ακούσει. -Έχεις τίποτε άλλο; Του έδωσα μια σακούλα παξιμάδια που είχα και του λέω· -Φύγε, γίνε καπνός για να μη μας καταλάβουν οι άλλοι, αφού ο εφημέριος άρχισε την απόλυση της Ευχαριστίας. Κατάλαβες, πάτερ μου, τι άγωνιστάς κρύβει το Άγιον Όρος; Και εμείς νομίζομε πως κάτι κάνομε νηστεύοντας το τριήμερο…